Suzuki GSX-R 750: Το τέλος ενός θρύλου

Ο γενάρχης των σύγχρονων superbike πεθαίνει
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

3/1/2019

Στην ιστορία της μοτοσυκλέτας υπάρχουν δύο ορόσημα στα ιαπωνικά τετρακύλινδρα superbikes. Το ένα είναι το Honda CB750 που όρισε τα πρότυπα για την κατηγορία από τα τέλη του 1960 έως και τις αρχές του '80 και το δεύτερο είναι φυσικά το Suzuki GSX-R 750, που έφερε στη ζωή μας τα race replica. Το αλουμινένιο πλαίσιο και η έννοια της αναλογίας κιλών ανά ίππο στο σχεδιασμό μια μοτοσυκλέτας, αποτελούν ακόμα και σήμερα τους βασικούς κανόνες για μια superbike.

Η Suzuki ήταν η μόνη εταιρεία που κράτησε στην παραγωγή την GSX-R 750 παράλληλα με το GSX-R 1000 έως σήμερα, παρά το γεγονός ότι από το 2003 που άλλαξαν οι κανονισμοί στα WSBK δεν είχε κανένα αγωνιστικό λόγο ύπαρξης. Φέτος όμως ήρθε το τέλος για αυτή την θρυλική μοτοσυκλέτα. Οι φανατικοί φίλοι της δεν είναι πλέον αρκετοί για να κρατήσουν τις πωλήσεις σε ένα επίπεδο που να δικαιολογεί την συνέχεια της παραγωγής της. Άλλωστε οι χαμηλές πωλήσεις ήταν και η αιτία που δεν έγινε καμία αναβάθμιση στα GSX-R 750 τα τελευταία χρόνια. Ούτε cornering ABS, ούτε traction control, ούτε φυσικά IMU με αισθητήρες G-Force. Η χαμηλή τιμή σε σχέση με τα πανάκριβα πλέον superbike 1000 ήταν ο μόνος λόγος για να το αγοράσεις.

Οπότε, όσο κι αν μας πονάει σε συναισθηματικό επίπεδο η είδηση για την οριστική διακοπή της παραγωγής της, εν τούτοις δεν έχει λογική να απαιτείς από την Suzuki να συνεχίσει να φτιάχνει μια μοτοσυκλέτα που κανείς δεν αγοράζει πλέον. Μαζί με το 750, σταματά και η παραγωγή του 600, που ουσιαστικά μοιράζεται τα περισσότερα μηχανικά μέρη. Σε αντίθεση με την περίπτωση του Hayabusa που υπάρχει μια μικρή ελπίδα να δούμε αντικαταστάτη σε μερικά χρόνια, στη περίπτωση των GSX-R 750/600 δεν υπάρχει ούτε ένα μικρό ψήγμα ελπίδας για νέα γενιά τετρακύλινδρων κινητήρων υψηλών επιδόσεων από την Suzuki. Τα τελευταία κομμάτια που υπάρχουν στην Αμερική θα συνεχίσουν να πωλούνται μέχρι αν εξαντληθεί το στοκ, ενώ σε Ευρώπη και Ασία θα σταματήσει οριστικά η διάθεσή του.

 

Η FIM ρίχνει στον κατασκευαστή την ευθύνη που ο Bulega δανείστηκε αγωνιστικό κράνος

Η FIM ρίχνει την ευθύνη σε κατασκευαστές που άργησαν να προβούν στη σχετική διαδικασία για τα αγωνιστικά κράνη
FIM racing homologation label
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

27/2/2026

Ο εναρμονισμός με τις νέες αγωνιστικές προδιαγραφές FRHPhe-02 δεν εξελίχθηκε εντελώς ομαλά και το γεγονός απέκτησε δημοσιότητα κατά τον πρώτο αγώνα του Motul WSBK 2026 στο Phillip Island, όπου ο Nicolo Bulega αγωνίστηκε με δανεικό κράνος και όχι με το επίσημο ΚΥΤ που θα φορά την υπόλοιπη χρονιά.

Όπως προέκυψε, το πρόβλημα εντοπίζεται στη διαδικασία πιστοποίησης των κρανών κατά τις νέες προδιαγραφές FRHPhe-02, καθώς υπάρχει μόνο ένα εργαστήριο στον κόσμο - στην Ισπανία συγκεκριμένα - εξουσιοδοτημένο να διεξάγει τα κατάλληλα τεστ και να δώσει την ομολογκασιόν. Η FIM, με τη σειρά της, βλέποντας τα σχετικά δημοσιεύματα ανά τον κόσμο προβαίνει τώρα σε επίσημη ανακοίνωση προκειμένου να διαλευκάνει το τοπίο.

Ξεκινώντας, η διεθνής Ομοσπονδία υπερασπίζεται το γεγονός ότι υπάρχει μόνο ένα εγκεκριμένο εργαστήριο για τη δουλειά αυτή, καθώς θεωρεί πως είναι ο μοναδικός τρόπος να εγγυηθεί την απόλυτη αξιοπιστία της διαδικασίας.

Στη συνέχεια υπενθυμίζει πως οι νέες προδιαγραφές δεν είναι και τόσο “νέες” για τους κατασκευαστές, καθώς έχουν θεσπιστεί από το 2022 και όλοι οι κατασκευαστές κρανών είχαν συμφωνήσει πως το 2026 θα είναι ο χρόνος εφαρμογής τους.

Ως παράδειγμα η FIM αναφέρει τις Arai, LS2 και 6D που είχαν σπεύσει να αποκτήσουν τη νέα ομολογκασιόν πολύ έγκαιρα, το 2022, 2023 και 2024 αντιστοίχως.

Συνεχίζει εξηγώντας πως οι περισσότεροι κατασκευαστές κατέθεσαν τα κράνη τους για πιστοποίηση τον Σεπτέμβριο του 2025, αλλά κάποιοι εξ αυτών ζήτησαν να γίνουν πρώτα ιδιωτικά τεστ πριν το επίσημο. Ο λόγος, όπως αποδείχθηκε, ήταν πως κάποιοι επιχείρησαν να περάσουν παλαιότερα μοντέλα κρανών τους από τη δοκιμή, στην οποία φυσικά απέτυχαν καθώς οι νέες προδιαγραφές της FIM υπερβαίνουν κατά πολύ αυτές που εξασφαλίζουν πιστοποιήσεις όπως οι εμπορικές ECE 22.06, Snell M2020 και JIS T8133, αλλά και η προηγούμενη αγωνιστική ομολογκασιόν FRHPhe-01.

Αυτό σήμαινε πως οι συγκεκριμένοι κατασκευαστές θα έπρεπε να κατασκευάσουν νέα κράνη για να πάρουν το σφραγίδα FRHPhe-02, αφού τα πολύ αυστηρότερα τεστ του τελευταίου κανονισμού περιλαμβάνουν νέες δοκιμασίες και μεγαλύτερες καταπονήσεις από πριν.

Η διαδικασία πιστοποίησης είναι από μόνη της εξαιρετικά χρονοβόρα, καθώς πρέπει να περάσουν όλες τις δοκιμές και ελέγχους τέσσερα κράνη από κάθε μοντέλο και δη σε όλα τα μεγέθη κελύφους.

Αν κάποιο από αυτά αποτύχει σε ένα τεστ, αυτό σημαίνει πίσω στο εργοστάσιο, νέα κατασκευή και επιστροφή εκ νέου για δοκιμές μέχρι να ικανοποιηθούν οι προδιαγραφές της FIM. Αυτή είναι μια ανελαστική διαδικασία που δεν μπορεί να επισπευστεί και η εμπειρία έδειξε πως συχνά δεν ήταν εύκολο ούτε καν να βρεθεί ο κατάλληλος χρόνος για να κλειστεί το τεστ από το ισπανικό εργαστήριο.

Μάλιστα η FIM αναφέρει παράδειγμα κατασκευαστή (που δεν ονοματίζεται) ο οποίος αιτήθηκε τεστ για κράνος μόλις τον Ιανουάριο του 2026! Αναφέρει επίσης άλλο παράδειγμα κατασκευαστή, επίσης ανώνυμου, για τον οποίο χρειάστηκε να επαναληφθεί επτά φορές η διαδικασία μέχρις ότου το συγκεκριμένο κράνος να αποκτήσει το πολυπόθητο ταμπελάκι της κεντρικής φωτογραφίας στο λουράκι του.

Κατά τη FIM οι νέες αγωνιστικές προδιαγραφές FRHPhe-02 θεσπίστηκαν για να εγγυηθούν τη βέλτιστη δυνατή προστασία των αναβατών, με δοκιμές που εξετάζουν ένα σωρό τρομακτικά σενάρια και υποβάλλουν τα κράνη σε εξαιρετικά απαιτητικές δοκιμασίες.

Και, όπως φαίνεται από τη διευκρίνηση αυτή της FIM, τα όσα κυκλοφόρησαν το προηγούμενο διάστημα σχετικά με τις καθυστερήσεις στην ομολογκασιόν των αγωνιστικών κρανών δεν ήταν ανακριβή μεν, αλλά ούτε και όλη η αλήθεια. Γνωρίζοντας δε τώρα πως η μετάβαση στις FRHPhe-02 είχε κανονιστεί από το 2022 με σύμφωνους όλους τους κατασκευαστές - ως ισχυρίζεται η FIM - μάλλον δικαιώνουν τη διεθνή Ομοσπονδία, ακόμη κι αν το ένα και μοναδικό εργαστήριο όντως φαντάζει λίγο για να καλύψει δεκάδες κατασκευαστές με πολλά μοντέλα κρανών που απευθύνονται τόσο σε ασφάλτινους όσο και χωμάτινους αγώνες.