Παρουσίαση Υamaha FZ6 Fazer 2002-2006 [αρχείο περιοδικού ΜΟΤΟ]

Ιαπωνική σπεσιαλιτέ
Από το

Μαύρο Σκύλο

26/4/2019

Το Yamaha FZ6 Fazer βγήκε στην παραγωγή το 2002 λόγω της έλευσης των προδιαγραφών Euro 2. Η Yamaha το ανανέωσε ριζικά παρουσιάζοντας ουσιαστικά μια νέα μοτοσυκλέτα που δεν είχε τίποτα κοινό με την προηγούμενη έκδοσή της –μέχρι και το όνομα τροποποιήθηκε- και ως σωστός διάδοχος συνέχισε την επιτυχία που είχε διαγράψει το προηγούμενο μοντέλο. Το FZ6 είχε μία μεγάλη εμπορική καριέρα κι έτσι μέχρι και σήμερα έχει έντονη παρουσία στους ελληνικούς δρόμους. Η συνταγή της επιτυχίας του υπάρχει στο άρθρο που αναδημοσιεύουμε απ’ το τεύχος 312 του ΜΟΤΟ: Τότε οι αναγνώστες μας μάθαιναν από πρώτο χέρι, για μία νέα μοτοσυκλέτα που άξιζε τα χρήματά της και στην πορεία του χρόνου δικαιωθήκαμε. Αναδημοσιεύουμε το πλήρες άρθρο όπως γράφτηκε τότε:

"Ιαπωνική σπεσιαλιτέ"

Ο σεφ της Yamaha, Yukata Kubo, αφού έμαθε ότι βγήκε από το μενού το περασμένο δημιούργημα της εταιρείας, προτείνει τo FZ6 Fazer. Στη χύτρα του στην Ιαπωνία, τσιγάρισε το πιρούνι του Fazer 1000, σοτάρισε το ψαλίδι του προηγούμενου 600, πέταξε μέσα τον κινητήρα του R6, συμπλήρωσε με Die-Cast πλαίσιο και έβαλε για γαρνιτούρα την εξάτμιση κάτω από τη σέλα, ψηφιακό πολυόργανο και μερικά μπαχαρικά. Εμείς δεχθήκαμε την πρόσκληση και δοκιμάσαμε το νέο πιάτο στον καθαρό αέρα των Αυστριακών Άλπεων

Το γνωστό μας και σχεδόν απαράλλακτο από το 1998 Fazer 600 έκανε τον κύκλο του και πλέον μπήκε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Και αυτό, τη στιγμή που πουλούσε σαν ζεστό κουλούρι – αλλά, βλέπετε, οι νέες προδιαγραφές ρύπων Euro 2 επέβαλαν το οριστικό τέλος της πολύχρονης πορείας του. Ο ερχομός του νέου Fazer 600 ήταν αναμενόμενος και ήδη μέσα στον Οκτώβρη θα βρίσκεται στους αντιπροσώπους της Yamaha. Αν δούμε λίγο την πορεία της κατηγορίας των 600cc, θα διαπιστώσουμε πως το προηγούμενο Fazer έγραψε λαμπρή Ιστορία. Με το που παρουσιάστηκε, το 1998, εκτόξευσε τις πωλήσεις στην κατηγορία των street μοτοσυκλετών, κλέβοντας κοινό από τα cruisers και από άλλες διάφορες κατηγορίες. Ο πολύπλευρος χαρακτήρας του και η κλασική του όψη προσέλκυσαν πάνω από 100.000 αγοραστές, που αναλογούν στο 30% των πωλήσεων της κατηγορίας του. Σήμερα είναι πάλι μια καλή ευκαιρία για τη Yamaha, να χαράξει τη νέα πορεία της κατηγορίας, καθώς τα supersport έχουν πλέον αγριέψει πολύ και νιώθουν άνετα μόνο στις πίστες, οπότε αυτόματα δημιουργήθηκε η ανάγκη για ένα σύγχρονο all-round με τεχνολογία τελευταίας γενιάς.

Ο κλήρος έπεσε στον Yukata Kubo, τον δημιουργό του Fazer 1000, που τώρα είχε δύσκολη δουλειά να κάνει, αφού το νέο Fazer έχει ως μόνο κοινό σημείο με το παλιό το όνομά του. (Άλλωστε ακόμα και αυτό δέχτηκε επέμβαση, και από FZS 600 έγινε FZ6 Fazer – και FZ6 για τη γυμνή έκδοση). Ο Kubo χρειάστηκε τη συνεργασία αρκετών τμημάτων του εργοστασίου, αφού αυτή τη φορά δημιούργησε μια εντελώς νέα μοτοσυκλέτα με αρκετά καινοτομικά μέρη που για πρώτη φορά εφαρμόζονται σε μοντέλο της Yamaha. Κινητήρας από R6 με νέο ψεκασμό, νέα ηλεκτρονική μονάδα ECU και βεβαίως νέα εξάτμιση. Το χυτό αλουμινένιο πλαίσιο κατασκευάζεται για πρώτη φορά σε μοντέλο της Yamaha με τη μέθοδο Die-Cast (είχε χρησιμοποιηθεί για το R6 2003, στο υποπλαίσιο και το ψαλίδι) και δεν έχει πουθενά κολλήσεις. Ένα σωρό άλλες καινοτομίες και διαφορές στη γεωμετρία με το προηγούμενο μοντέλο, συνθέτουν ένα φρέσκο σύνολο, που έχει στόχο να γράψει τη δική του ιστορία μέσα στον χρόνο.

Το παρέσυρε το ρεύμα

Η σχεδιαστική άποψη που προτιμά τις μυώδεις κατασκευές επηρέασε και το νέο Fazer, που δείχνει προκλητικά τον high-tech κινητήρα και το ασύμμετρο αλουμινένιο πλαίσιό του. Οι τροχοί “πάχυναν”, αφού τα καινούργια ελαστικά έχουν μεγαλύτερες διαστάσεις σε σχέση εκείνα του παλιού Fazer: 120/70-17 σε 3,5’’ ζάντα μπροστά και 180/55-17 σε 5,5’’ ζάντα πίσω. Η Dunlop σχεδίασε τη σειρά D252 ειδικά για το νέο Fazer, μερικές πάντως παρτίδες του οποίου θα κυκλοφορούν και με λάστιχα της Bridgestone. Το σχήμα αυτού του “κακού” και μυώδους μηχανακίου φαίνεται περισσότερο στη γυμνή έκδοση, την οποία όμως δεν οδηγήσαμε στην Αυστρία, αφού θα αργήσει να κυκλοφορήσει και προφανώς δεν υπήρχαν πολλά “κομμάτια” έτοιμα. Κατά γενική άποψη, πάντως, το γυμνό είναι πολύ όμορφο, και μάλιστα υπάρχουν αρκετά αξεσουάρ που το αγριεύουν ακόμα περισσότερο.

Σε αυτή τη σιλουέτα λοιπόν τοποθετήθηκε το μισό φέρινγκ, που προσπαθεί να προστατέψει τον αναβάτη από την επίθεση του αέρα. Οι προβολείς, που μοιάζουν με του R1, δίνουν αρκετά επιθετική όψη. Η δυνατή πλευρά όμως δεν είναι η μπροστινή, αλλά η ουρά. Οι δύο εξατμίσεις που ξεπροβάλλουν κάτω από τη σέλα είναι άκρως εντυπωσιακές και προσεγμένα φινιρισμένες. Το ότι στην ουσία πρόκειται για ένα τελικό με δύο εξαγωγές δεν χαλάει κανέναν, απλώς θα βάλει σε δουλειά τους aftermarketάδες. Οι πεντάμπρατσες ζάντες σαν του R6 και η σέλα συγκαταλέγονται στα όμορφα σχεδιασμένα μέρη, ενώ το κλασικό ψαλίδι ορθογωνικής διατομής χαλάει κάπως το σύνολο.

Ο παράδεισος του στριτάκια

Με αφετηρία το Seefeld, οι άνθρωποι της Yamaha Ευρώπης είχαν σχεδιάσει μια διαδρομή στο επαρχιακό δίκτυο της δυτικής Αυστρίας, κοντά στα σύνορα με Ελβετία και Γερμανία. Οι μεγαλειώδεις Άλπεις συνθέτουν ένα μοναδικό τοπίο, με τα κοφτερά βράχια να περιτριγυρίζονται από καταπράσινα λιβάδια. Οι γνωστές αγελάδες των διαφημίσεων τριγυρνούν στους δρόμους, και από τα χωριά ξεκινούν τα τελεφερίκ που τον χειμώνα ανεβάζουν τους σκιέρ στις ατέλειωτες πίστες. Εκεί λοιπόν είναι ο παράδεισος των μοτοσυκλετιστών, και αυτή την εποχή είχαν γεμίσει τους δρόμους κατά εκατοντάδες. Η πίστα… συγνώμη, ο δρόμος, έχει άσφαλτο μέτριας ποιότητας για τα ευρωπαϊκά επίπεδα (αλλά πάρα πολύ καλή για τα ελληνικά δεδομένα), μέτριες προς κλειστές στροφές και μικρές ευθείες. Το καλύτερο πεδίο για τη δοκιμή μιας μοτοσυκλέτας τέτοιου είδους, δηλαδή. Καμιά εικοσαριά Fazer, λοιπόν, ξαμολήθηκαν στα βουνά με αναβάτες τρελαμένους δημοσιογράφους, και οι Έλληνες άρχισαν να καταλαβαίνουν γιατί στην Ευρώπη κυκλοφορούν τόσες πολλές street, όπως εδώ έχουμε τις on-off.

Το νέο Fazer σίγουρα είναι φτιαγμένο για τέτοιου είδους δρόμους και όχι μόνο. Η εργονομική σχεδίαση της θέσης οδήγησής του (λίγο πιο κοντά το τιμόνι και περισσότερος χώρος για τα πόδια σε σχέση με το παλιό) επιτρέπει την άνετη οδήγηση στις συνεχείς στροφές, χωρίς τίποτα επάνω του να ξενίζει ή να δυσκολεύει τον αναβάτη. Το μεγαλύτερο φέρινγκ παρέχει καλή προστασία, και μέχρι τα 140 χ.α.ώ. ο αέρας δεν ενοχλεί. Από εκεί και πάνω, απαιτείται ελαφρύ σκύψιμο.

Η άνεση βρίσκεται σε κορυφαία επίπεδα, και σ' αυτό συμβάλλει η καλοσχεδιασμένη σέλα που έχει επενδυθεί με αντιολισθητικό υλικό. Δείχνει σκληρή, αλλά στην πράξη είναι πιο ξεκούραστη από αυτή του παλιού μοντέλου. Μετά από πέντε ώρες συνεχούς οδήγησης στους δρόμους της Αυστρίας δεν υπήρξε δημοσιογράφος που να παραπονεθεί για κούραση ή πιάσιμο κάποιου σημείου του σώματός του.

Φρένο - πλάγιασμα - άνοιγμα γκαζιού, και πάλι από την αρχή. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται συνεχώς στους φιδωτούς δρόμους, και αμέσως γίνεται αντιληπτή η καλή δουλειά που έκαναν οι “πλαισιάδες” της Yamaha. Σταθερότητα και προβλέψιμη συμπεριφορά είναι το κέρδος από την πιο αργή γεωμετρία, αλλά η ευκολία αλλαγής κατεύθυνσης ήρθε ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης των μαζών κοντά στο κέντρο βάρους. Γενικά η συμπεριφορά του νέου Fazer είναι ισορροπημένη, από την ήρεμη τουριστική οδήγηση έως τη γρήγορη σπορ. Την πιο θετική των εντυπώσεων αφήνει το 43άρι μπροστινό, που κάνει μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 41mm του προηγούμενου μοντέλου. Το πίσω έδειξε λίγο νευρικό στις ανωμαλίες, αλλά δεν προβλημάτισε πουθενά μέσα στις στροφές.

Όσον αφορά τα φρένα, εδώ η προσπάθεια για μείωση του κόστους δεν επέφερε, ευτυχώς, μείωση της αποτελεσματικότητας. Οι δύο δίσκοι μπροστά συνεργάζονται άψογα με τις διπίστονες δαγκάνες με γλίστρα (αντί των τετραπίστονων του προηγούμενου), με αποτέλεσμα το endo να γίνεται το αγαπημένο παιχνίδι του ανήσυχου αναβάτη. Το πίσω είναι αρκετά δυνατό, κάτι που θα χρειαστεί με δύο άτομα και πράγματα.

Εuro 2 και πράσινα άλογα

Τα 98 άλογα του Fazer που ανακοινώνει η Yamaha είναι σίγουρα οικολογικά (πράσινα), αφού πρέπει να περνούν τις προδιαγραφές Euro 2. Ο κυψελωτός καταλύτης και το φιμωμένο τελικό κάνουν καλά τη δουλειά τους όσον αφορά το φυσικό περιβάλλον, αλλά μάλλον έδεσαν τα χέρια των μηχανικών της Yamaha στην προσπάθεια για καλύτερες επιταχύνσεις στις μεσαίες στροφές. Ακόμη και στη συνέντευξη Τύπου, το επιτελείο του Yukata Kubo δεν μπόρεσε να κρύψει την τρύπα (σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο) στο διάγραμμα της ροπής από τις 5.000-7.500 σ.α.λ. Βέβαια το διάγραμμα ήθελε να δείξει τη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές στροφές (έως τις 5.000), όπου το νέο Fazer δείχνει πιο λειτουργικό και περισσότερο ελαστικό από το παλιό μοντέλο και από το R6. Το πλεονέκτημα αυτό θα φανεί μέσα στην κίνηση της πόλης, αλλά στην πράξη και στους έξω δρόμους ο κινητήρας εμφανίζεται φιμωμένος στις μεσαίες στροφές, δηλαδή στις εξόδους των στροφών.

Η σοβαρή επιτάχυνση έρχεται μόνο εφόσον το ψηφιακό στροφόμετρο σκαρφαλώσει κοντά στις 10.000 σ.α.λ. Από εκεί και πάνω πυροβολεί, όχι σαν R6, αλλά δυνατότερα και με μεγαλύτερη διάρκεια από το παλιό Fazer. Κρατώντας βέβαια τις στροφές ψηλά μπορείς να κινηθείς αρκετά γρήγορα, όμως μάλλον αυτό δεν είναι το ζητούμενο για το κοινό του Fazer. Να ’ναι καλά οι βελτιωτικοί οίκοι, που είναι σίγουρο ότι θα φτιάξουν τα πράγματα όπως πρέπει.

Βέβαια, οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις του κινητήρα δείχνουν ότι χαρίζουν στο νέο Fazer μικρή κατανάλωση και η αυτονομία πρέπει να είναι μεγαλύτερη, παρά το μικρότερο κατά 3 λίτρα ρεζερβουάρ (από 22 έγινε 19). Αναμένουμε το τεστ επί ελληνικού εδάφους για να αποφανθούμε.

Ήρθε για να μείνει

Το νέο Fazer είναι εδώ, έτοιμο να συνεχίσει την πορεία του προκατόχου του. Ως ένας από τους 100.000 κατόχους Fazer 600, καλωσορίζω τη νέα γενιά και αισθάνομαι περίφημα που το νέο μοντέλο κινείται στην ίδια φιλοσοφία με το παλιό. Χωρίς να έχουν ούτε μία βίδα κοινή, απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Η διαφορά τους είναι ότι το νέο μοντέλο είναι προσαρμοσμένο στην εποχή του. Κάνει τα πάντα καλύτερα και το μόνο σημείο όπου μπορεί να χάσει από το παλιό είναι στον χαρακτήρα του κινητήρα.

Κρατώντας το κόστος χαμηλά (το νέο Fazer θα είναι ελάχιστα ακριβότερο από το υπάρχον), οι Ιάπωνες κατάφεραν να δημιουργήσουν μια σύγχρονη σε όψη μοτοσυκλέτα χωρίς να γίνουν θυσίες σε βασικές αρχές, όπως η φιλικότητα, η άνεση και η χρηστικότητα. Και, κατά την προσφιλή τους τακτική, άφησαν και μερικές βελτιώσεις για το μέλλον, αφού γνωρίζουν ότι το FZ6 Fazer ήρθε για να μείνει.

Με καρδιά supersport

Κινητήρας

Ο κινητήρας του R6 μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσιος στο νέο Fazer. Οι μόνες ουσιαστικές διαφορές πέρα από την εξωτερική εμφάνιση (αλλάχτηκαν μερικά καπάκια) είναι οι νέοι εκκεντροφόροι, που έχουν τον ίδιο χρονισμό με του παλιού Fazer, και τα διαφορετικά ελατήρια των βαλβίδων εισαγωγής. Ο ψεκασμός του είναι νέος και τοποθετείται για πρώτη φορά σε Yamaha. Οι αυλοί είναι 36mm. και τα jet ψεκάζουν σε δύο κατευθύνσεις. Ο ψεκασμός του καυσίμου δεν γίνεται πλέον κατά τη φάση της εξαγωγής (εισαγωγή – συμπίεση – ανάφλεξη – εξαγωγή), αλλά μοιράζεται σε δύο φάσεις: το 50% του καυσίμου ψεκάζεται κατά τη συμπίεση και το άλλο 50% κατά την εξαγωγή, αφού κατά τη διάρκεια των τριών σταδίων η βαλβίδα εισαγωγής παραμένει κλειστή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη μείξη αέρα–βενζίνης, οπότε και την καλύτερη χρησιμοποίηση των μικρών ποσοτήτων καυσίμου, με συνέπεια την καλύτερη απόκριση στις χαμηλές στροφές. Στα πλαίσια των ρυθμίσεων για καλύτερες επιδόσεις στις μεσαίες στροφές, στο νέο φιλτροκούτι η εισαγωγή γίνεται προς τα κάτω και το φίλτρο έχει τοποθετηθεί κάθετα στη διαδρομή του αέρα και όχι οριζόντια επάνω από τους αυλούς του ψεκασμού. Η νέα μονάδα χρησιμοποιεί επεξεργαστή 32-bit CPU και έχει ρυθμιστεί για καλύτερη απόδοση χαμηλά. Τέλος, η εξάτμιση 4 σε 2 σε 1 περιλαμβάνει κυψελωτό καταλύτη (πίσω από το μοτέρ, κοντά στο αμορτισέρ) και βγαίνει κάτω από τη σέλα σε ένα μεγάλο τελικό (σε σχήμα κουτιού, σαν της 999) με δύο εξαγωγές.

Πλαίσιο  
Με τη μέθοδο "CF Die-Cast" κατασκευάστηκε το νέο αλουμινένιο πλαίσιο. Το κενό στα καλούπια έχει έξι φορές μεγαλύτερη υποπίεση απ' ό,τι με τις συμβατικές μεθόδους και η έκχυση του μετάλλου γίνεται με σταθερότερη θερμοκρασία και αρκετά πιο γρήγορα. Το αποτέλεσμα είναι αλουμίνιο καλύτερης ποιότητας, με δυνατότερη δομή. Κατασκευάζονται δύο τμήματα πλαισίου τα οποία βιδώνονται μεταξύ τους, και έτσι απουσιάζουν οι κολλήσεις. Σημαντικό σημείο του Fazer είναι η προσεγμένη εμφάνισή του, και αυτή επιτεύχθηκε εύκολα με τη νέα μέθοδο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι η ασυμμετρία των δύο κομματιών (δεξί – αριστερό). Στην αριστερή πλευρά υπάρχει ένας επιπλέον βραχίονας σε σχέση με τη δεξιά, που πάνω του στηρίζεται ο κινητήρας. Αυτός προέκυψε μετά από αρκετούς συνδυασμούς και αρκετές δοκιμές από τους Ιάπωνες εξελικτές. Το κέρδος σε βάρος του νέου πλαισίου είναι 7 κιλά σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο. Τέλος, το αλουμινένιο ψαλίδι μεγάλωσε αρκετά κατά 70mm, διατηρώντας όμως την ίδια όψη.
Γεωμετρία
Αυξημένες παρουσιάζονται οι διαστάσεις των γεωμετρικών χαρακτηριστικών: Κατά 23mm μεγάλωσε το μεταξόνιο, φτάνοντας τα 1.440, κατά μία μοίρα μεγάλωσε η γωνία κάστερ, φτάνοντας τις 25, και αντίστοιχα το ίχνος μεγάλωσε σχεδόν κατά 9mm, φτάνοντας τα 97,5. Αυτές οι διαστάσεις σημαίνουν μεγάλους χώρους και κατά συνέπεια άνεση. Επίσης, σε σχέση με το προηγούμενο Fazer έχει αλλάξει αρκετά η κατανομή του βάρους, που έγινε 51% μπροστά - 49% πίσω. Οι βασικές αλλαγές αφορούν τον κινητήρα, που πήγε 10mm πίσω και 5mm πάνω, και τον αναβάτη, που πήγε 8mm πιο μπροστά. Η μπαταρία, που είναι ένα από τα βαρύτερα εξαρτήματα, τοποθετήθηκε μπροστά, κάτω από ρεζερβουάρ και φιλτροκούτι. Γενικά έγινε μια προσπάθεια συγκέντρωσης των μαζών προς το κέντρο, με εμφανή πλεονεκτήματα στην οδική συμπεριφορά. 
 
Αναρτήσεις – Φρένα 
Μπροστά χρησιμοποιήθηκε το 43άρι πιρούνι του Fazer 1000, χαρίζοντας μεγαλύτερη διαδρομή σε σχέση με το παλιό 600, αλλά δεν έχει τις ρυθμίσεις προφόρτισης των ελατηρίων. Πίσω υπάρχει μονό αμορτισέρ, χωρίς μοχλικό και άλλη ρύθμιση πέρα από την προφόρτιση. Τα μπροστινά φρένα έχουν αναλάβει δύο δίσκοι 298mm με δαγκάνες δύο εμβόλων και γλίστρα, κατασκευασμένες από μικρό ιαπωνικό οίκο. Πίσω βρίσκουμε τη διπίστονη δαγκάνα της Nissin που υπάρχει και στο R6.
 
Εξοπλισμός  
Στο ψηφιακό πολυόργανο υπάρχει πλέον και ένδειξη θερμοκρασίας του νερού στον κινητήρα, η σέλα έχει αντιολισθητικό υλικό και εργονομική σχεδίαση, παρέχοντας μεγάλη άνεση, ενώ τοποθετήθηκαν και χερούλια για τον συνεπιβάτη. Ευτυχώς, εκτός του μονού σταντ, συνεχίζει να υπάρχει και το διπλό.
 
Οι διαφορές του γυμνού μοντέλου από το Fazer είναι η απουσία φέρινγκ, ο διαφορετικός προβολέας, το ίσιο τιμόνι, οι διαφορετικοί καθρέφτες και διαφορετικό κάλυμμα του ψυγείου νερού. Τα χρώματά του θα είναι το κόκκινο της λάβας, το μαύρο και το ασημί. 
 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Κατασκευαστής / Μοντέλο:
YAMAHA / FZ6 FAZER *(FZS 600 02)
Αντιπρόσωπος / Εισαγωγέας:
Μοτοδυναμική Α.Ε.E.
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος
2.095mm (2.080)
Ύψος
1.215mm (1.170)
Μεταξόνιο
1.440mm (1.415)
Απόσταση από έδαφος
130mm (130)
Ύψος σέλας
795mm (790)
Ίχνος
97,5mm (88)
Γωνία κάστερ
25° (24ο)
 
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
 
Τύπος:
Τετράχρονος τετρακύλινδρος σε σειρά, με 2 ΕΕΚ και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο
Διάμετρος x Διαδρομή (mm):
65,5 x 44,5 (62 x 49,6)
Χωρητικότητα (cc):
600 (599)
Σχέση συμπίεσης:
12,2 : 1 (12:1)
Ανάφλεξη:
Ψηφιακή
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός με αυλούς διαμέτρου 36mm (Καρμπυρατέρ Mikuni 33mm)
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
 
Τύπος συμπλέκτη:
Υγρός πολύδισκος, οδήγηση με ντίζα
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,955 (1,708)
Σχέσεις ταχυτήτων:
 
1: 2,846 2: 1,947 3: 1,556 4: 1,333 5: 1,190 6: 1,083
Τελική μετάδοση / σχέση:
2,875
Συνολικές σχέσεις ταχυτήτων:
1: 15,996 2: 10,943 3: 8,745 4: 7,492 5: 6,688 6: 6,087
ΠΛΑΙΣΙΟ
 
Τύπος:
Αλουμινένιο, ανοιχτό, με τον κινητήρα ενεργό μέρος του. Κατασκευάζεται με τη μέθοδο Die-Cast σε δύο τμήματα, τα οποία βιδώνονται (χωρίς κολλήσεις)
Πλάτος (mm):
750 (710)
Βάρος κενή / γεμάτη (kg):
187 / – (189 / –)
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
19 / 3,5 (22 / 3,6)
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
 
Εμπρός
 
Τύπος:
Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή (mm):
130 (120)
Διάμετρος (mm):
43 (41)
Ρυθμίσεις:
– (προφόρτιση ελατηρίου)
Πίσω
 
Τύπος:
Μονό αμορτισέρ monocross, χωρίς μοχλικό (με μοχλικό) 
Διαδρομή (mm):
130 (120)
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου
ΦΡΕΝΑ
 
Εμπρός:
Δυο δίσκοι διαμέτρου 298mm με διπίστονες δαγκάνες και γλίστρα (Δίσκοι 298mm, τετραπίστονες) 
Πίσω:
Δίσκος διαμέτρου 245mm με δαγκάνα δύο εμβόλων
ΤΡΟΧΟΙ
 
Εμπρός
 
Ελαστικό / διάσταση:
120/70-17 ZR (110/70-17)
Ζάντα:
Αλουμινένια, 3,50 x 17 (3 x 17)
Πίσω
 
Ελαστικό / διάσταση:
180/55 – 17 ZR (160/60-17)
Ζάντα:
Αλουμινένια, 5,5 x 17 (5 x 17)
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
 
Ισχύς εργοστασίου (hp/rpm):
98/12.000 (95/11.500)
Ροπή εργοστασίου (kg.m/rpm):
6,4/10.000 (6,2/9.500)
Ειδική ισχύς (hp/lt):
163,3 (158,5)
Κιλά/ίππο κενή / γεμάτη:
1,90 / – (1,99 / – )
Θεωρητική ταχύτητα (km/h) ανά σχέση στο κόκκινο (14.000 rpm):
1: 104 2: 152 3: 190 4: 222 5: 248 6: 273
Στροφές κινητήρα στα 100 km/h:
5.150
Μέγιστη γραμμική ταχύτητα εμβόλου στο κόκκινο (14.000 rpm):
20,76

*Σε παρένθεση οι τιμές για το προηγούμενο μοντέλο

Ετικέτες

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Τρικύλινδρο νεορετρό ανάμεσα σε 660 και 765!
Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/2/2026

Η μελετημένη επιλογή της Triumph στα μέσα της δεκαετίας του ’80 να επενδύσει στην τρικύλινδρη διάταξη για να ξεχωρίσει ολότελα από τους υπόλοιπους, συνεχίζει στις μέρες μας να έχει άμεσο αντίκτυπο στην γκάμα της, με τον 800άρη κινητήρα που γνωρίσαμε πέρσι να έρχεται σε ακόμη ένα νέο μοντέλο.

Η σειρά τους στο μεταξύ είναι η σωστή καθότι μετά τα 660 δεν έρχεται το 765, όπως θα περίμενε κανείς βάση κυβισμού, αλλά η σειρά των 800αριών κρίνοντας με βάση την απόδοσή τους αλλά και του τρόπου οδήγησης.

Ο κινητήρας αυτός έχει τις εξωτερικές διαστάσεις του 660 και άρα μπορεί να μπει και στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι η περίπτωση του Tiger Sprot 800 που είναι ο άξιος συνεχιστής του 1050. Μία μοτοσυκλέτα με διαστάσεις όμοιες με του 660 αλλά με διαφορετικό κινητήρα που εσωτερικά έχει περισσότερες ομοιότητες με τον 765.

Η Triumph έφτιαξε τον κινητήρα αυτό για να μας δώσει μία νέα σειρά μοτοσυκλετών, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει με τον 765, ο οποίος έχει εξειδικευτεί για sport χρήση και για αυτό και είναι κατάλληλος και για την Moto2 κατηγορία.

Μιλώντας με τον άνθρωπο που τον σχεδίασε, η μετατροπή του 765 σε έναν κινητήρα που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο πλατφόρμας και πάνω του να στηθούν μία σειρά διαφορετικών μοντέλων, ήταν ακριβότερη και χρονικά μεγαλύτερη διαδικασία από την ανάπτυξη ενός νέου κινητήρα και έτσι γεννήθηκε ο νέος τρικύλινδρος των 798 κυβικών.

Κατά την παρουσίαση του Tiger Sport 800 μας ρώτησαν που αλλού θα θέλαμε να δούμε τον κινητήρα αυτό, όταν στην πράξη αποδείχθηκε αυτές τις ημέρες πως δούλευαν ήδη σε ένα νέο Trident. Η απάντηση τότε, πως περιμένουμε ένα νέο Street Triple που να είναι αυτό που λέει το όνομά του, δηλαδή φτιαγμένο για τον δρόμο και λιγότερο για την πίστα, ήρθε τώρα μέσω του Trident.

Ο κος Stuart Wood, Chief Engineer της Triumph συμφωνεί μαζί μου, πως ο πραγματικός συνεχιστής του Street Triple που κυκλοφόρησε το 2007 για πρώτη φορά, είναι πλέον το Trident 800 ενώ το Street Triple που τώρα κυκλοφορεί είναι κάτι άλλο, πιο sport που θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει όνομα και να λέγεται Track-Day Triple. Μπορεί να γίνει και πιο μπερδεμένο από αυτό, γιατί το 1990 υπήρχε το μεγάλο Trident 900 που στην πράξη είναι ο πρόγονος του Speed Triple που είδαμε το 1994 και που στην εποχή μας θα πρέπει να λέγεται Streetfighter Triple, από την στιγμή που μέσα στην πίστα μπορεί να το οδηγήσει κανείς με την ταχύτητα και την φόρα που είχε το προηγούμενης γενιάς Ducati Streetfighter.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Οπότε οι δύο διαφορετικές σειρές γυμνών μοτοσυκλετών που είχε η Triumph, έχουν εξειδικευτεί τόσο πολύ που πλέον έχουν αλλάξει θέση στην γκάμα της εταιρείας και χρειάζονται νέα μοντέλα που θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό αυτό. Σε αυτό το σημείο θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνει η Triumph με την Daytona. Θα μας δώσει μία φανταστική supersport με τον κινητήρα του 765 ή θα στοχεύσει στην υψηλότερη ροπή και την διαφορετική ευστροφία του 798; Ο ίδιος ο Wood θα ήθελε την άποψη του κοινού, όπως είπε.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τώρα, τι ήρθε να κάνει στη ζωή μας το νέο Trident 800. Κι ενώ σε απόλυτα νούμερα η διαφορά ροπής δεν είναι τεράστια έναντι του 765, στην πράξη ο τρόπος οδήγησης σε έναν επαρχιακό γεμάτο στροφές αλλάζει σημαντικά και ενισχύει την απόφαση της Triumph. Στην ευθεία ή σε δρόμους με στροφές που υποστηρίζουν υψηλές ταχύτητες το 765 θα συνεχίσει να κάνει την διαφορά, όμως στο στενό πλαίσιο που θέτουν οι επαρχιακοί, το Trident 800 είναι το Street Triple που ξέραμε.

Η Κύπρος μας έδωσε το σκηνικό που χρειαζόμασταν για να δούμε ακριβώς αυτό τον συλλογισμό. Οδηγώντας από την «σωστή πλευρά του δρόμου», όπως δεν σταμάτησαν να σχολιάζουν χαριτολογώντας οι Άγγλοι, περιχαρείς που σε μία παρουσίαση νέου μοντέλου νιώθουν περισσότερο στο σπίτι τους από άλλες φορές.

Καλύτερη ποιότητα ασφάλτου, ακόμη και σε βρόχινες συνθήκες και σωστές καμπές που μειώνουν τις εκπλήξεις, είναι τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν αμέσως μόλις βγεις από την πόλη και πιάσεις κάποιον από τους πολλούς δρόμους που κυκλώνουν το έντονο ανάγλυφο της όμορφης Κύπρου.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Το πρώτο μισό της οδήγησης έγινε σε συνθήκες έντονης βροχόπτωσης, καλοδεχούμενης από όλους εκεί που αντιμετωπίζουν αντίστοιχο φόβο λειψυδρίας με την Αττική, πλην των Άγγλων και της παρέας μας, που φοβόμασταν πως δεν θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική διαφορά του νέου Trident 800, έναντι του Street Triple.

Ήταν όμως σε αυτό το σημείο που μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ιδιαίτερα την συμπεριφορά του Traction Control, καθώς επέτρεπε μέχρι και μία μικρή ανύψωση του εμπρός τροχού στο άνοιγμα του γκαζιού χωρίς να κόβει άγαρμπα την ανάφλεξη. Σε αυτό το σημείο θέλω να σας θυμίσω την δοκιμή της πρώτης γενιάς του Tiger Explorer 1200 που ανέφερα τότε την απαράδεκτη λειτουργία των ηλεκτρονικών. Συγκεκριμένα το Traction Control μπορούσε μέχρι και να σβήσει την μοτοσυκλέτα και μάλιστα στο στεγνό, προσπαθώντας να αποτρέψει την σούζα. Την ίδια εποχή τα αντίπαλα στρατόπεδα το είχαν ξεπεράσει αυτό και δούλευαν ήδη στο επόμενο στάδιο των ηλεκτρονικών, προσπαθούσαν δηλαδή να φτάσουν εδώ που είμαστε σήμερα, όπου δεν λειτουργούν αποτρεπτικά αλλά συνεργάζονται με τον αναβάτη περισσότερο. Αυτό μας δείχνει πως η πορεία της Triumph ήταν σε πιο γρήγορο ρυθμό φτάνοντας τώρα να έχει εφάμιλλα αποτελέσματα ενώ χρησιμοποιεί τους ίδιους αλγόριθμους σε όλες τις οικογένειες, ευνοώντας έτσι και τις πιο προσιτές οικονομικά μοτοσυκλέτες, του Trident 800 συμπεριλαμβανομένου.

Από την στιγμή που υπάρχει IMU, δηλαδή μονάδα μέτρησης αδράνειας, τα ηλεκτρονικά προσαρμόζονται ανάλογα με την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο και η διαφορά στους βρεγμένους δρόμους της Κύπρου είναι πως εμπιστευόσουν το Cornering ABS ώστε να κινούμαστε σβέλτα γνωρίζοντας πως σε περίπτωση που θα χρειαστεί θα καταφέρουμε να φρενάρουμε χωρίς μεγάλη ανάδραση στη μανέτα που σημαίνει και αύξηση της απόστασης φρεναρίσματος ενώ διατηρείται και η δυνατότητα ελιγμών. Το παράδειγμα δεν άργησε να έρθει καθώς οδηγώντας σβέλτα μαζί με τον Gareth, τον Άγγλο πλοηγό μας, στην κορυφή μίας στροφής ο εμπρός τροχός έχασε πρόσφυση καθώς είχε σχηματιστεί ένα μικρό ρυάκι με περισσότερο νερό από ότι είχε ο υπόλοιπος δρόμος. Στην άμεση αντίδραση μειώνοντας την κλίση και ανοίγοντας την γραμμή, η μοτοσυκλέτα ανταποκρίθηκε άψογα και με λίγα φρένα που μετρίασαν την φόρα αμέσως μετά, το Trident 800 συνέχισε ακάθεκτο σε σβέλτο ρυθμό.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Αφαιρώντας το Traction Control είναι που το κυριότερο χαρακτηριστικό του τρικύλινδρου κινητήρα, δηλαδή η ευστροφία στις χαμηλομεσαίες με διάρκεια ψηλά, λάμπει ακόμη περισσότερο, όπως επίσης τονίζεται για ακόμη μία φορά μία βασική διαφορά έναντι των κινέζικων μοτοσυκλετών που έχουν κατακλύσει την Ευρώπη και που μεταξύ τους έχουν τεράστιες διαφορές αλλά πάσχουν και από κοινού σε ορισμένα ζητήματα: Η απόκριση στο γκάζι είναι υποδειγματική στο Trident 800, είναι με λίγα λόγια όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι και να μην αξίζει συγχαρητήρια καθώς αυτό το θέμα είχε πάψει να αποτελεί πρόβλημα από την περίοδο που μαρκάρεται μεταξύ Aprilia Shiver και Ducati Multistrada 950, την πρώτη γενιά της. Ανάμεσα εκεί, η απόκριση της γκαζιέρας ήταν κάτι που έπρεπε να σχολιαστεί, από τότε και μετά δεν ήταν προβληματική πουθενά αλλού μέχρι που ήρθαν νέες μάρκες, ενώ είδαμε ακόμη και πισωγυρίσματα στους εδραιωμένους κατασκευαστές. Το Trident 800 γίνεται τώρα το νέο παράδειγμα της αψεγάδιαστης λειτουργίας στην απόκριση για όλους όσους φέρνουν στην αγορά μοντέλα με τρικύλινδρους κινητήρες και σε συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης χωρίς ηλεκτρονικά, είναι εξαιρετικά εύκολο να εκτιμήσεις την διαφορά.

Με τα τριπλά σώματα ψεκασμού και την αυξημένη συμπίεση που φτάνει στο 13,2:1 όταν το Trident 660 έχει 11,9:1 και την επανασχεδιασμένη διαδρομή της εισαγωγής για να εγγυηθεί την αμεσότητα στην πλήρωση του θαλάμου καύσης που απαιτούν τα ανωτέρω στοιχεία, η Triumph βασίζεται σε μία σειρά από προηγμένους αισθητήρες για την εύρυθμη λειτουργία αυτού του κινητήρα, ιδιαίτερα σε συνθήκες κακής ποιότητας καυσίμου. Με δεδομένο πως αυτός ο κινητήρας έχει ήδη δοκιμασθεί επί ελληνικού εδάφους στο Sport 800, δηλαδή σε συνθήκες με χειρότερης ποιότητας καύσιμο μιας και αυτό μας χαρακτηρίζει δυστυχώς ως χώρα, μπορεί να πει κανείς πως για να δοκιμάσει το σύστημα τροφοδοσίας θα πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή ενός από τα «Σταν» και να βάλει από μπιτόνι στην μέση του πουθενά, στην γειτονιά μας δεν θα έχει κανένα πρόβλημα.

Οι διαφορετικές χαρτογραφήσεις επίσης ξεχωρίζουν αισθητά μεταξύ τους, είναι και αυτό κάτι που δεν αποτελεί πανάκεια, με την Rain να ομολαμοποιεί ακόμη περισσότερο την απόκριση της γκαζιέρας χωρίς όμως να κόβει πολύ από την δύναμη. Σε μεγάλες βόλτες και ταξίδια ακόμη που κάλλιστα μπορεί να κάνει κάποιος κατάλληλα εξοπλισμένος, όταν ο καιρός αλλάζει εντός της διαδρομής, είναι που αυτός ο χάρτης μπορεί να φανεί χρήσιμος σε μία μερίδα αναβατών που δεν θα χρειαστεί να αλλάζουν συχνά, μιας δεν μετατρέπει το Trident 800 σε Trident 660. Για τους υπόλοιπους ακόμη και η ρύθμιση Road μπορεί να μείνει μόνιμα επιλεγμένη ακόμη και στη βροχή, από την στιγμή που έτσι και αλλιώς ο κινητήρας αυτός είναι εύστροφος χωρίς όμως ξεσπάσματα, κάτι που μπορείς να δεις στην Sport χαρτογράφηση την οποία βρίσκω ιδανική για έρημους επαρχιακούς με απότομες στροφές όταν έχεις την ευχέρεια -και την όρεξη- να κινηθείς σβέλτα.

Το πλαίσιο του Sport 800 που με την σειρά του δεν έχει μεγάλες διαφορές από του 660, αλλά ορισμένες καίριες που βοηθούν την ευελιξία και την ευστάθεια με τα νέα επίπεδα δύναμης, συμπεριφέρεται άψογα και στο Trident 800 με την διαφορετική γεωμετρία.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Η βασικότερη διαφορά με το πλαίσιο των 660 είναι στην περιεχόμενη γωνία ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την διαφορετική κεφαλή που απαιτεί η τροφοδοσία του 800, με τις υπόλοιπες διαστάσεις του μπλοκ κινητήρα να είναι, όπως είπαμε, αντίστοιχες της μικρότερης έκδοσης. Πολύ μικρή η διαφορά στην κάστερ, μόλις 0,1 μοίρα από το μικρότερο γυμνό που μεγαλώνει όμως το ίχνος για 1mm ενώ ψηλότερα κατά 5mm είναι τοποθετημένος και ο αναβάτης. Όλα αυτά δημιουργούν μία θέση οδήγησης που στο χαρτί από πλευράς αριθμών δεν προϊδεάζει την διαφορά που υπάρχει με την μικρότερη αδερφή της. Αρκετά κοντά και σε αυτό το σημείο με την πρώτη γενιά του Street Triple, με την διαφορά πως έχουμε εδώ ένα καλύτερο σετ αναρτήσεων της Showa.

Μπροστά το SFF-BP με καλάμια 41mm, ρυθμιζόμενο σε συμπίεση και απόσβεση επαναφοράς και πίσω επίσης ρυθμιζόμενο σε επαναφορά και πρόφορτιση, monoshock αμορτισέρ της Showa. Σε σπορ ρυθμό έχουμε ακριβώς την επαναφορά που χρειάζεται πίσω, όχι πολύ γρήγορη δηλαδή για να αποσταθεροποιείται ο πίσω τροχός στην μεταβαλλόμενη πρόσφυση των δημόσιων δρόμων και επίσης με γραμμική συμπίεση που δημιουργεί εμπιστοσύνη ώστε να ανοίξεις νωρίς το γκάζι στην έξοδο. Το πιρούνι εμπρός είναι ο δυνατός σύμμαχος του ABS. Ένας σημαντικός λόγος που εμπιστεύεσαι τα φρένα κατά την σπορ οδήγηση, ώστε να κερδίσεις μέτρα και να φρενάρεις πιο αργά, είναι η συμπίεση εμπρός που ξεκινά ομαλά και αλλάζει με γοργό βήμα αλλά χωρίς σκαλοπάτια οπότε φορτίζεις το εμπρός ελαστικό και μεταβάλλεις την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας μέχρι το σημείο που χρειάζεται για να στρίψεις σβέλτα. Ούτε λιγότερο που σημαίνει γλίστρημα, ούτε περισσότερο που σημαίνει αποσταθεροποίηση του πίσω μισού. Με την γραμμική λειτουργία των αναρτήσεων τα φρένα έχουν πιο εύκολη δουλειά, ενώ αποκτά νόημα και το Cornering ABS καθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσες να το εκμεταλλευτείς φρενάροντας μέσα στην στροφή, λίγο πριν την κορυφής, όπως μπορείς κάλλιστα να κάνεις τώρα.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Με σωστές αναρτήσεις και πλαίσιο που υποστηρίζει την λειτουργία τους, καθώς και με ηλεκτρονικά που στόχο δεν έχουν να αποτελούν ένα cheat-code σε μία αποστειρωμένη οδήγηση videogame, αλλά μονάχα να μειώσουν το ρίσκο που αναπόφευκτα αυξάνεται όσο ανεβαίνει ο ρυθμός σε δρόμους που δεν έχουν τις ελεγχόμενες συνθήκες μίας πίστας, και η πρόσφυση μεταβάλλεται ή εμφανίζονται εμπόδια εκεί που δεν το περιμένεις, το Trident 800 γίνεται ένα καλύτερο Street Triple όταν μένουμε στο πρώτο συνθετικό του ονόματός του.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η επιλογή της Triumph για τόσο κοντινούς κυβισμούς, μας βάζει σε μία τελείως διαφορετική ανάπτυξη της γκάμας, συγκριτικά με τους υπόλοιπους εκεί έξω, που ουδεμία σχέση έχει με τα κυβικά, παρά μόνο με τις δυνατότητες.

Σε αυτό τον ρυθμό τα σχεδόν 300χλμ αυτονομίας που λέει η Triumph πως μπορείς να έχεις από το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων, είναι μη εφικτός στόχος, μιλώντας από την πλήρωση του ρεζερβουάρ, μέχρι το σβήσιμο του κινητήρα από έλλειψη καυσίμου. Λίγο πριν τα διακόσια χιλιόμετρα θα εμφανιστεί η ρεζέρβα σε σβέλτο ρυθμό, που σημαίνει πως μονάχα με προσεκτική οδήγηση ή ταξιδεύοντας μπορείς να δεις την μεγάλη για την κατηγορία αυτονομία. Προφανώς όταν γίνει η δοκιμή της σε ελληνικό έδαφος θα μετρήσουμε ακριβώς την κατανάλωση, όπως επίσης και θα την ζυγίσουμε για να δούμε αν ισχύουν τα 198 κιλά που δηλώνει η Triumph με γεμάτο το ρεζερβουάρ.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Δεν θα πρέπει να έχουν ξεφύγει όμως μακριά από αυτό, όχι μόνο γιατί είναι ένα λογικό νούμερο αφού δεν πρόκειται για κινέζο κατασκευαστή που -τουλάχιστον μέχρι τώρα- δείχνουν πως ταυτίζονται μεταξύ τους ακολουθώντας τον πιο προσιτό οικονομικά δρόμο που είναι να μπαίνει μέταλλο στην γραμμή παραγωγής, από το να βγαίνει στις οθόνες του σχεδιαστικού τμήματος. Όπως έχουμε πει και παλαιότερα, πολλές φορές, είναι ακριβότερη διαδικασία να αφαιρείς βάρος στην σχεδίαση, από το να ξοδεύεις μέταλλο στην γραμμή παραγωγής. Οι εδραιωμένοι κατασκευαστές έναν τρόπο σχεδιασμού έχουν, τον σύγχρονο, κι έτσι δεν αναμένεται μεγάλη διαφορά στην δική μας ζυγαριά, όταν το Trident 800 έρθει στην Ελλάδα.

Από γεωμετρία θέσης οδήγησης μέχρι και 1,85 ύψος κάθεσαι άνετα και φυσιολογικά στη σέλα και κατά την δοκιμή στην Ελλάδα θα δοκιμάσουμε με διαφορετικούς συντάκτες την άνεσή της. Εκεί θα πρέπει να δούμε και πώς δουλεύει η συνδεσιμότητα της μικρής TFT στρογγυλής οθόνης. Δεν θα χρειαστεί δοκιμή σε συνθήκες αυξημένης κίνησης στους δρόμους για το συμπέρασμα του quickshifter, δουλεύει απροβλημάτιστα και μάλιστα και το κιβώτιο είναι σύγχρονο και δεν χαρακτηρίζεται από προηγούμενες γενιές των Triumph με ηχηρό κούμπωμα, ιδιαίτερα της πρώτης, κάτι που ίσχυε και για τα πρώτα Street Triple. Βέβαια αυτό ήταν γνωστό από το Tiger Sport, σε κάθε περίπτωση όμως η διαφορετική χαρτογράφηση δεν έχει δημιουργήσει ζητήματα στην λειτουργία του quickshifter.

Με σημαντικούς Ιάπωνες ανταγωνιστές απέναντί του, όπως το Kawasaki Z900, το MT-09, το Suzuki 8T αλλά και το 990 Duke, το νέο Trident 800 προσφέρει το κάτι διαφορετικό και αυξάνει τον υγιή ανταγωνισμό που λειτουργεί προς όφελός μας. Το αναμένουμε σύντομα στην Ελλάδα!