Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€

Έτσι γιορτάζουν τα 10 χρόνια της RS-GP στα MotoGP!
Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/9/2025

Ότι πιο κοντά σε MotoGP έχει το Piaggio Group, είναι τώρα διαθέσιμο για 30 ιδιοκτήτες που μπορούν να διαθέσουν τις 90.000 Ευρώ που θα κοστίζει η κάθε μία αριθμημένη μοτοσυκλέτα.

Επέλεξαν να μείνουν πιστοί στον εορτασμό της επετείου και να μην περιμένουν να φτάσουν τα MotoGP σε Ιταλικό έδαφος για να παρουσιάσουν την X-GP, ιδιαίτερα από την στιγμή που είναι αρκετά πιθανό να υπάρχει απονομή πρωταθλήματος στον Marc Marquez με την Ducati να κλέβει, δικαιωματικά, την παράσταση.

Στην Catalunya λοιπόν, όπως ήταν αναμενόμενο, είδαμε την νέα RSV4 X-GP με αεροδυναμικά και εμφάνιση που απευθείας παραπέμπουν στην RS-GP25. Η τιμή βέβαια είναι πολύ πιο προσγειωμένη από κανονικές MotoGP ρέπλικες παραγωγής, όπως ήταν πριν από δέκα χρόνια το RC213V-S της Honda με ακριβώς την διπλάσια τιμή.

Εδώ η Aprilia έφτιαξε κάτι αντίστοιχο με την Ducati, μία απόλυτη έκφραση της τεχνογνωσίας που έχουν αποκτήσει στο NOALE από την αγωνιστική τους ενασχόληση όλα αυτά τα χρόνια, σε μία συνολικά ιστορική παρουσία στα παγκόσμια πρωταθλήματα. Φτάνοντας τώρα να έχουν μία αρκετά ανταγωνιστική μοτοσυκλέτα.

Η RSV4 X-GP είναι η πιο δυνατή superbike που κατασκεύασε ποτέ η Aprilia με 236 ίππους και βάρος μόλις 165 κιλών προσφέροντας μία αναλογία κιλών ανά ίππο που πλησιάζει τις MotoGP μοτοσυκλέτες.

Είναι η 5η γενιά των εξωτικών superbike της σειράς X για την Aprilia ξεκινώντας το 2019 με την RSV4 X και συνεχίζοντας την επόμενη χρονιά με το Tuono X. Σταδιακά ανέβαζε το επίπεδο και έτσι είχαμε το 2022 την υπερβολική RSV4 X Trenta και έπειτα το 2024 ήρθε η RSV4 eX3ma. Το «Χ» συμβολίζει τον αριθμό 10 με Ρωμαϊκή γραφή, θέλοντας έτσι να δηλώσει την τελειότητα η Aprilia, ενώ φέτος ταιριάζει και ως επέτειο.

Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€
για να κερδίζεις το εθνικό σου πρωτάθλημα με ευκολία WSBK...

Από την ex3ma υπάρχουν βασικές διαφορές στο φαίρινγκ καθώς ακολουθείται εδώ η εξέλιξη που έρχεται από τα MotoGP με έντονα πτερύγια στο πιρούνι και στην ουρά κατασκευασμένα από τους ίδιους που αναλαμβάνουν και τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες, PAN Compositi.

Έτσι εκμεταλλεύονται όλη την εμπειρία στην κατασκευή των πτερυγίων που αξιοποιούν την «σάντουιτς» δομή στον τρόπο που τοποθετούνται τα φύλλα για να καταλήξουν με εξαιρετικά μικρό βάρος χωρίς καμία θυσία στην αντοχή. Το carbon είχε και εξακολουθεί να έχει, σημαντικό περιθώριο για βελτίωση.

Η χαρτογράφηση έχει έρθει σε συνεργασία με τους μηχανικούς της SC που προμηθεύουμε και την εξάτμιση σε πλήρες στυλ MotoGP και εδώ.

Η Aprilia λέει πως η ειδική μελέτη του φαίρινγκ μειώνει την πίεση κάτω από την ποδιά και έτσι όταν η μοτοσυκλέτα πλαγιάζει δημιουργείται υποπίεση που τραβά την μοτοσυκλέτα προς το έδαφος, ενώ στις ευθείες βοηθά στην ευστάθεια της μοτοσυκλέτας και κάνει το έργο των ηλεκτρονικών που προσπαθούν να κρατήσουν τον εμπρός τροχό στο έδαφος, λίγο πιο εύκολο.

Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€

Ο V4 65ο μοιρών των 1099 κυβικών είναι ρυθμισμένος σε προδιαγραφές των WSBK από το αγωνιστικό τμήμα της Aprilia αποδίδοντας 238 ίππους στις 13.750 στροφές με τον κόφτη να είναι τοποθετημένος στις 14.100 στροφές.

Η ροπή σκαρφαλώνει στα 13,35Kg.m στις 11.750 στροφές έχοντας ανεβάσει συμπίεση σε σύγκριση με τον ευρείας παραγωγής κινητήρα και αλλάξει πλήρως την εισαγωγή με αγωνιστικό φίλτρο και διαφορετικούς αυλούς. Σημαντικό ρόλο παίζει φυσικά η ολόσωμη εξάτμιση τιτανίου της SC Project.

Η Aprilia είχε πάντα μία πολύ δυνατή ομάδα στα ηλεκτρονικά και μάλιστα ήταν πιο δυνατή από την αντίστοιχη της Ducati, συνεχίζοντας να έχει και τώρα σημαντικές πρωτοπορίες. Αυτή η ομάδα ετοίμασε και την ECU της μοτοσυκλέτας με τον τρόπο που το είχε κάνει και για τον Biaggi και αξιοποιούν τους αλγορίθμους που έχει αναπτύξει το συγκεκριμένο τμήμα, γράφοντας το δικό τους Firmware αντί για Software πάνω στο Firmware του προμηθευτή. Η ομπρέλα ηλεκτρονικών ονομάζεται APX από την Aprilia και αξιοποιεί και ενσωματωμένο GPS ώστε να μπορεί να ρυθμίζει την μοτοσυκλέτα βάση τηλεμετρίας συγκεκριμένα για κάθε πίστα, ώστε να αισθάνεσαι πως τρέχεις με μία ομάδα μηχανικών που σε παρακολουθεί ζωντανά από το box.

Αλουμινένιο πλαίσιο δύο δοκών και αναρτήσεις τις Ohlins με Brembo GP4 MS δαγκάνες και Z04 τακάκια που εφαρμόζουν σε δίσκους DP330 εμπρός, συμπληρώνουν την εικόνα της ετοιμότητας για πρωταθληματικούς γύρους σε πίστα, που έχει αυτή η μοτοσυκλέτα. Πίσω έχουμε δαγκάνα με επίστρωση νικελίου ενώ οι ζάντες είναι μαγνησίου από την Marchesini και έχουν από επάνω τους φτερά από κάρμπον.

Οι διακόπτες έρχονται από την Jetprime που ειδικεύεται στις εγκαταστάσεις για αγωνιστική χρήση ενώ τα ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, μανέτες, λεβιέδες, τάπα ρεζερβουάρ, καπάκι κινητήρα και κάλυμμα εμπρός φρένου έρχονται από την Spider.

Τα ψυγεία λαδιού και υγρών της μοτοσυκλέτας έχουν αλλαχθεί με τα αντίστοιχα για WSBK χρήση ενώ στην τελική μετάδοση έχουμε γρανάζια της PBR με το εμπρός να είναι ελαφρύτερο και το πίσω να είναι τιτανίου καθώς και αλυσίδα RK 520.

Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€

Τα μόλις 30 που θα κατασκευαστούν θα κοστίζουν όπως είπαμε 90.000 Ευρώ χωρίς να συμπεριλαμβάνονται φόροι και κόστος μεταφοράς. Εκείνο που περιλαμβάνεται είναι, αν θέλουν, να επισκεφτούν το αγωνιστικό τμήμα της Aprilia και να παραλάβουν την μοτοσυκλέτα τους από εκεί οι ίδιοι, με τους μηχανικούς να λύνουν κάθε απορία τους. Μαζί θα παραλάβουν και ένα laptop Yashi που θα είναι φορτωμένο με όλες τις παραμέτρους της ECU για δεκάδες πίστες της Ευρώπης καθώς και το πιστοποιητικό αυθεντικότητας, πακέτο με επιπρόσθετο υλικό στη μορφή NFT και προστατευμένο με τεχνολογία blockchain, ώστε από μόνο του αυτό να είναι μία ξεχωριστή επένδυση.

Η προίκα της μοτοσυκλέτας ολοκληρώνεται με IRC κουβέρτες, εμπρός και πίσω αγωνιστικό στάντ της RCB, αντίστοιχο χαλί και υφασμάτινο κάλυμμα.

Στόχος του Noale είναι να δει αυτές τις μοτοσυκλέτες, ή τουλάχιστον κάποιες από αυτές, να καταλήγουν στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία θα πάει σε ανθρώπους που δεν πρόκειται να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές του στο έπακρο ενώ κάποιες από αυτές τις 30 είναι δεδομένο πως θα καταλήξουν σε ιδιωτικές συλλογές προς επένδυση χωρίς ποτέ να βγουν από το κουτί τους.

Aprilia RSV4 X-GP: Αναλογίες MotoGP! 238hp - 165kg - 90.000€

Ο Massimo Rivola, διευθυντής Aprilia Racing είπε:


«Δέκα χρόνια μετά την επιστροφή μας στο MotoGP, η Aprilia Racing θέλησε να γιορτάσει την περίσταση με μία πραγματικά ξεχωριστή X η οποία θα ακολουθεί όσο πιο κοντά γίνεται τις εξελίξεις στα MotoGP και θα μεταφέρει πολύ από την κερδισμένη, εκεί, τεχνογνωσία στην RS-GP25 σε μία εργοστασιακά προετοιμασμένη μοτοσυκλέτα. Αυτή είναι μία ξεκάθαρα μοναδική, πανέμορφη και αδιανόητα συναρπαστική μοτοσυκλέτα, ικανή να χαρίσει εκείνα τα μοναδικά συναισθήματα που μόνο οι αναβάτες των παγκοσμίων πρωταθλημάτων μπορούν να γευτούν, σε ένα πακέτο που ο ενθουσιώδης ιδιώτης θα μπορέσει να το λειτουργήσει. Είναι μία μοτοσυκλέτα για πολύ λίγους και μεταφέρει το πάθος, την τεχνολογία και την αγάπη για αγώνες που έχουμε στην Aprilia Racing».

Ο Fabiano Sterlacchini, τεχνικός διευθυντής Aprilia Racing είπε:

«Με την RSV4 X-GP θέλαμε να κάνουμε το επόμενο βήμα εμπρός στην ενσωμάτωση της πιο προηγμένης τεχνολογίας, σε κάτι που ένας πελάτης μπορεί να πιάσει στα χέρια του. Οι μηχανικοί μας δημιούργησαν κάτι περισσότερο από την συνέχεια του project X που ξεκίνησε το 2019. Είναι μία μοτοσυκλέτα πραγματικά εμποτισμένη με το DNA των MotoGP. Πολλά είναι στα στοιχεία που το μαρτυρούν αυτό: Τα αεροδυναμικά βοηθήματα εμπρός και στην ουρά όπως στην RS-GP25, το κάρμπον σε δομικό ρόλο κάτω από την σέλα με τεχνολογία που έρχεται από τα MotoGP και χαρίζει αυτή την εκπληκτική αναλογία κιλών ανά ίππο. Αναρίθμητα περιφερειακά, κάποια εμφανή, τα περισσότερα όχι, είναι νέα και έχουν έρθει από την εμπειρία μας στην κορυφή των αγώνων μοτοσυκλέτας».