Η CCM, με έδρα το Bolton, ανακοίνωσε την δημιουργία ενός νέου μοντέλου με την επωνυμία Spitfire, εμπνευσμένη από τα βρετανικά μαχητικά αεροπλάνα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο θα παρουσιαστεί στο London Motorcycle Show.
Η CCM είχε στο παρελθόν συνεργασία με την Suzuki, η οποία την προμήθευε κινητήρες για on-off και enduro μοτοσυκλέτες, ενώ είχε περάσει από διάφορα ιδιοκτησιακά καθεστώτα για να επιστρέψει το 2004 στον ιδρυτή της εταιρείας τον Alan Clews (CCM σημαίνει Clews Competition Motorcycles). Εδώ και λίγο καιρό, στην εταιρεία είχε ιδρυθεί ένα νέο τμήμα, το Skunkwerx, το οποίο αποτελείται από μηχανολόγους του εργοστασίου με δημιουργική διάθεση, που εξελίσσουν διάφορες ιδέες σχετικά με τις μοτοσυκλέτες των ονείρων τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν συμβατικούς σχεδιασμούς ή τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Μια επιτομή του μινιμαλισμού σε περιορισμένη παραγωγή
Το πρώτο προϊόν αυτής της ομάδας είναι το Spitfire, το οποίο θα παραχθεί σε μόλις 150 κομμάτια (όλα αριθμημένα), με αρχική τιμή τα 9.400 ευρώ (7.995 λίρες Αγγλίας). Ο κινητήρας είναι ένας υγρόψυκτος, τετράχρονος, μονοκύλινδρος 600 κυβικών, που αποδίδει 55 ίππους και 6 χιλιογραμμόμετρα ροπής. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο Τ45 χωροδικτύωμα με τις κολλήσεις του να έχουν γίνει στο χέρι, για το οποίο μάλιστα επιστρατεύτηκε ο Ted Unwin που ανήκε στην αρχική ομάδα της CCM, όταν πρωτοιδρύθηκε το 1971. Το πιρούνι προέρχεται από την WP και είναι ανεστραμμένο τηλεσκοπικό, πλήρως ρυθμιζόμενο, όπως πλήρεις ρυθμίσεις διαθέτει και το αμορτισέρ της Tractive, ενώ τα φρένα είναι της ιταλικής Brembo. Το βάρος της μοτοσυκλέτας (κενής) ανακοινώνεται στα 120,8 κιλά και το ύψος της σέλας είναι στα 830mm.
Η έμπνευση του σχεδιασμού του είναι ξεκάθαρο ότι προέρχεται από το πάντρεμα των café racers και των flat rack, με τον χαρακτηριστικό τροχό των 19 ιντσών μπροστά και τα ελαστικά-"μπαλόνια". Μια επιτομή του μινιμαλισμού σε περιορισμένη παραγωγή…
EICMA 2024: Aprilia Tuono V4 και V4 Factory - Μουστάκια και για το μεγάλο Tuono
Αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά και αεροδυναμική - Στους 180 ίππους ο κινητήρας
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
8/11/2024
Σύμφωνο και με τα όσα γνωρίζαμε ήδη από το καλοκαίρι είναι το Aprilia Tuono V4, το οποίο και αναβαθμίζεται στους τομείς της αεροδυναμικής και των ηλεκτρονικών συστημάτων.
Λίγο οξύμωρο να βάζεις στην ίδια πρόταση την αεροδυναμική απόδοση και μια streetfighter, ωστόσο τα δεδομένα αλλάζουν και το μεγάλο Tuono έχει καλύψει σε μεγάλο βαθμό την γύμνια του εδώ και καιρό, ενώ όπως πάντα ακολουθεί τις εξελίξεις των superbike της εταιρείας από το Noale.
Σχεδιαστικά το μπικίνι φαίρινγκ έχει αλλάξει από τους προβολείς και κάτω με το Tuono V4 να ενσωματώνει στη σχεδίασή του σεβαστών διαστάσεων αεροτομή που ενώνεται και με τα πλαϊνά πλαστικά για ακριβέστερο έλεγχο της ροής του αέρα. Ελαφρώς διαφορετικής σχεδίασης είναι επίσης και η ουρά με το στάνταρ καπάκι που την κάνει μονόσελη να έχει μεγαλύτερα σε σχέση με πριν και ελαφρώς διαφορετικού σχήματος πτερύγια. Παράλληλα, η βάση της πινακίδας ενσωματώνει τα φλας αλλά πλέον και το στοπ και έτσι όλα τα φώτα μπορούν να αφαιρεθούν μαζί σε κάποιο track day.
Οι αεροδυναμικές βελτιώσεις συνεισφέρουν στην καλύτερη προστασία του αναβάτη, ενώ η αεροτομή αυξάνει το κάθετο φορτίο που ασκείται στον εμπρός τροχό στα 250 χλμ./ώρα κατά 2,5 κιλά και βελτιώνει έτσι τη σταθερότητα της μοτοσυκλέτας σε αυτές τις ταχύτητες αλλά και την ακρίβεια στην αλλαγή κατεύθυνσης.
Οι αλλαγές στη σχεδίαση του μπικίνι φαίρινγκ απομακρύνουν και μεγαλύτερες ποσότητες καυτού αέρα από τα πόδια του αναβάτη και σε αυτό βοηθούν και οι νέοι και ισχυρότεροι ανεμιστήρες του ψυγείου.
Το Tuono V4 φέρει επίσης μπαταρία ιόντων λιθίου στη θέση της βαρύτερης συμβατικής, φωτιζόμενα χειριστήρια και ο αναβάτης ενημερώνεται από την TFT οθόνη των πέντε ιντσών που παρουσιάζει τώρα τις πληροφορίες αξιοποιώντας νέα γραφικά.
Τόσο το Tuono V4 όσο και η κορυφαία έκδοση Factory του hypernaked της Aprilia χρησιμοποιούν τον ίδιο V4 με την περιεχόμενη γωνία των 65 μοιρών που αναβαθμίζεται για τη νέα χρονιά και πληροί πλέον τις προδιαγραφές Euro 5+. Η ισχύς αυξήθηκε κατά πέντε ίππους στους 180 στις 11.800 σ.α.λ., 450 στροφές ψηλότερα σε σχέση με πριν, ενώ η ροπή παραμένει ίδια στα 12,34 κιλά αλλά και αυτή αποδίδεται 600 στροφές ψηλότερα στις 9.600 σ.α.λ.
Ο κυβισμός του μοτέρ έχει αυξηθεί από τα 1.077 στα 1.099 κ.εκ., ενώ νέα είναι και τα σώματα του ψεκασμού, στα 52 χλστ. Επίσης νέα και η εξάτμιση, με τον καταλύτη να έχει απομακρυνθεί από τον αναβάτη, με τη νέα σχεδίαση να κάνει πιο εύκολη την τοποθέτηση του after market τελικού από τον επίσημο κατάλογο αξεσουάρ.
Οι αναβαθμίσεις συνεχίζονται και στα ηλεκτρονικά συστήματα υποβοήθησης του Tuono με τους Ιταλούς να εξελίσσουν νέο λογισμικό για την σουίτα APRC (Aprilia Performance Ride Control). Με αυτό το λογισμικό η κεντρική μονάδα αναλύει τα δεδομένα (ταχύτητα κίνησης, κλίση, άνοιγμα γκαζιού κ.α.) σε πραγματικό χρόνο και προετοιμάζει τη λειτουργία των συστημάτων σύμφωνα με αυτά πριν ακόμη ο αναβάτης τα "καλέσει" σε λειτουργία.
Έτσι, σε θεωρητικό επίπεδο, μειώνεται ο χρόνος αντίδρασης του συστήματος, για παράδειγμα του ABS, που δεν χρειάζεται να υπολογίσει τα πάντα τη στιγμή της ενεργοποίησής του, οπότε θα επέμβει και πιο αποτελεσματικά.
Παράλληλα, σύμφωνα με την Aprilia το λογισμικό αναλύει τα δεδομένα που λαμβάνει και σε σχέση με το οδηγικό στιλ του αναβάτη και ραφινάρει έτσι τη λειτουργία τους με στόχο να προσφέρει περισσότερο έλεγχο. Το λογισμικό δείχνει να έχει κάτι από τεχνητή νοημοσύνη, αλλά οι Ιταλοί δεν χρησιμοποιούν πουθενά αυτές τις λέξεις οπότε δεν θα το κάνουμε ούτε και εμείς μέχρι να μάθουμε περισσότερα.
Για όλα τα νέα V4 Aprilia η ιταλική εταιρεία προσφέρει πλέον και απομακρυσμένη ενεργοποίηση ηλεκτρονικών συστημάτων χωρίς να χρειάζεται να επισκεφτείτε συνεργείο, με την αγορά τους να μπορεί να γίνει σε δεύτερο χρόνο έπειτα από την αγορά της μοτοσυκλέτας. Μια μόδα που ξεκίνησε από τα αυτοκίνητα και βρίσκει τον δρόμο της και στους δύο τροχούς.
Το V4 φέρει πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Sachs όπως και σταμπιλιζατέρ από την ίδια εταιρεία, ενώ για τους πιο απαιτητικούς υπάρχει η έκδοση Factory με τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις της Ohlins αποκλειστικά στον μαύρο-κόκκινο χρωματισμό "Dark Kraken" με το πλαίσιο του να είναι επίσης βαμμένο μαύρο. Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται την ίδια θέση οδήγησης, όπως και όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.