Kawasaki Z900RS Customs

Τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/11/2017

Αν και έχουν περάσει λίγες εβδομάδες από τότε που το Z900RS της Kawasaki έκανε το ντεμπούτο του Tokyo Motor Show, η εταιρεία ανακοίνωσε πως το ενδιαφέρον από το κοινό ήταν μαζικό και τεράστιο σε μέγεθος, με τον κόσμο να απαιτεί ήδη για περισσότερα νέα και πληροφορίες. Στην EICMA δόθηκε η απάντηση στο ερώτημα για τον αν θα υπάρξει κι άλλη έκδοση του Ζ900RS μέσα στο 2018, με την παρουσίαση της έκδοσης Ζ900RS Café, δίνοντας τόσο το στίγμα της φιλοσοφίας πίσω από την κατασκευή του, αλλά και το έναυσμα για την εξέλιξη αυτής της φιλοσοφίας, ιντριγκάροντας την φαντασία των φανατικών του customizing.
Κάνοντας απτό το συγκεκριμένο σκεπτικό, η Kawasaki –όπως είχατε διαβάσει εδώ στην πρώτη παρουσίαση του μοντέλου- ανέθεσε σε τρεις διάσημους ιαπωνικούς οίκους customizing να δημιουργήσουν τη δική τους οπτική για το Ζ900RS. Έχοντας πλήρη πρόσβαση στα μοντέλα προπαραγωγής και την δυνατότητα να αλληλοεπιδράσουν με τους μηχανικούς του εργοστασίου, οι Bito R&D, Moto Corse και Doremi Collection (τα ονόματα των τριών κατασκευαστών) δούλεψαν στα δικά τους εργαστήρια προκειμένου να δημιουργήσουν εναλλακτικές του Ζ900RS, στα πλαίσια του customizing που είχε ξεκινήσει από το 1972 με το Ζ1.


H Bito R&D, που έχει την έδρα της στην επαρχία Toyooka Hyogo και επικεφαλής τον Jo Bito, είναι διεθνώς αναγνωρισμένη ως βελτιωτικός οίκος με προϊόντα που ξεχωρίζουν, όπως οι τροχοί JB Magtan (πολές ομάδες MotoGP εφοδιάζονται με JB Magtan τροχούς). Η πρώτη αντίδραση του Bito όταν πρωτοείδε το Z900RS ήταν πως "πρόκειται για μια όμορφη μοτοσυκλέτα που επιδεικνύει το πνεύμα της Kawasaki σε ολόκληρη την κατασκευή. Αν και είναι υγρόψυκτος, ο κινητήρας διαθέτει ψύκτρες, το ρεζερβουάρ έχει μια έντονη παρουσία, οι αναρτήσεις και τα φρένα είναι ιδιαίτερα ποιοτικά και η μοτοσυκλέτα έχει εξαιρετική συμπεριφορά. Μπορείς να νιώσεις την κληρονομιά του Ζ1."


Φυσικά, πάντα θα υπάρχουν πελάτες που θα αισθάνονται πως στην στάνταρ μορφή της μοτοσυκλέτας κάτι λείπει. Ο Bito, ο οποίος γνωρίζει άριστα την οικογένεια των Ζ1, έφτιαξε το δικό του Ζ900RS custom σαν να ήταν πελάτης… του εαυτού του. Τοποθετώντας το σήμα κατατεθέν του –τους τροχούς JB Maagtan των 18'' με πιο λεπτά ελαστικά- πρόσθεσε και άλλα εξαρτήματα που σχεδίασε ειδικά για την μοτοσυκλέτα, κάποια εκ των οποίων είναι εύκολο να τα εντοπίσεις και άλλα λειτουργούν πιο παρασκηνιακά για να υποστηρίξουν το όραμά του. Αντικατέστησε τους δίσκους και τις δαγκάνες, τοποθετώντας δικής του κατασκευής εξαέμβολες ακτινικές. Η εξάτμιση έχει διάταξη 4 σε 1 και είναι από τιτάνιο, με τον ίδιο να φτιάχνει στο χέρι τις κούρμπες των σωλήνων.

Ο άξονας του πίσω τροχού αντικαταστάθηκε με άλλον που διαθέτει μηχανισμό ταχείας απελευθέρωσης, ενώ αντικαταστάθηκαν και οι πλάκες του πιρουνιού που προσφέρουν ρυθμιζόμενο offset. Άλλα εξαρτήματα που σχεδίασε ο ίδιος είναι η οι βάσεις του προβολέα, των φτερών και των φλας, η πίσω σχάρα, ο άξονας του μπροστινού τροχού και οι βάσεις των μαρσπιέ. Όντας ένας πραγματικός φαν της Kawasaki, ο Jo Bito κατασκεύασε μια εκπληκτική και προκλητική μοτοσυκλέτα που φέρνει αγωνιστικούς συνειρμούς.

 

Η διαδρομή που διάλεξε η Moto Corse ήταν διαφορετική. Ως η κορυφαία εταιρεία στην Ιαπωνία για ιταλικές μοτοσυκλέτες, το έργο που ανέλαβε δείχνει αρχικά δύσκολο. Ο Shin Kondo όμως της Moto Corse δεν είναι απλώς ένας ιδιοκτήτης ενός Mach IV H2 του 1972, αλλά και ένας από τους πρώτους που γοητεύτηκαν από το Ζ2, την έκδοση του Ζ1 για την ιαπωνική αγορά.
"Οδηγώντας στον αυτοκινητόδρομο Nishi-Meihan, ερωτεύτηκα την αίσθηση του τετρακύλινδρου εν σειρά και τον ήχο της εξάτμισης. Σ' αυτή την βόλτα συνάντησα άλλους αναβάτες με "Ζ". Οι μοτοσυκλέτες έδειχναν καταπληκτικές εν κινήσει. Από τότε που ξεκίνησα αυτή την δουλειά, πάντα ήθελα να δουλέψω πάνω σε ένα "Ζ" και να δω τι αποτέλεσμα θα προέκυπτε".


Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα που αποπνέει αποκλειστικότητα αντί να φλυαρεί με αμέτρητες μικροαλλαγές. Το carbon είναι σε αφθονία, ενώ φαινομενικά μικρές αλλαγές έχουν μελετηθεί μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, όπως οι χρωμιομένες ρίγες στο ρεζερβουάρ. Πινελιές όπως η καπιτονέ σέλα και τα εξαρτήματα από ανθρακονήματα προσθέτουν μια μοναδική κομψότητα στο δημιούργημα της Moto Corse.

 


Η Doremi Collection από την άλλη, είχε ως γνώμονα την αγωνιστική λειτουργικότητα αντί την κομψότητα, σε ό,τι αφορά το δικό της Z900RS, το τρίτο και τελευταίο δείγμα της αχαλίνωτης δημιουργικότητας. Από την πρώτη ματιά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η μοτοσυκλέτα αντανακλά πιστά το πνεύμα του αγωνιστικού Ζ1 με το οποίο έτρεχε ο Wes Cooley στο ΑΜΑ superbikes. Μαζί με μια 4 σε 1 εξάτμιση βαμμένη μαύρη ματ, ο Hiroshi Take της Doremi Collection πρόσθεσε πολλές αναφορές σε εκείνο το Ζ1, όπως το καπάκι της ανάφλεξης και τα χρωμιομένα φλας του μοντέλου παραγωγής.


Ο Take είναι ένας ακόμη φανατικός των "Ζ" και η βαθιά γνώση του στις μηχανολογικές βελτιώσεις είναι άκρως αναζωογονητική. "Μπαίνουμε στην εποχή των ρόλων", λέει ο Take. "Προσθέτοντας απλώς μαρσπιέ και μια after market εξάτμιση, δεν αρκούν για να κάνεις τη διαφορά. Αν όποιος το βλέπει δεν σκέφτεται "αυτό είναι διαφορετικό", τότε δεν έχει νόημα στον κάνεις customizing στην μοτοσυκλέτα σου."
Όπως στους Bito R&D και Moto Corse, η προσέγγιση της Doremi Collection έγινε σε δύο στάδια. Αρχικά, κάθε κατασκευαστής απορρόφησε την φιλοσοφία του Z900RS και την θέση του στη θρυλική σειρά των "Ζ" και στην συνέχεια εφάρμοσαν τη δική τους μοναδική οπτική για να δημιουργήσουν τρεις ξεχωριστές και ανατρεπτικές πνευματικά μοτοσυκλέτες, ώστε να αποτελέσουν το έναυσμα για μια παγκόσμια τάση.

Ετικέτες

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.