Ducati Multistrada V4 Pikes Peak 2022: Όπως την ζήτησε ο λαός, με 17άριδες και μονόμπρατσο [VIDEO]

Φυσικά χωρίς δεσμοδρομικό
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

28/10/2021

Μία νέα, πολυαναμενόμενη έκδοση της Multistrada V4 παρουσίασε μόλις τώρα η Ducati, την Pikes Peak με 17αριδες τροχούς και χυτό αλουμινένιο μονόμπρατσο ψαλίδι, με ονομαστική απόδοση 170 ίππων, αναρτήσεις από την Ohlins και ένα σετ ρυθμίσεων που δείχνει τον προσανατολισμό της: Race Riding Mode.

Πρόκειται για μία έκδοση που η ανάπτυξή της έχει ξεκινήσει αμέσως μετά την παρουσίαση της Multistrada V4 και είναι εξολοκλήρου “fan based”, δεν θα την είχαν φτιάξει αν δεν την ζητούσε ο κόσμος. Μιλώντας με τον Giulio Fabbri έναν χρόνο πριν όταν έκανα τα πρώτα χιλιόμετρα με την Multistrada V4 στην Ιταλία η εταιρεία αντιμετώπιζε τα ιντερνετικά σχόλια για το νέο μοντέλο και μετρούσε ήδη αντιδράσεις για το ενδεχόμενο μίας έκδοσης με 17άριδες τροχούς. Όπως κάθε κύμα τέτοιων ιντερνετικών αντιδράσεων όχι μόνο ήταν μακριά από την πραγματικότητα, κάτι που αποδείχτηκε εμπράκτως τους επόμενους μήνες, αλλά ήταν και παροδικό. Όπως ακριβώς είχε γίνει παλαιότερα όταν έλεγαν το ακριβώς αντίθετο, πως δεν γίνεται Adventure μοτοσυκλέτα με μονόμπρατσο και 17άριδες τροχούς, τρανταχτή απόδειξη για να μην μετρά κανείς τέτοιες αντιδράσεις. Και η Ducati το απέφυγε αυτό σίγουρη για την μοτοσυκλέτα που είχε φτιάξει, ρώτησε όμως το δικό της κοινό και έλαβε την απάντηση πως μία έκδοση Pikes Peak ήταν κάτι που θα το ήθελαν.

Ο λαός λοιπόν ζήτησε, και η Ducati άκουσε: Η έκδοση Pikes Peak είναι εδώ και ας έχουν αποκλειστεί από φέτος οι μοτοσυκλέτες από την διάσημη αυτή ανάβαση. Ίσα, ίσα που το ρεκόρ της Multistrada θα παραμείνει και μαζί και η απαραίτητη δικαιολογία για την συνέχισε του ονόματος και μίας τέτοιας έκδοσης και στο μέλλον.

Η Multistrada V4 Pikes Peak είναι η πιο σπορ Multi που έχει φτιαχτεί ποτέ και η πλέον δυνατή όλης της κατηγορίας των Adventure/Crossover μοτοσυκλετών με την Ducati πλέον να επικρατεί ολοκληρωτικά σε μία μάχη ιπποδύναμης που η ίδια ξεκίνησε πίσω στο 2010, απέκρουσε έκτοτε όλες τις απαντήσεις του ανταγωνισμού και πλέον κάνει και μία σημαντική διαφορά.

Τον τροχό 17 ιντσών που μερίδα του κοινού περίμενε, μαζί με το μονόμπρατσο ψαλίδι, πλαισιώνουν τα γραφικά Desmosedici GP ’21 που επίσης δείχνουν και τον δεσμό που υπάρχει με τις Panigale. Κάτι που ακόμη καλύτερα φαίνεται στα τεχνικά χαρακτηριστικά και στο πακέτο των ηλεκτρονικών που έρχεται απευθείας από τις superbike. Η εξάτμιση τιτανίου της Akrapovic με την carbon απόληξη είναι ήδη διαθέσιμη, όπως και μία σειρά από carbon αξεσουάρ και λεπτομέρειες που καθιστούν την Pikes Peak μοναδική, μαζί με την χρυσή ανοδίωση στο πιρούνι της Ohlins και την σέλα με την κόκκινη διαγράμμιση στο τελευταίο ένα τρίτο και με μεγάλο το V4 λογότυπο, όπως άλλωστε δεσπόζει και το Ducati Corse.

Η Ducati πραγματικά επένδυσε χρόνο στην εξέλιξη της Pikes Peak και δεν έβαλε απλά έναν 17αρη τροχό και ένα μονόμπρατσο, χωρίς αλλαγές στο πλαίσιο, κάτι που σημαίνει πως δεν λογάριασε το κόστος μίας τέτοιας κίνησης. Στόχος ήταν μία Multistrada που θα μπορούσε να την παρουσιάσει μέσα σε αγωνιστική πίστα, όπως και έκανε. Το πλαίσιο έχει μικρές βέβαια αλλά σημαντικές αλλαγές για να ανταποκριθεί στα νέα χαρακτηριστικά και η Pikes Peak να συνεχίσει να έχει μία ομοιογενή συμπεριφορά, για αυτό και η Ducati τονίζει πως το πλαίσιο στήθηκε γύρω από τους νέους τροχούς. Αυτοί είναι σφυρήλατοι αλουμινένιοι της Marchesini για διαστάσεις ελαστικών 120/70 εμπρός και 190/55 πίσω, κάτι που σημαίνει πως η Pikes Peak έχει πλέον μία σειρά επιλογών από κανονικά ελαστικά δρόμου, μέχρι πραγματικά αγωνιστικά. Οι τροχοί είναι 2,7 κιλά ελαφρύτεροι από τους αντίστοιχους της έκδοσης S, και υπεύθυνοι για πάνω από το 50% της συνολικής μείωσης βάρους που αγγίζει τα 4 κιλά χωρίς καμία έκπτωση στα πλούσια ηλεκτρονικά μιας και το ραντάρ που υπάρχει στην S, είναι τοποθετημένο και στην Pikes Peak.

Από εκεί και πέρα οι ομοιότητες πλησιάζουν τα πεδία των Panigale V4S και Streetfighter V4S με τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις Ohlins Smart EC 2.0 που αντιλαμβάνονται τις αλλαγές ρυθμού -άρα και διάθεσης- του αναβάτη και προσαρμόζονται αντίστοιχα.

Σημαντική είναι η διαφορά στην γεωμετρία για το αλουμινένιο monocoque πλαίσιο που η κάστερ είναι τώρα 25,75 μοίρες αντί για 24,5 στην Mulistrada V4 κάτι που αμέσως φέρνει και την αναγκαστική αλλαγή στο ίχνος και το μεταξόνιο. Τα φρένα έρχονται απευθείας από την Panigale με δίσκους 330mm εμπρός και τις monobloc δαγκάνες Brembo Stylema της Multistrada στην οποία μπαίνουν τα τακάκια της Panigale. Πίσω έχουμε έναν δίσκο 265mm με πλευστή δαγκάνα της Brembo. Οι αλλαγές στην γεωμετρία φέρνουν και τελείως διαφορετική θέση οδήγησης, που σημαίνει πως έχουν μετακομίσει και τα μαρσπιέ που τώρα είναι τοποθετημένα ψηλότερα και πιο πίσω έτσι ώστε να αφήσουν περιθώριο και για μεγαλύτερη κλίση. Αντίστοιχα το τιμόνι έχει τοποθετηθεί χαμηλότερα καθώς τώρα δεν χρειάζεται να εξυπηρετεί την όρθια θέση οδήγησης, αλλά αντίθετα να μην ενοχλεί όταν ο αναβάτης πλαγιάζει και βγάζει το σώμα εκτός, για αυτό και έχει γίνει και λιγότερο φαρδύ από πριν.

Ο V4 Granturismo της Ducati είναι ό,τι πιο δυνατό υπάρχει στην Crossover αλλά και Adventure κατηγορία με 170 ίππους και σχεδόν 13kg.m ροπή στις 8.750 στροφές. Τα στοιχεία δυναμομέτρησης της προηγούμενης Multistrada V4 αλλά και του Streetfighter V4 που έχουμε πραγματοποιήσει, δεν έχουν εδώ ταύτιση με την Pikes Peak καθώς η Ducati έχει φτιάξει νέες χαρτογραφήσεις για τον κινητήρα. Περιμένουμε φυσικά κάτι ανάμεσα στις πιο πάνω μοτοσυκλέτες, για την Pikes Peak που είναι παραπάνω από αρκετά και για το πλέον απαιτητικό σενάριο οδήγησης. Με κυβισμό 1.160 κυβικών και βάρος μόλις 66,7 κιλών που είναι ελάχιστα πιο πάνω από αντίστοιχες δικύλινδρες άλλων κατασκευαστών αλλά ταυτόχρονα και 1,2 κιλά ελαφρύτερος από τον 1260 V2 της προηγούμενης Pikes Peak έκδοσης! Η απουσία του δεσμοδρομικού συστήματος επιτρέπει υψηλά διαστήματα service για την Multistrada και φυσικά ακολουθεί και η Pikes Peak με έλεγχο βαλβίδων κάθε 60.000 χιλιόμετρα.

Στις νέες χαρτογραφήσεις έρχεται τώρα να προστεθεί και η Race Riding Mode, για πρώτη φορά σε Multistrada. Βασική διαφορά εδώ η επέμβαση του κόφτη που δεν γονατίζει την μοτοσυκλέτα ώστε να μπορείς να κρατήσεις το γκάζι τέρμα ανοικτό σε μικρή ευθεία ανάμεσα από στροφές χωρίς να χάνεις χρόνο ούτε από τις αλλαγές, ούτε όμως και από την επέμβασή του. Το εξαιρετικό quickshifter που ξέρουμε ήδη από το streetfighter V4 υπάρχει τώρα και εδώ με τα ίδια χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την Ducati, που σημαίνει πως μπορείς να κατεβάζεις ενώ οι στροφές είναι πολύ ψηλά, έτσι ώστε να εκμεταλλευτείς το φρένο του κινητήρα αλλά και να πλασάρεις την μοτοσυκλέτα για την είσοδο, την ίδια στιγμή που η απόκριση της ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενης γκαζιέρας επίσης αλλάζει και αφαιρεί πόντους από την προοδευτικότητα για να σου δώσει άμεση επιτάχυνση στην επιλογή High Power Mode.

Όλα αυτά τα ρυθμίζεις από την 6,5 ιντσών TFT με τα φοβερά γραφικά, την δυνατότητα διασύνδεσης αλλά και πλήρους πλοήγησης με εμφάνιση κανονικού χάρτη μέσω της αντίστοιχης εφαρμογής, ενώ όπως είπαμε πιο πάνω παραμένουν όλα τα ηλεκτρονικά καλούδια, μαζί και το Adaptive Cruise Control και το Blind Spot Detection. Όλα έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, όπως και το Ducati Wheelie Control που στα λιγότερο επεμβατικά στάδια επιτρέπει μεγαλοπρεπείς σούζες και απλά ελαχιστοποιεί το ρίσκο για… καπάκι!

Η νέα έκδοση θα είναι διαθέσιμη από τον Δεκέμβριο με την επιλογή τετραετούς εγγύησης και με πλήρη εξοπλισμό που θα περιλαμβάνει και το ραντάρ, εμπρός και πίσω.

 

 

 

 

 

 

 

Ετικέτες

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.