Honda: Έφτασε τις 800 νίκες στα GP

… και χωρίς τα 8 χρόνια της Moto2
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/10/2020

Από την αρχή της ιστορίας της η Honda ήξερε πως οι αγώνες είναι το καλύτερο πεδίο εξέλιξης και δοκιμής κάθε νέας τεχνολογίας και ιδέας στις μοτοσυκλέτες. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό συμμετείχε σε κάθε είδους αγώνες, είτε ήταν πάνω σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους είτε πολύ έξω από αυτούς. Όμως εκεί που έχει την πιο λαμπρή ιστορία είναι στα Grand Prix και οι 800 νίκες που συμπλήρωσε την Κυριακή στην Moto3 με την NSF250RW  στα χέρια του Jaume Masia είναι μια επιβεβαίωση. Ήταν το πίσω στο 1954 όταν ο Soichiro Honda πήρε την απόφαση να μπει στο στίβο των Gran Prix, που έως σήμερα αποτελεί την παγκόσμια βιτρίνα των αγώνων ταχύτητας, όπου οι κορυφαίοι κατασκευαστές του κόσμου μάχονται σκληρά. Χρειάστηκαν μόλις πέντε χρόνια στην Honda για να σημειώσει την πρώτη της διεθνή νίκη το 1959 στο TT του Isle Of Man.

Ένα χρόνο μετά εμφανίζεται στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της FIM με δύο τρομερά τετράχρονα μοτοσυκλετάκια στις κατηγορίες των 125 και 250 κυβικών με τετρακύλινδρους εν σειρά κινητήρες. Ήταν απλώς θέμα χρόνου μέχρι ο  Tom Phillis και η RC143 να πάρουν την πρώτη νίκη το 1961 στον πρώτο αγώνα της χρονιάς στην Ισπανία. Τα επόμενα χρόνια η κυρίαρχη παρουσία των μοτοσυκλετών της Honda στα GP σε όλες τις κατηγορίες ήταν δεδομένη. Έχοντας από δικύλινδρο 50cc έως τετρακύλινδρα  350cc και 500cc, η Honda κατέκτησε τα πρωταθλήματα σε όλες τις κατηγορίες το 1966.

Έως το τέλος του 1967 όπου αποφάσισε να αποσύρει την εργοστασιακή ομάδα από το παγκόσμιο πρωτάθλημα ταχύτητας, είχε καταφέρει να μαζέψει 138 νίκες! Παρά την απουσία 11 ετών και παρά το γεγονός πως η FIM δεν μετρά τις νίκες που σημειώθηκαν στην Moto2 μεταξύ 2010-2018 λόγω της χρήσης κινητήρων Honda από όλες τις ομάδες, έφτασε στις 800 νίκες, με τις 662 να σημειώνονται από το 1982 και μετά.

Τα πράγματα δεν είχαν ξεκινήσει πολύ καλά το 1979, όπου η Honda επέστρεψε στα GP, αλλά με την εμμονή να κερδίσει τα δίχρονα 500 με μια αντίστοιχου κυβισμού τετράχρονη μοτοσυκλέτα. Η NR 500 με τα τέσσερα οβάλ έμβολα ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα τεχνολογίας, αλλά με πολλά προβλήματα στα πρώτα στάδια εξέλιξή της. Τα πράγματα άλλαξαν εντελώς χάρη στον ακαταμάχητο συνδυασμό της τρικύλινδρης NS 500 και του Freddie Spencer στο πρωτάθλημα του 1982.

Μαζεύοντας ταυτόχρονα νίκες στις μικρότερες κατηγορίες των 125 και 250 κυβικών, όπου μπήκε από το 1985, φτάσαμε στον αγώνα της Ιαπωνίας στο Motegi το 2001, όπου ο Valentino Rossi με την NSR 500 θα χαρίσουν στη Honda μισή χιλιάδα νίκες, γράφοντας τον μαγικό αριθμό “500” στα αρχεία της FIM. Ο επόμενος μεγάλος σταθμός στην ιστορία ήταν το 2005, όπου ο Dani Pedrosa στο Philip Island θα κερδίσει τον αγώνα  στα 250 και το κοντέρ θα γράψει “600”.

Η επόμενη εκατοντάδα θα αργήσει λίγο παραπάνω, καθώς χρειάστηκε να περάσουν 10 χρόνια μέχρι τη στιγμή που ο Marc Marquez να βάλει στα αρχεία της FIM τον αριθμό “700” στον αγώνα της Αμερικής το 2015. Όμως δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε χρόνια για να προστεθούν άλλες 100 νίκες στον δεύτερο αγώνα της πίστας του Aragon.     

MotoGP: Χρειάζεται αναθεώρηση ο κανονισμός ελάχιστου βάρους; Τα μεγέθη όλων των αναβατών

Από τον Moreira και τον Ogura ως τον Razgatlioglu μεσολαβεί ένα χάσμα 20 κιλών
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

26/2/2026

Ενδιαφέρον προκαλούν το ύψος και το βάρος του κάθε αναβάτη που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και την απόδοση της εκάστοτε μοτοσυκλέτας, με τους rookie Diogo Moreira και Toprak Razgatlioglu να βρίσκονται στα δύο άκρα της λίστας. 

Ο Moreira με τον Ai Ogura είναι οι ελαφρύτεροι αναβάτες, ενώ ο Razgatlioglu είναι ο ψηλότερος και μακράν ο πιο βαρύς αναβάτης της κατηγορίας με 11 κιλά διαφορά από τον προηγούμενο.

Σε αντίθεση με τις κατηγορίες Moto3 και Moto2, που χρησιμοποιούν ένα συνδυασμένο ελάχιστο όριο βάρους αναβάτη και μοτοσυκλέτας, το MotoGP καθορίζει μόνο το ελάχιστο βάρος μοτοσυκλέτας, που είναι στα 157 κιλά. 

Ο Luca Marini υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι το MotoGP θα πρέπει να έχει επίσης ένα συνδυασμένο όριο βάρους, εξηγώντας ότι η επιτάχυνση δεν αλλάζει, αλλά υφίσταται διαφορά στην καταπόνηση των ελαστικών. 

"Υπάρχει ένα [συνδυασμένο] βάρος στο Moto2 και εγώ ήμουν πάνω από το όριο, αλλά μόνο κατά 4 κιλά. Και δεν υπάρχει πρόβλημα αν μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη υπάρχει διαφορά 4 κιλών. 

"Αλλά στο MotoGP η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη της Ducati μπορεί να είναι 10 κιλά. Δεν είναι ότι χάνεις στην επιτάχυνση. Η επιτάχυνση, όπως δείχνουν και τα δεδομένα, είναι η ίδια. 

"Ωστόσο η δύναμη που ασκείς στο ελαστικό είναι μεγαλύτερη. Επομένως, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με το πίσω ελαστικό, ειδικά επειδή δεν θέλεις να το φθείρεις πολύ. 

"Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο για όλους να υπάρχει ένα [συνδυασμένο] ελάχιστο βάρος - και για τους άλλους [μικρότερους] αναβάτες, γιατί έτσι θα μπορούν να βάζουν περισσότερο βάρος και να χτίζουν περισσότερο τους μύες τους. 

"Γιατί ένας βαρύς αναβάτης πρέπει να τιμωρείται για κάτι που είναι απλά στη φύση του; Κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που δεν έχει νόημα”.

Το σκεπτικό του Marini έχει μια λογική βάση και βασίζεται στη δική του προσωπική εμπειρία, όντας ένας από τους ψηλότερους και βαρύτερους αναβάτες του πρωταθλήματος. Ο ίδιος προσπάθησε αρκετές φορές να αδυνατίσει για να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τη φθορά των ελαστικών του, ωστόσο αυτό είχε μια παράπλευρη απώλεια: μαζί με τα κιλά, έχανε και σε σωματική αντοχή που του κόστιζε στο κλείσιμο των αγώνων.

"Τα δεδομένα που έχουμε από τους αγώνες δείχνουν πως όταν είσαι βαρύτερος χρησιμοποιείς περισσότερο λάστιχο και τα ηλεκτρονικά συστήματα δουλεύουν επίσης περισσότερο," εξήγησε ο Marini.

Γι' αυτό πιστεύει στην αξία του συνδυασμένου βάρους και στο MotoGP, θεωρώντας πως είναι πιο δίκαιο οι πολύ ελαφριοί αναβάτες να προσθέτουν επιπλέον βάρος (έρμα) στη μοτοσυκλέτα τους - κάτι πάντως που δεδομένα απεχθάνονται οι μηχανικοί των ομάδων. Στην τελική είναι πιο εύκολο κάποιος να δουλέψει στο γυμναστήριο για να δυναμώσει και να ανεβάσει ελεγχόμενα το βάρος του, παρά να προσπαθούν οι βαρύτεροι να αδυνατίσουν - και αυτή είναι μια σκέψη που έχει απασχολήσει αρκετούς ακόμη αναβάτες στο παρελθόν, όπως ο Danilo Petrucci, ο οποίος επίσης προσπάθησε πολύ να αδυνατίσει όταν αγωνιζόταν με την Pramac Ducati, για να εγκαταλείψει την προσπάθεια όταν είδε μεγάλη διαφορά στις αντοχές του.

Παρακάτω μπορούμε να δούμε την λίστα με το βάρος και το ύψος του κάθε αναβάτη, ξεκινώντας από τον πιο ελαφρύ:

Diogo Moreira: 169 cm, 60 kg

Ai Ogura: 169 cm, 60 kg

Fabio di Giannantonio: 177 cm, 62 kg

Jorge Martin: 168 cm, 63 kg

Brad Binder: 170 cm, 63 kg

Pedro Acosta: 171 cm, 63 kg

Enea Bastianini: 168 cm, 64 kg

Marc Marquez: 169 cm, 64 kg

Maverick Vinales: 171 cm, 64 kg

Jack Miller: 173 cm, 64 kg

Francesco Bagnaia: 176 cm, 64 kg

Marco Bezzecchi: 176 cm, 64 kg

Raul Fernandez: 178 cm, 65 kg

Alex Marquez: 180 cm, 65 kg

Johann Zarco: 171 cm, 68 kg

Alex Rins: 176 cm, 68 kg

Franco Morbidelli: 176 cm, 68 kg

Fabio Quartararo: 177 cm, 69 kg

Joan Mir: 181 cm, 69 kg

Fermin Aldeguer: 181 cm, 69 kg

Luca Marini: 184 cm, 69 kg

Toprak Razgatlioglu: 185 cm, 80 kg.