Παγκόσμια Παρουσίαση Continental ContiTrail Attack3 στην Κρήτη: Πρώτες εντυπώσεις

Υψηλών απαιτήσεων, υψηλών υποχρεώσεων
Από τον

Χρήστο Πατεράκη

18/3/2019

Οι on off μοτοσυκλέτες έχουν φτάσει στο σημείο να έχουν και τους πιο απαιτητικούς πελάτες που τα θέλουν όλα. Πρέπει να στρίβουν σε άσφαλτο και χώμα, να ταξιδεύουν με 300 και να κάνουν στάσεις ανά 300… να είναι ελαφριές, να είναι ευέλικτες, αλλά να έχουν και όγκο και να προσφέρουν και εξαιρετική κάλυψη. Αντίστοιχα πολυτάλαντα καλούνται να είναι και τα ελαστικά τους, με το νέο Continetal Contitrail attack 3 να μας το αποδεικνύει εντός ελληνικού εδάφους στις δυσκολότερες συνθήκες!

Κάθε χρονιά που περνάει τα ελαστικά των μοτοσυκλετών βρίσκουν τα πράγματα ολοένα και πιο “σκούρα” σε αυτή την τόσο απαιτητική κατηγορία. Οι on-off αυξάνουν την ιπποδύναμή τους όλο και πιο πολύ και παρά τα ηλεκτρονικά συστήματα (Traction Control / ABS / Wheelie Control / AntiDive Control) συνεχίζουν να δυσκολεύουν το έργο των ελαστικών, που καλούνται να ξεπεράσουν κατά πολύ τον πρωταρχικό τους ρόλο: Την επαφή δηλαδή της μοτοσυκλέτας με το δρόμο και κατά συνέπεια την εύρεση πρόσφυσης, πριν αρχίσουμε να μιλάμε για επιδόσεις. Πρέπει να σε κρατήσει όρθιο ενώ στρίβεις, να έχει πρόσφυση ενώ φρενάρεις αλλά και να μη γλιστράει όταν γκαζώνεις τέρμα, ακόμη και τα 140 σχεδόν άλογα που ορισμένες On-Off αποδίδουν στον τροχό...

Κι όλα αυτά, οι επιδόσεις, η εύρεση πρόσφυσης και η αντοχή, να συμβαίνουν σε κάθε επιφάνεια. Για αυτό και είναι μεγάλος πονοκέφαλος, σε βαθμό εγκεφαλικού, όταν τελειώσεις με την κατασκευή ενός νέου ελαστικού, κι αποφασίσεις να το παρουσιάσεις στην Ελλάδα, με τους δρόμους σαπουνοδρόμια.. Μάλιστα όταν θες να παρουσιάσεις στην Ελλάδα και πας και στην Κρήτη συγκεκριμένα, έεε, τότε έχεις τρελαθεί εντελώς!

Κι όμως, οι γερμανοί επέλεξαν τα Χανιά για να δείξουν στους δημοσιογράφους το νέο τους On-Off ελαστικό, το ContiTrailAttack 3. Και μπορεί να ήξεραν για τους δρόμους, μπορεί να είχαν προετοιμαστεί για τα χαμηλά επίπεδα πρόσφυσης, αλλά είναι σίγουρο τον καιρό. Ούτε που το φανταζόντουσαν λοιπόν, αυτό που συνέβαινε μέχρι και δύο εβδομάδες πριν την προγραμματισμένη παρουσίαση...

Οι ουρανοί άνοιξαν για 41 συνεχόμενες ώρες, και η βροχή που έπεσε ανάγκασε τα βουνά να βγουν στους δρόμους και οι δρόμοι να κατέβουν σαν ποτάμια. Παρόλα αυτά η παρουσίαση έγινε κανονικά και οι εντυπώσεις που πήραμε από το νέο ελαστικό στους ανατιναγμένους και πασπαλισμένους με χώμα και λάπση δρόμους της Κρήτης (ήταν που ήταν για κλάματα… απόγιναν τώρα) κατέληξε υπεράνω κάθε προσδοκίας. Καταπληκτική πρόσφυση σε αμφιβόλου ποιότητας άσφαλτο πασπαλισμένη με σκόνες χώματα και χαλίκια, έχοντας προβλέψιμη συμπεριφορά ακόμα και στα πιο γλιστερά κομμάτια. Επίσης εντυπωσιακό ήταν και το πόσο άμεσα έφταναν σε θερμοκρασία λειτουργίας και πόσο γρήγορα απέβαλαν την λάσπη και τα χώματα που κάλυπταν το πέλμα τους, δεδομένου πως πρόκειται για ελαστικό αποκλειστικά για χρήση στο δρόμο και απλή "αντοχή" στους χωματόδρομους. Για αυτό και κρίθηκαν πως είχαν καλές δυνατότητες στο χώμα χωρίς απότομα γλιστρήματα και απρόβλεπτη συμπεριφορά. Ένα ελαστικό “κομμένο και ραμμένο” για την Ελληνική πραγματικότητα, που του έμελλε να δοκιμαστεί στις δυσκολότερες συνθήκες που θα μπορούσε να βρει η πλειοψηφία των ιδιοκτητών on off!

Το ΜΟΤΟ παρευρίσκεται κάθε χρονιά σε δεκάδες παρουσιάσεις αποκλειστικά, και συνολικά όλα αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες οι φορές που έχει συζητηθεί η πιθανότητα να γίνει μία παγκόσμια προϊοντική παρουσίαση στην χώρα μας, είτε με δική μας προτροπή –τις περισσότερες φορές- είτε με πρωτοβουλία της εκάστοτε εταιρίας. Πάντα η κουβέντα καταλήγει πως η χώρα είναι πανέμορφη, πως ο καιρός βοηθά, πως οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις υπερκαλύπτουν τις προϋποθέσεις, πως οι τιμές είναι σωστές, αλλά φτάνουμε στους δρόμους κι εκεί τελειώνει κάθε προσέγγιση. Και να ξέρετε, μιας και μας αρέσει να λέμε πως οι καταστάσεις είναι έτσι εξαιτίας των τιποτένιων πολιτικών και πως εμείς δεν έχουμε ευθύνη, δεν είναι η πρόσφυση η πρώτη αιτία. Είναι κάτι χειρότερο! Και λέμε πως είναι χειρότερο γιατί η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά και απευθείας όλους εμάς: «Εντάξει με την πρόσφυση, υπάρχουν και δρόμοι που είναι μια χαρά, αλλά με τα σκουπίδια τι γίνεται εκεί; Πώς θα βγάλουμε φωτογραφίες με δεκάδες σκουπίδια σε κάθε γωνιά! Κι ας πάρουμε την περίπτωση πως καθαρίζουμε μία δύο στροφές περιορίζοντας την φωτογράφιση στο καθαρό μέρος. Οι δημοσιογράφοι που θα έρθουν όμως, πώς θα τραβήξουν video και φωτογραφίες, τι θα δείχνουν;» Εκεί είναι που δεν υπάρχει επιχείρημα για το αντίθετο γιατί τι να τους πεις, πως τα κάνουν οι ξένοι; Δεν φαίνεται τι γίνεται; Και κάπως έτσι κατεβάζεις το κεφάλι ξεμένοντας από επιχειρήματα, οργισμένος για την παιδεία στην χώρα αυτή και την μη τήρηση των στοιχειωδών κοινωνικών κανόνων. Διότι το να πετάς σκουπίδια δεξιά κι αριστερά δεν είναι απλώς παράνομο, είναι βαθιά αντικοινωνικό και μετά όλα τα υπόλοιπα.

Με βάση τα παραπάνω είναι εξαιρετικά θαρραλέα η απόφαση της Contintental να έρθει στην Ελλάδα για να παρουσιάσει το νέο ContiTrail Attack 3, ένα ελαστικό φτιαγμένο για να μπορείς να οδηγείς στο όριο, μοτοσυκλέτες που τα άλογά τους περισσεύουν. Κι αν το όριο αυτό μπορείς να το ανιχνεύσεις στην Ελλάδα, τότε ναι –το λέμε χρόνια αυτό- τα ελαστικά αξίζουν σίγουρα συγχαρητήρια. Στο επόμενο τεύχος θα έχουμε αναλυτικά την παρουσίασή τους, την νέα τεχνολογία που φέρνουν κι ακριβώς τι προσφέρουν σε διαφορετικές μοτοσυκλέτες και σε διαφορετικούς ρυθμούς οδήγησης. Ως τότε συγχαρητήρια για μία ακόμη φορά στην Continental για την επιλογή της Ελλάδας, διαφημίζοντας την χώρα. Έχουν γίνει και στο παρελθόν παρουσιάσεις νέων μοντέλων μοτοσυκλετών εδώ, η Honda για παράδειγμα το έχει κάνει δύο φορές στην Ελλάδα, με την πρώτη μάλιστα να αναγκάζεται να αλλάξει τοποθεσία την τελευταία στιγμή, πράγμα που είναι δέκα φορές πιο τραγικό από όσο ακούγεται. Μια απεργία είχε καθηλώσει τότε τα πλοία και δεν μπορούσαν να μεταβούν στην Κρήτη, ακυρώνοντας τα πάντα την τελευταία στιγμή και επαναπρογραμματίζοντας την παρουσίαση στην Αθήνα. Κι όμως, το επιχείρησαν και δεύτερη φορά παρά την πρώτη παραλίγο τεράστια αποτυχία… Προς το παρόν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο χαίρονται που έρχονται στην Ελλάδα, σπάζοντας την μονοτονία της Ισπανίας όπου γίνονται σχεδόν όλες οι παρουσιάσεις, και όσο είμασταν εμείς μαζί τους, δεν σταματούσαν να επαναλαμβάνουν για το μέρος αλλά και τις επιδόσεις του νέου ελαστικού στην γλιστερή άσφαλτο…

17˝
120/70 ZR 17 M/C
(58 W)
19˝
100/90 -19 M/C
57 H
110/80 R 19 M/C
59 V
TL
120/70 R 19 M/C
60 V
TL
120/70 ZR 19 M/C
60 W
TL
21˝
90/90 -21 M/C
54 S
90/90 V 21 M/C
(54 V)
TL
90/90 -21 M/C
54 H
TL
17˝
120/90 -17 M/C
64 S
130/80 -17 M/C
65 S
TT
130/80 -17 M/C
65 H
TL
130/80 R 17 M/C
65 H
TL
140/80 R 17 M/C
69 V
TL
150/70 R 17 M/C
69 V
TL
160/60 ZR 17 M/C
(69 W)
TL
170/60 R 17 M/C
72 V
TL
170/60 ZR 17 M/C
72 W
TL
180/55 ZR 17 M/C
(73 W)
TL
190/55 ZR 17 M/C
(75 W)
TL
18˝
140/80 -18 M/C
70 S
150/70 R 18 M/C
70 V
TL

 

Ducati Hypermotard V2 SP: Καλύτερο και πιο διασκεδαστικό – Το οδηγήσαμε στην Ιταλία

Μείον 14 κιλά βάρους, περισσότερη ισχύς, η ίδια fun φιλοσοφία 
Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

5/5/2026

Μία ολόκληρη μέρα στην πίστα δεν ήταν αρκετή στη σέλα του νέου Ducati Hypermotard V2 SP, όχι για να καταλάβουμε αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τη μοτοσυκλέτα που ήρθε για να αντικαταστήσει αλλά για να το χορτάσουμε. Χορταίνεις άλλωστε ποτέ με τέτοιες εμπειρίες.

Όπως και να το κάνει κανείς, το να αφήνεις τη γνωριμία με τη στάνταρ έκδοση της νέας γενιάς Hypermotard V2 για κάποια άλλη στιγμή, έχοντας μπροστά σου μια ολόκληρη μέρα μόνο με την έκδοση SP, την οποία και οδηγήσαμε στη σχετικά μικρή και σφιχτή πίστα της Modena, έχει και τα πολύ καλά της. Ξάφνου όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψη σου για να δεις αν οι άνθρωποι του Borgo Panigale έκαναν καλά τη δουλειά τους στο να δημιουργήσουν μια μοτοσυκλέτα για δημόσιο δρόμο, η οποία δεν πρέπει να αφήνει στην άκρη τον παράγοντα χρηστικότητα, χάνουν τη σημασία τους και αυτό που μένει είναι ο παράγοντας διασκέδαση. Άντε μετά χορτάσεις το Hypermotard V2 SP!

Το νέο Hypermotard V2 έχει κόψει όλα τα δεσμά με τη μοτοσυκλέτα που έρχεται να αντικαταστήσει καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ολοκαίνουργια γενιά, η οποία κάνει reset και, βαδίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης, έρχεται ακόμη πιο κοντά στο πρώτο αερόψυκτο μοντέλο των 1.100 κ.εκ. Φέτος μάλιστα το Hypermotard κλείνει 20 χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά στο κοινό, οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα επετειακό μοντέλο εντός και εκτός εισαγωγικών, με το SP να έχει σαφείς αναφορές στα γραφικά του στα 20 χρόνια. Αναφορές στην πρώτη γενιά που αφορούν και τις δύο εκδόσεις εντοπίζονται φυσικά και στη σχεδίαση της μοτοσυκλέτας, με το ράμφος, τα πλαϊνά πλαστικά του ρεζερβουάρ και την μικρή αεροτομούλα στο πίσω μέρος να αποτείνουν κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής στη μοναδική μοτοσυκλέτα της Ducati που αψήφησε τις τάσεις της αγοράς όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας. 

Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena

Βέβαια στον βωμό της μείωσης του κόστους κάποια στοιχεία που χαρακτήριζαν όχι μόνο το Hypermotard όπως και πολλά ακόμη Ducati πλέον δεν δίνουν το “παρών” ούτε στη μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό, όπως και οι πρόγονοί της, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει διασκέδαση στον αναβάτη της ακόμη και αν αυτός πετάγεται μέχρι το περίπτερο. Τέλος λοιπόν το πλαίσιο χωροδικτύωμα και στο Hypermotard, όπως και το μονόμπρατσο ψαλίδι. Ακόμη και το σήμα κατατεθέν δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων δεν είναι πια μαζί μας. Όλες αυτές οι θυσίες όμως απέδωσαν καρπούς στην πράξη αφού το Hypermotard V2, ως Ducati που σέβεται τον εαυτό του, είναι σημαντικά ελαφρύτερο από το προηγούμενο και είναι επίσης και ισχυρότερο χάρη στο νέο κινητήρα των 890 κ.εκ. που έχει και σύστημα μεταβλητού χρονισμού για τις βαλβίδες εισαγωγής. Πόσο ελαφρύτερο; Δεκατρία κιλά χωρίζουν την 3η και την 4η γενιά Hypermotard στη στάνταρ της έκδοση, με τη διαφορά να ανεβαίνει στα 14 για στις εκδόσεις SP! Για μοτοσυκλέτα που ζύγιζε 200 περίπου κιλά πριν, η απώλεια είναι κάτι παραπάνω από αισθητή όταν βρίσκεται στη σέλα του νέου V2 SP, το οποίο, έναντι της στάνταρ μοτοσυκλέτας, έχει σημαντικές διαφορές που το κάνουν και πιο ευχάριστο στην πίστα.

Από κάτω προς τα πάνω οι αλλαγές ξεκινούν από τις ελαφρύτερες κατά 1,56 κιλό σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου -έναντι των χυτών. Τα φρένα προέχονται και στις δύο περιπτώσεις από την Brembo, όμως του SP είναι ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών με τις M4.32 ακτινικές, 4πίστονες δαγκάνες να δίνουν τη θέση τους στις M50 και να αλλάζει μαζί με αυτές και η ακτινική τρόμπα της ιταλικής εταιρείας. 

Οι αλλαγές συνεχίζονται στις αναρτήσεις με τις Kayaba να δίνουν τη θέση τους σε  “χρυσές” Ohlins και το πιρούνι να κερδίζει άλλα δύο χλστ. σε διάμετρο καλαμιών -και διαφορετικές πλάκες- για να φτάσει στα 48. Το πλαίσιο είναι πλέον αλουμινένιο μονοκόκ και όχι ατσάλινο χωροδικτύωμα, κάτι που έχει κρατηθεί για το υποπλαίσιο, ενώ το δίμπρατσο αλουμινένιο ψαλίδι είναι επίσης από αλουμίνιο και θυμίζει και δομικά εκείνο της Panigale V4. Ως γνωστό όλες οι νέες V2 με τον κινητήρα των 890 κ.εκ. -Hyper, Multistrada, Streetfighter, Panigale και Monster- μοιράζονται και το ίδιο πλαίσιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη στιβαρότητά του και στους δύο άξονες (διαμήκη και κάθετο), όπως και το ψαλίδι, ενώ η Ducati κράτησε τον πιο στιβαρό συνδυασμό για το Hypermotard V2 και όχι για το Panigale, όπως θα περίμενε ίσως κανείς! 

​    ​

Η μοτοσυκλέτα έχει παράλληλα και την ισχυρότερη έκδοση του V2 των 890 κ.εκ. και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να το δούμε δίπλα-δίπλα με κάποια εκ των streetfighter ή Panigale V2, τη στιγμή που αποδίδει στο Hypermotard 120,4 ίππους και 9,59 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις . Ισχύς για τον πραγματικό κόσμο με λίγα λόγια για μια μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά επίσημα τα 177 κιλά, με τον κινητήρα να έχει το τσαγανό για να κινήσει γρήγορα το Hypermotard. Πιο σημαντικό όμως στοιχείο του είναι η ελαστικότητα που σου επιτρέπει να οδηγείς και με 1-2 ταχύτητες πάνω όταν δεν κυνηγάς την ουρά σου σε μια πίστα με το 70% της ροπής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. ενώ το 80% παραμένει έως και τις 11.000 σ.α.λ., με το όριο περιστροφής να παρουσιάζεται αυξημένο σε σχέση με πριν.

Όπως και σε καθεμία από τις προηγούμενες γενιές έτσι και εδώ η Ducati έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο τρίγωνο της εργονομίας με στόχο τον απόλυτο έλεγχο για τον αναβάτη. Για πρώτη φορά το ύψος της σέλας είναι κοινό στις δύο εκδόσεις, στα 880 χλστ.  Όμως έχουμε διαφορά στον τρόπο που καμπυλώνει η σέλα με της στάνταρ έκδοσης να είναι λίγο πιο πλατιά, αν και της SP είναι ποιοτικότατη, όσο μακριά και πλατιά χρειάζεται για έναν αναβάτη στα 1,84 μ. (βάρους 84 κιλών) και δείχνει ότι δεν θα αποτελέσει εστία παραπόνων στην καθημερινότητα.

Φυσικά στο Hypermotard V2 SP είναι παρούσα και όλη η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων της Ducati που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ανεξαρτήτως κατασκευαστή και μοντέλου στον τρόπο που λειτουργεί. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του ρυθμιζόμενο Cornering ABS, ρυθμιζόμενο Traction Control, ρυθμιζόμενο Wheelie Control, ρυθμιζόμενο Engine Brake Control και το δύο κατευθύνσεων 2ης γενιάς quickshifter της Ducati. Έχει επίσης τρεις χαρτογραφήσεςι για τον κινητήρα αλλά και τέσσερα προγράμματα λειτουργίας, Race, Sport, Road, Wet. Το SP έχει επιπλέον σύστημα εκκίνησης Ducati Power Launch, αλλά και Pit Limiter.

​ Ducati

Η ηλεκτρονική ομπρέλα ασφάλειας της Ducati λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του αναβάτη, όπως διαπιστώσαμε και στην πράξη με τα ηλεκτρονικά να μην κάνουν αισθητή τη λειτουργία τους λειτουργώντας επί της ουσίας παρασκηνιακά, όπως ακριβώς θα έπρεπε!  Το Hypermotard βέβαια, σε αντίθεση με αρκετές άλλες μοτοσυκλέτες σήμερα, είναι μια μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί για να οδηγείται και χωρίς να έχει ενεργοποιημένα τα ηλεκτρονικά του και αυτό το έδειξε πολύ νωρίς στην πίστα της Modena, είτε οδηγούσα με γραμμές είτε προσπαθούσα να αντιγράψω το διάσημο πλέον drift του Ruben Xaus με την 1η γενιά. Μπορεί να κάνει ό,τι το διατάξει ο αναβάτης προσφέροντας κορυφαία αίσθηση από το πακέτο φρένων, ενώ εξαιρετικά δούλεψαν και οι αναρτήσεις της Ohlins, τις οποίες όμως είχαν ρυθμίσει ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα οι άνθρωποι της Ducati. Τα στάνταρ ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa δείχνουν να ταιριάζουν επίσης γάντι στο Hypermotard και όλα αυτά μαζί οδηγούν και στο μεγαλύτερο ατού αυτής της μοτοσυκλέτας που δεν το περιμένεις αν δεν έχεις οδηγήσει προηγούμενη γενιά: είναι εξαιρετικά ευκολοδήγητο, ενώ όσο ανεβαίνεις εσύ επίπεδο “ξεκλειδώνεις” και άλλα οδηγικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας που περιμένουν τους πιο έμπειρους!

Όλες τις λεπτομέρειες αλλά και τις πλήρεις εντυπώσεις μας από το Ducati Hypermotard V2 SP θα τις βρείτε στο τεύχος #678 του MOTO που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα!