Aprilia RSV4 1100 Factory και RR: Δύο κορυφαίες εκδόσεις!

Με αγωνιστικό DNA!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

27/2/2020

Η Aprilia RSV4 1100 Factory είναι η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα παραγωγής (που βγάζει νόμιμα πινακίδα κυκλοφορίας) που έχει δυναμομετρηθεί ποτέ απ’ το περιοδικό ΜΟΤΟ! Την είχαμε οδηγήσει στο παρελθόν και στην πίστα των Μεγάρων μαζί με τον Πανελλήνιο πρωταθλητή του 2018, Λευτέρη Πίππο και τόσο η έκδοση Factory με τον V4 των 1.100cc όσο και η RR με τον V4 των 1.000cc, έχουν την καλύτερη αναλογία… ηδονής ανά ευρώ! Στο δελτίο τύπου που ακολουθεί μπορείτε να βρείτε αναλυτικά τις τεχνολογίες που διαθέτουν οι RSV4:

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

APRILIA RSV4 – ΓΚΑΜΑ 2020

ΧΑΡΗ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΚΛΕΠΤΥΣΜΕΝΕΣ ΗΜΙ-ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ Η RSV4, ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΗ, ΙΣΧΥΡΗ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΙΑ ΑΠΟ ΠΟΤΕ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Η ΕΚΔΟΣΗ RR, ΕΞΟΠΛΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΚΙΝΗΤΗΡΑ V4 1000 ΚΥΒΙΚΩΝ, 201 ΙΠΠΩΝ, ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΕΛΚΥΣΤΙΚΑ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ. ΣΤΟΝ ΕΞΤΡΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΤ.

Η Aprilia RSV4 είναι πάντα σημείο αναφοράς για την αγωνιστικότητα και τις επιδόσεις. Είναι το καλύτερο παράδειγμα του τί μπορεί να επιτευχθεί αξιοποιώντας την πολύτιμη εμπειρία ενός νικηφόρου αγωνιστικού τμήματος, όπως αυτό της Aprilia, το οποίο στη σύντομη ιστορία του έχει κατακτήσει 54 παγκόσμιους τίτλους, επτά εκ των οποίων στο παγκόσμιο πρωτάθλημα SBK. Δεξιότητες που γεννιούνται στις πίστες και μεταφέρονται στα μοντέλα παραγωγής, για να νιώσει κάθε αναβάτης τη συναρπαστική αίσθηση των αγωνιστικών μοτοσυκλετών της Aprilia Racing.

Ασύγκριτη σε σχεδιασμό και εφαρμοσμένη τεχνολογία, η RSV4 διαθέτει έναν κινητήρα 65° V4 που πρώτη φορά τοποθετήθηκε σε εργοστασιακή supersport μοτοσυκλέτα παραγωγής. Διαθέτει, επίσης, ένα πλαίσιο απόγονο μιας δυναστείας που έχει κατακτήσει 18 τίτλους και 143 αγώνες Grand Prix στην κατηγορία 250 GP, ενώ είναι εφοδιασμένη με τα πιο σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα για τη διαχείριση του κινητήρα και τη δυναμική απόδοση της μοτοσυκλέτας. Προηγμένη τεχνολογία από την Aprilia, τον πρώτο κατασκευαστή μοτοσυκλετών που υιοθέτησε το πολλαπλών χαρτών σύστημα διαχείρισης γκαζιού Ride-By-Wire στον βασικό εξοπλισμό, αλλά κυρίως το πρώτο εργοστάσιο που έχει πατεντάρει το σύστημα δυναμικού ελέγχου APRC (dynamic control system), με τα αποκλειστικά χαρακτηριστικά αυτό-βαθμονόμησης και ελέγχου σούζας, με στόχο τη μέγιστη αποδοτικότητα και τις κορυφαίες επιδόσεις. Η Aprilia RSV4 1100 Factory προσθέτει σε αυτό τον αποκλειστικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό και τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις που αναπτύχθηκαν σε συνεργασία με την Öhlins, ικανές να βελτιώσουν αφενός την αίσθηση και την απόδοση των πιο έμπειρων αναβατών στην πίστα και αφετέρου την άνεση και την χρηστικότητα κατά την οδήγηση στον δρόμο.

Aprilia RSV4 1100 Factory

Το project RSV4 πάντα είχε έναν βασικό στόχο: να είναι η απολύτως καλύτερη, και ταχύτερη superbike, αυτή που θα βρίσκεται πιο κοντά στις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της Aprilia, σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις και την αποδοτικότητα. Μια premium μοτοσυκλέτα στην κορυφή της κατηγορίας της, που απευθύνεται στους πλέον απαιτητικούς πελάτες που θέλουν να συνδυάσουν κορυφαίες επιδόσεις με προηγμένη τεχνολογία. Και τα δύο χαρακτηριστικά παρέχονται απλόχερα και οφείλονται εν μέρει στη χρήση κορυφαίων υλικών, όπως είναι το αλουμίνιο, το τιτάνιο και το ανθρακόνημα.

Η Aprilia RSV4 1100 Factory παρέχει εκπληκτικές επιδόσεις που συνδυάζονται με πλαίσιο και αναρτήσεις αγωνιστικών προδιαγραφών και με ένα κορυφαίο πακέτο ηλεκτρονικών ελέγχων, στο οποίο προστίθενται οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις.

Εστιασμένο στην αποκλειστικότητα αυτού του μοντέλου, το Κέντρο Στυλ της Aprilia εργάστηκε σκληρά για να κάνει την RSV4 1100 Factory μοναδική και ασυναγώνιστη ακόμη και στα χρώματα, δίνοντας μεγάλη προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια.  Οι χρωματικοί συνδυασμοί τονίζουν την αποκλειστικότητα των προηγμένων υλικών όπως είναι το ανθρακόνημα στο μπροστινό φτερό, τα πλαϊνά καπάκια, το προστατευτικό του τελικού της εξάτμισης, τα αεροδυναμικά βοηθήματα και το νέο εμπρόσθιο κάλυμμα του ρεζερβουάρ. Παρέχουν αρμονική αντίθεση με το φινίρισμα τιτανίου του ομολογκαρισμένου τελικού της Akrapovic και τους αλουμινένιους τροχούς ίδιου χρώματος. Για τα γραφικά επιλέχτηκε ένα ελκυστικό κατάμαυρο ματ στυλ, το οποίο δίνει έμφαση στην πανέμορφη εμφάνιση του πλαισίου δύο δοκών και του ψαλιδιού, και τα δύο από αλουμίνιο. Με δεδομένες τις εκπληκτικές επιδόσεις της RSV4 1100 Factory, η Aprilia παρουσιάζει για πρώτη φορά αεροδυναμικά βοηθήματα στο φέρινγκ μιας μοτοσυκλέτας παραγωγής, χάρη  στην εξέλιξη που έγινε από την Aprilia Racing στο πρωτότυπο RS-GP, από όπου προέρχονται. Το σχήμα τους σχεδιάστηκε σε αεροδυναμική σήραγγα και η κλίση που επιλέχθηκε, εκμεταλλεύεται το υψηλότερο κάθετο φορτίο του αέρα που περνά από τους αγωγούς και επιτρέπει στα βοηθήματα να αυξάνουν τη σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες. Συμβάλλουν στη μείωση της τάσης για ανύψωση του μπροστινού τροχού κατά την έξοδο από στροφή και ταυτόχρονα αυξάνουν τη σταθερότητα σε συνθήκες δυνατού φρεναρίσματος.

Πλαίσιο: καλύτερη αίσθηση και αποτελεσματικότητα στην πίστα χάρη στις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις

Η Aprilia είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις μέχρι το χρονόμετρο να πιστοποιήσει βελτίωση των χρόνων μέσα στην πίστα. Αυτή η στιγμή έφτασε. Μετά από δύο χρόνια ανάπτυξης σε στενή συνεργασία με τους τεχνικούς της Öhlins και χάρη στην εμπειρία που αποκτήθηκε από την Tuono V4 1100 Factory  που ήδη τις χρησιμοποιεί, τοποθετούνται οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και στο κορυφαίο μοντέλο της σειράς RSV4, στην RSV4 1100 Factory. Πρόκειται για τις Smart EC 2.0 της Öhlins, που αναπτύχθηκαν για την RSV4 χάρη στις εντατικές και μακρόχρονες εργασίες ανάπτυξης των Σουηδών μαζί με τους τεχνικούς του Noale στις πιο απαιτητικές πίστες όπως η Imola και το Mugello (αλλά και στον δρόμο). Το χρονόμετρο, που είναι πάντα ο τελικός κριτής όλων των εξελίξεων του εκπληκτικού πρότζεκτ RSV4, επικύρωσε την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου, δηλαδή τη βελτίωση της αίσθησης στην οδήγηση και της απόδοσης, που μετρήθηκε σε μισό δευτερόλεπτο στον ταχύτερο γύρο της προηγούμενης έκδοσης RSV4 1100 Factory, η οποία ήταν εξοπλισμένη με τις ίδιες αναρτήσεις Öhlins, αλλά με μηχανική λειτουργία.

Στην πραγματικότητα οι αναρτήσεις Öhlins της προηγούμενης γενιάς Aprilia RSV4 1100 Factory και οι ημι-ενεργητικές είναι κατά πολύ διαφορετικές ακόμα και στο εσωτερικό τους, όπου αναθεωρήθηκε εξολοκλήρου η υδραυλική που επιτρέπει τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος και την επίτευξη των στόχων που είχαν προκαθοριστεί από την Aprilia.

Η κεντρική μονάδα που ελέγχει τις αναρτήσεις Öhlins Smart EC 2.0 έχει πρόσβαση σε όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα της μοτοσυκλέτας και επομένως είναι σε θέση να αναγνωρίσει όλες τις φάσεις οδήγησης, προσαρμόζοντας αναλόγως την υδραυλική ρύθμιση του πιρουνιού, του αμορτισέρ και του αμορτισέρ τιμονιού, χάρη στην ανάπτυξη ενός αλγορίθμου, αποτέλεσμα της συνεργασίας Öhlins και Aprilia. Κατά συνέπεια, αυτές οι αναρτήσεις υποστηρίζουν καλύτερα τον αναβάτη σε κάθε φάση οδήγησης στην πίστα, εξασφαλίζοντας επίσης καλύτερη αίσθηση στον εμπρός τροχό, χαρακτηριστικό που ήταν ήδη πολύ αναπτυγμένο σε όλα τα προηγούμενα μοντέλα RSV4. Επιπλέον, η αυξημένη ικανότητα ανίχνευσης ανωμαλιών της ασφάλτου είναι ζωτικής σημασίας για την ευχρηστία και την ευχαρίστηση της οδήγησης στον δρόμο.

Η ειδική τεχνολογία του συστήματος ημι-ενεργητικών αναρτήσεων Smart EC 2.0 επιτρέπει εύκολες και προσαρμόσιμες από τον ίδιο τον αναβάτη ρυθμίσεις του πιρουνιού και του αμορτισέρ, με δύο δυνατότητες επέμβασης: το ημι-ενεργητικό (semi-active) και το χειροκίνητο (manual) mode. Η επιλογή και των δύο mode γίνεται εύκολα μέσω κουμπιών που βρίσκονται στο τιμόνι.

Υπάρχουν 3 χαρτογραφήσεις, που ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο τις αναρτήσεις και προσαρμόζουν την ημι-ενεργητική συνεισφορά: A1, A2 και A3. Η πρώτη, που αναπτύχθηκε για τη χρήση slick ελαστικών, είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για πίστες με πολύ στρωτές επιφάνειες· η δεύτερη για χρήση μικτών ελαστικών και πιο ανώμαλη επιφάνεια· η τρίτη, για χρήση στον δρόμο, χαρακτηρίζεται από πιο χαλαρή υδραυλική ρύθμιση για καλύτερη απορρόφηση των ατελειών του οδικού δικτύου. Στο χειροκίνητο mode, οι 3 χαρτογραφήσεις (Μ1, Μ2 και Μ3) παρέχουν πολλούς προκαθορισμένους τύπους διαμόρφωσης χωρίς ημι-ενεργή υποβοήθηση, με τον τρόπο δηλαδή που λειτουργούν τα συμβατικά μηχανικά συστήματα αναρτήσεων. Τόσο στο ημι-ενεργητικό όσο και στο χειροκίνητο mode, ο αναβάτης έχει τη δυνατότητα να ρυθμίσει και να διαμορφώσει την ανάρτηση μέσω των τριών χαρτών  που αναφέρθηκαν παραπάνω, ανάλογα με τις προσωπικές του προτιμήσεις και τον τρόπο που οδηγεί, κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους έμπειρούς και πιο απαιτητικούς αναβάτες. Το αμορτισέρ τιμονιού της Öhlins ελέγχεται επίσης ηλεκτρονικά από το σύστημα Smart EC 2.0 και είναι πλήρως προσαρμόσιμο, ώστε να ρυθμίζεται ανάλογα με τις ρυθμίσεις του πιρουνιού και του αμορτισέρ. Η λειτουργία OBTi (Objective Based Tuning Interface) εμφανίζεται στην έγχρωμη οθόνη TFT 4.3 ιντσών της Aprilia RSV4 1100 Factory και παρέχει ευκολονόητες ρυθμίσεις. Η λογική λειτουργίας του νέου OBTi βασίζεται στους στόχους που θέλει να πετύχει ο αναβάτης σε κάθε φάση της οδήγησης: για παράδειγμα μεγαλύτερη υποστήριξη στην πέδηση αν θέλει πιο ελεγχόμενο βύθισμα του πιρουνιού NIX ή μεγαλύτερη υποστήριξη στην επιτάχυνση αν θέλει μεγαλύτερη στήριξη από το αμορτισέρ TTX στο άνοιγμα του γκαζιού. Παραμένει επίσης η δυνατότητα χειροκίνητης ρύθμισης της προφόρτισης του ελατηρίου του αμορτισέρ και του πιρουνιού.

Η Aprilia είναι γνωστή ως ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές πλαισίων στον κόσμο και η RSV4 εκφράζει την τεχνολογική υπεροχή που έχει αποκτήσει η Aprilia από τη συμμετοχή της στα κορυφαία παγκόσμια πρωταθλήματα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που παραμένει αποκλειστικό στις RSV4 RR και Factory (ενώ χαρακτήριζε και όλες τα προηγούμενες εκδόσεις) είναι η εντυπωσιακή γκάμα των πιθανών ρυθμίσεων που μπορεί να διαχειριστεί το στάνταρ πλαίσιο. Στην πραγματικότητα, η μοτοσυκλέτα της Aprilia είναι η μοναδική superbike που επιτρέπει στον αναβάτη τη ρύθμιση της θέσης του κινητήρα στο πλαίσιο, της γωνίας του τιμονιού, του άξονα του ψαλιδιού και του ύψους της πίσω ανάρτησης, επιπλέον βέβαια των πλήρως ρυθμιζόμενων αναρτήσεων. Ακριβώς όπως μια αυθεντική αγωνιστική μοτοσυκλέτα.

Παραμένει αμετάβλητο το κορυφαίο σύστημα πέδησης με ένα ζευγάρι δαγκάνες Brembo Stylema®, ελαφριές και αποδοτικές, εφοδιασμένες με τακάκια με συντελεστή τριβής υψηλής απόδοσης. Οι δαγκάνες μπορούν να συνδυαστούν με ένα ζεύγος αεραγωγών από ανθρακόνημα (παρόμοιους με αυτούς που έχει προσαρμόσει η Aprilia Racing στην RS-GP), οι οποίοι επιτρέπουν τον έλεγχο της θερμοκρασίας και εξασφαλίζουν το ίδιο εξαιρετικό φρενάρισμα ακόμη και στις πιο απαιτητικές συνθήκες. Το συνολικό βάρος της RSV4 1100 Factory με γεμάτο ρεζερβουάρ καυσίμου είναι 199 κιλά, χάρη και στο τελικό εξάτμισης από τιτάνιο και την πολύ ελαφριά μπαταρία λιθίου.

Κορυφαίες επιδόσεις από τον κινητήρα Aprilia 1100 V4

Οι επιδόσεις που επιτυγχάνει η Aprilia RSV4 1100 Factory, αγγίζουν τη μέγιστη προσδοκία ενός αναβάτη από μία σπορ μοτοσυκλέτα, ενώ συνδυάζονται με τον μοναδικό χαρακτήρα και τον ασύγκριτο ήχο του κινητήρα V4 από το Νοάλε. Δεν υπάρχει άλλος κινητήρας αυτού του τύπου που να διαθέτει επιτυχημένη ιστορία 10 χρόνων. Είναι μια πλατφόρμα που ικανοποιεί τις απαιτήσεις των πιο απαιτητικών αναβατών στην σπορ οδήγηση και αποτελεί ταυτόχρονα μια εξαιρετική βάση για τη δημιουργία ενός πλήρως αγωνιστικού κινητήρα.

Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα παραγωγής με τον υψηλών επιδόσεων και στενού προφίλ κινητήρα V4, τον πιο επαναστατικό και πανίσχυρο κινητήρα που έχει κατασκευάσει ποτέ η Aprilia. . Είναι ένας ασυναγώνιστος  κινητήρας λόγω της πληθώρας ηλεκτρονικών συστημάτων,  των εξαιρετικά μικρών διαστάσεων και του χαμηλού βάρους, στο οποίο συμβάλλουν τα εξωτερικά τμήματα και τα καπάκια του κάρτερ και των κεφαλών από μαγνήσιο.  Η στενή αρχιτεκτονική  V έκανε δυνατή τη δημιουργία ενός κινητήρα με εξαιρετικά μικρό μήκος που συμβάλλει στη συγκέντρωση των βαρών στο κέντρο και στην κατασκευή ενός πολύ υψηλών προδιαγραφών πλαισίου. Το σύστημα χρονισμού χρησιμοποιεί μια πολύ ιδιαίτερη κινηματική. Η καδένα χρονισμού κινητοποιεί μόνο τον εκκεντροφόρο εισαγωγής, ο οποίος με τη σειρά του, κινεί τον εκκεντροφόρο εξαγωγής μέσω ενός γραναζιού. Αυτή η ιδιαιτερότητα επέτρεψε την τοποθέτηση κεφαλών εξαιρετικά μικρών διαστάσεων προς όφελος της σχεδίασης του πλαισίου, που για την RSV4, είναι ίδιων μικρών διαστάσεων με μια μοτοσυκλέτα Grand Prix. Ο στροφαλοθάλαμος είναι μονοκόμματος με ενσωματωμένα χιτώνια κυλίνδρων από αλουμίνιο και εξασφαλίζει μέγιστη ανθεκτικότητα και κορυφαία απόδοση. Ο κινητήρας χρησιμοποιεί αντικραδασμικό άξονα για τη μείωση των κραδασμών.

Ο κυβισμός του κινητήρα της RSV4 1100 Factory επετεύχθη μέσω εμβόλων με διάμετρο 81 χιλιοστών, με διαδρομή 5233 χιλιοστών. Η σχέση συμπίεσης είναι 13.6:1.

Το σύστημα λίπανσης με υγρό κάρτερ χρησιμοποιεί μία αντλία λαδιού ικανή να διατηρεί υπό έλεγχο τη θερμοκρασία των εμβόλων, χάρη στη χρήση διπλού ψεκαστήρα λαδιού. Συγκριτικά με τον κινητήρα 1000 κ.εκ. της Aprilia RSV4 RR, το σύστημα χρονισμού παρέχει βελτιωμένο χρονισμό των βαλβίδων εισαγωγής, ενώ η μετάδοση έχει μακρύτερη σχέση για την 5η και την 6η σχέση. Το σύστημα ηλεκτρονικού ψεκασμού χρησιμοποιεί μηχανισμό υποστήριξης της πεταλούδας γκαζιού με πιο αεροδυναμικό προφίλ, για βελτίωση της ρευστοδυναμικής διαπερατότητας. Η μονάδα διαχείρισης 7SM της Magneti Marelli διαθέτει ειδική χαρτογράφηση με περιοριστή στροφών στις 13.600 σ.α.λ. Παρέχει μέγιστη ισχύ 217 CV στις 13,200 σ.α.λ., τιμή αναφοράς στην κατηγορία. Και η μέγιστη ροπή όμως επωφελείται από αυτές τις αλλαγές, ανεβαίνοντας σε όλο το φάσμα των στροφών κατά 10% περισσότερο από τον κινητήρα 1000 κ.εκ. Πλέον αγγίζει τα 122 Nm στις 11,000 σ.α.λ. Αυτή η πολύ σημαντική αύξηση κάνει την RSV4 1100 Factory όχι μόνο πιο αποδοτική σε επιτάχυνση ακόμη και από τις πολύ χαμηλές στροφές, αλλά και απολαυστική στην οδήγηση στον δρόμο. Τέλος, η εξάτμιση με ειδική διάταξη για την έκδοση Factory φέρει τελικό τιτανίου Akrapovic, πλήρως συμβατό με όλες τις προδιαγραφές και είναι σημαντικά ελαφρύτερη από εκείνη της Aprilia RSV4 RR. Λόγω των αναβαθμισμένων επιδόσεων, στην Aprilia RSV4 1100 Factory έχουν γίνει ειδικές ρυθμίσεις στο πακέτο ηλεκτρονικών ελέγχων APRC.

APRC: κορυφαία τεχνολογία ηλεκτρονικών συστημάτων από την Aprilia

Οι Aprilia RSV4 1000 RR και RSV4 1100 Factory είναι εφοδιασμένες με ένα εξαιρετικό πακέτο δυναμικών ελέγχων, σχεδιασμένο και πατενταρισμένο από την Aprilia. Κάθε ένα από τα δύο μοντέλα διαθέτει τη δική του ειδική διαμόρφωση όλων των ελέγχων, η οποία είναι σύμφωνη με τα διαφορετικά επίπεδα απόδοσης των δύο μοτοσυκλετών. Το APRC (Aprilia Performance Ride Control) είναι μια πασίγνωστη πλατφόρμα συστημάτων ελέγχου που προέρχεται απευθείας από την κυρίαρχη τεχνολογία της Aprilia στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Superbike και κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο ολοκληρωμένα συστήματα που υπάρχουν στην αγορά. Η συγκεκριμένη θέση και κατεύθυνση της αδρανειακής πλατφόρμας που ελέγχει τη λειτουργία του συστήματος, επιτρέπει βέλτιστες δυνατότητες ανίχνευσης της δυναμικής κατάστασης της μοτοσυκλέτας και πιο αποδοτικές στρατηγικές ηλεκτρονικού ελέγχου.

Το τέταρτης γενιάς σύστημα APRC της Aprilia εναρμονίζεται με τον καλύτερο τρόπο με τις άριστες ρυθμίσεις που εγγυάται ο Ride-by-Wire έλεγχος του γκαζιού, ο οποίος είναι πλήρως ενσωματωμένος και δεν απαιτεί κανένα άλλο εξάρτημα για την ηλεκτρονική διαχείριση της πεταλούδας του γκαζιού. Παρέχει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα σε ό,τι αφορά το βάρος (συγκρινόμενος με παραδοσιακά συστήματα, παρέχει εγγυημένη μείωση βάρους κατά 590 γραμμάρια).

Το APRC, περιλαμβάνεται στον βασικό εξοπλισμό των Aprilia RSV4 RR και RSV4 1100 Factory και περιλαμβάνει:

  • ATC: Aprilia Traction Control (έλεγχος πρόσφυσης) με δυνατότητα ρύθμισης κατά την οδήγηση (χωρίς να χρειάζεται να κλείσει το γκάζι) σε 8 επίπεδα, χάρη στο πρακτικό joystick, με εξαιρετική υψηλής απόδοσης λειτουργική λογική.
  • AWC: Aprilia Wheelie Control (έλεγχος σούζας) ρυθμιζόμενο σε 3 επίπεδα, παρέχει στρατηγικές λειτουργίας μεγάλης ακρίβειας. Το σύστημα ελέγχου σούζας μπορεί να ρυθμιστεί άμεσα χωρίς να είναι απαραίτητο το κλείσιμο του γκαζιού, όπως ισχύει και για το ATC, χάρη στο πρακτικό ηλεκτρικό χειριστήριο που υπάρχει στην αριστερή πλευρά.
  • ALC: Aprilia Launch Control (έλεγχος εκκίνησης), αποκλειστικά για χρήση στην πίστα, ρυθμιζόμενο σε 3 επίπεδα με πολύ αποδοτικές στρατηγικές λειτουργίας.
  • AQS: Aprilia Quick Shift (σύστημα γρήγορων αλλαγών ταχυτήτων), το ηλεκτρονικό κιβώτιο που επιτρέπει την αλλαγή ταχυτήτων χωρίς κλείσιμο του γκαζιού και χωρίς τη χρήση συμπλέκτη. Είναι εφοδιασμένο με λειτουργία downshift, η οποία επιτρέπει κατεβάσματα ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη. Η λειτουργία κατεβάσματος ταχυτήτων με ανοικτό γκάζι είναι αποκλειστική.
  • APL: Aprilia Pit Limiter (περιοριστής ταχύτητας), σύστημα που επιτρέπει τον περιορισμό της ταχύτητας εισόδου στα πιτς πίστας αγώνων ταχύτητας. Διευκολύνει επίσης, τη συμμόρφωση με τα όρια ταχύτητας που ισχύουν για κάθε δρόμο.
  • ACC: Aprilia Cruise Control. Η ηλεκτρονική διαχείριση επέτρεψε την τοποθέτηση συστήματος ελέγχου ταχύτητας ταξιδιού. Είναι ένα πολύ βολικό σύστημα για τα μεγάλα ταξίδια, καθώς επιτρέπει τη διατήρηση προεπιλεγμένης ταχύτητας χωρίς τη χρήση του γκαζιού.

Εκτός από το 4ης γενιάς σύστημα APRC, οι RSV4 RR και Factory διαθέτουν προηγμένο σύστημα Cornering ABS πολλαπλής χαρτογράφησης, το οποίο εξελίχθηκε σε συνεργασία με τη Bosch και εξασφαλίζει μέγιστη ασφάλεια στον δρόμο, αλλά και ιδανική απόδοση στην πίστα. Το σύστημα 9.1 MP με πολύ περιορισμένες διαστάσεις και χαμηλό βάρος, βελτιστοποιεί τη λειτουργία των φρένων και την παρέμβαση του ABS στις στροφές, χάρη σε ένα συγκεκριμένο αλγόριθμο που παρακολουθεί διαρκώς διάφορες παραμέτρους, όπως είναι η επιτάχυνση, η πίεση που ασκείται στη μανέτα του μπροστινού φρένου και η γωνία κλίσης της μοτοσυκλέτας. Τροποποιεί τη λειτουργία των φρένων για να εξασφαλιστεί η βέλτιστη αναλογία μεταξύ επιβράδυνσης και σταθερότητας. Το σύστημα ABS λειτουργεί σε συνεργασία με το σύστημα Aprilia RLM (Rear Liftup Mitigation), το οποίο περιορίζει την ανύψωση του πίσω τροχού σε περιπτώσεις δυνατού φρεναρίσματος. Το Cornering ABS, σχεδιασμένο σύμφωνα με τις σαφείς υποδείξεις της Aprilia, μπορεί να ρυθμιστεί σε 3 επίπεδα παρέμβασης.  Κάθε μια από τις τρεις χαρτογραφήσεις του Cornering ABS μπορεί να συνδυαστεί με οποιαδήποτε από τις τρεις χαρτογραφήσεις κινητήρα (Sport, Track, Race), επιτρέποντας σε αναβάτες με διαφορετική εμπειρία και ικανότητα, να επιλέξουν τον συνδυασμό που τους ταιριάζει. Οι τρεις χάρτες παρέχουν πλήρη ισχύ αλλά διαφέρουν ως προς τον τρόπο που αποδίδουν στην άσφαλτο την ισχύ που διαθέτει o Aprilia V4 στους δύο διαθέσιμους κυβισμούς (1000 κ.εκ. για την RR και 1100 κ.εκ. για την Factory), επιπλέον του ποσοστού φρεναρίσματος του κινητήρα που διαθέτει το κάθε μοντέλο.

Η έγχρωμη οθόνη οργάνων TFT είναι ένας πραγματικός ψηφιακός υπολογιστής με εκπληκτικές λειτουργίες ενδείξεων. Οι δύο κατ’ επιλογή αρχικές οθόνες (Road και Race, με οπίσθιο φωτισμό ημέρας/νύχτας και για τις δύο) αντιστοιχούν σε πολλά αντιπροσωπευτικά μενού. Διαθέσιμο στα προαιρετικά αξεσουάρ των RSV4 RR και RSV4 1100 Factory είναι το APRILIA MIA, η πλατφόρμα πολυμέσων της Aprilia που επιτρέπει τη σύνδεση smartphone με τη μοτοσυκλέτα μέσω Bluetooth. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται το σύστημα corner by corner electronic settings calibration (ηλεκτρονική διαμόρφωση ρυθμίσεων από στροφή σε στροφή), με δεδομένα που μπορούν να μεταφερθούν σε laptop (ή να εμφανιστούν απευθείας σε smartphone) για ανάλυση, όπως ακριβώς συμβαίνει στους αγώνες ταχύτητας. Το APRILIA MIA χαρακτηρίζεται από ένα νέο πρωτόκολλο σύνδεσης που ελαχιστοποιεί την κατανάλωση ενέργειας του smartphone. Παρέχει επίσης μια ευρεία σειρά χαρτογραφημένων πιστών, στις οποίες ο αναβάτης μπορεί να διαχειριστεί τις ηλεκτρονικές ρυθμίσεις από στροφή σε στροφή, αλλά και τη δυνατότητα χρονομέτρησης και απόκτησης δεδομένων για νέα πίστα που δεν υπάρχει στις επιλογές που έχει δώσει η Aprilia. Η πλατφόρμα APRILIA MIA περιλαμβάνει και το σύστημα ψυχαγωγίας και επικοινωνίας (infotainment), το οποίο η Aprilia τοποθετεί για πρώτη φορά στην RSV4. Το σύστημα παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου μέσω φωνητικών εντολών, καθώς και τη διαχείριση κλήσεων από το smartphone. Αυτές οι ενέργειες εμφανίζονται στην ψηφιακή οθόνη και η διαχείρισή τους γίνεται μέσω αυτής.

Aprilia RSV4 RR

H Aprilia RSV4 RR αντιπροσωπεύει μια κορυφαία τεχνική πλατφόρμα που παρέχει στον αναβάτη επιδόσεις και συμπεριφορά “race replica”. Για τους απαιτητικούς αναβάτες, η Aprilia προτείνει ως αξεσουάρ ένα αγωνιστικό Track kit. Είναι ένα πακέτο ειδικών εξαρτημάτων που λειτουργούν σε συνεργασία για να βελτιώσουν πολλές πτυχές της RSV4 RR, όπως είναι το βάρος, το κράτημα, η αεροδυναμική και φυσικά η εμφάνιση. Το μοντέλο RSV4 RR του 2020 δεν έχει τεχνικές αλλαγές από το προηγούμενο μοντέλο.

Ασύγκριτος χαρακτήρας και επιδόσεις από τον κινητήρα 1 λίτρου Aprilia V4

Τα κύρια και απολύτως μοναδικά χαρακτηριστικά αυτού του έργου τέχνης 999,6 κ.εκ. ιταλικής τεχνολογίας, αυτά που οδήγησαν στη δημιουργία των καλύτερων superbike όλων των εποχών, είναι τα ίδια που ισχύουν και για τον κινητήρα 1078 κ.εκ. της έκδοσης Factory.

Η ισχύς και η ροπή φτάνουν τα 201 CV στις 13.000 σ.α.λ. και τα 115 Nm στις 10.500 σ.α.λ. αντίστοιχα. Ιδιαίτερα σημαντικές τιμές που συνδυάζονται με τον μοναδικό αυθεντικό ήχο που παρέχουν διαχρονικά οι κινητήρες Aprilia V4. Όπως ισχύει και για τον κινητήρα 1100 κ.εκ. V4 της έκδοσης Factory, η RR 1000 κ.εκ. διαθέτει πολύ χαμηλού βάρους έμβολα με τμήματα που μειώνουν το φαινόμενο blow-by και παρέχουν έναν τέλειο συνδυασμό υψηλών επιδόσεων και αξιοπιστίας. Οι κεφαλές των μπιελών έχουν δεχτεί επεξεργασία λείανσης που συμβάλλει στη μείωση της τριβής. Τα ελατήρια επιστροφής των βαλβίδων εξασφαλίζουν ανθεκτικότητα στη σκληρή χρήση και οι βαλβίδες έχουν βελτιωμένο χρονισμό. Το κιβώτιο ταχυτήτων διαθέτει ένα αισθητήρα γραμμικής λειτουργίας που εξασφαλίζει τέλειες αλλαγές σχέσεων. Η εξάτμιση της RSV4 RR διαθέτει τελικό με διπλό αισθητήρα  lambda και ενσωματωμένη βαλβίδα εξάτμισης.

Πλαίσιο: με προδιαγραφές αγωνιστικής μοτοσυκλέτας

Η Aprilia RSV4 εκφράζει απόλυτα την παράδοση της Aprilia στην κατασκευή εξαιρετικών πλαισίων, την οποία οφείλει στην μεγάλη τεχνογνωσία που απέκτησε στα κορυφαία παγκόσμια πρωταθλήματα. Το πλαίσιο παρέχει πολλές δυνατότητες ρύθμισης και το ψαλίδι διαθέτει πρεσαριστά εξαρτήματα από κράμα αλουμινίου, τα οποία είναι συγκολλημένα μεταξύ τους. Η αναλογία στρεπτικής ακαμψίας και ελαστικότητας είναι ένα από τα μυστικά της επιτυχίας της αρχιτεκτονικής του πλαισίου της RSV4. Το πλαίσιο είναι ίδιο με το πλαίσιο της Aprilia RSV4 1100 Factory, αλλά έχει διαφορετική γεωμετρία.

Η αρχιτεκτονική του πλαισίου της RSV4 RR ολοκληρώνεται με σύστημα ανάρτησης των τροχών Sachs, το οποίο αποτελείται από ένα πιρούνι 43 χιλιοστών, ένα μονό πίσω αμορτισέρ με ξεχωριστό δοχείο “piggy back” και σταμπιλιζατέρ τιμονιού. Τα δύο πρώτα διαθέτουν πλήρεις ρυθμίσεις ως προς τις υδραυλικές λειτουργίες και την προφόρτιση ελατηρίου (το πίσω αμορτισέρ διαθέτει επίσης, ρύθμιση μήκους από κέντρο σε κέντρο, το οποίο επιτρέπει την αλλαγή ύψους του πίσω μέρους της μοτοσυκλέτας).

Για την RSV4 RR, η Aprilia παρέχει ένα ζεύγος τροχών από κράμα αλουμινίου και σύστημα πέδησης της Brembo, κορυφαίο στην κατηγορία. Το μπροστινό φρένο βασίζεται σε ένα ζεύγος ατσάλινων δίσκων με πάχος 5 χιλιοστών και διάμετρο 330 χιλιοστών, καθώς και σε monobloc δαγκάνες M50 με υψηλής τριβής τακάκια.

Εκδόσεις και χρώματα

Η Aprilia RSV4 RR είναι διαθέσιμη σε δύο ελκυστικούς χρωματισμούς με μαύρη και γκρι βάση (grigio Rivazza και nero Arrabbiata) με κόκκινους τροχούς.

Η Aprilia RSV4 1100 Factory είναι η αποκλειστική έκδοση που διαθέτει ημι-ενεργητικές αναρτήσεις Öhlins, ελαφριούς τροχούς από κράμα αλουμινίου και τελικό εξάτμισης τιτανίου της Akrapovic. Ξεχωρίζει από τα νέα αποκλειστικά γραφικά Atomico Racer που αναδεικνύουν τη χρήση τεχνικών υλικών υψηλής αξίας όπως είναι το ανθρακόνημα, χάρη στην αντίθεση που προσφέρει με την μαύρη ματ βαφή. Η πάνω τιμονόπλακα φέρει χαραγμένη με laser γραφή «1100 Factory». 

Τιμές και υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας

Η σειρά Aprilia RSV4 ΜΥ20 διατίθεται στα σημεία πώλησης Aprilia στις παρακάτω ενδεικτικές τιμές λιανικής, με ευέλικτα χρηματοδοτικά προγράμματα αλλά και ένα ολοκληρωμένο πακέτο προνομίων:

Aprilia RSV4 RR                                  -              18.670 €

Aprilia RSV4 1100 Factory              -              24.750 €

Η Aprilia παρέχει δωρεάν ένα σημαντικό πακέτο υπηρεσιών με αγορά οποιασδήποτε καινούριας μοτοσυκλέτας, εξασφαλίζοντας υψηλή αξία μεταπώλησης και ξέγνοιαστα χιλιόμετρα:

  • 2 χρόνια επέκταση της εργοστασιακής εγγύησης*
  • 4 χρόνια οδική βοήθεια

*Η εγγύηση καλύπτει κάθε κόστος επισκευής που σχετίζεται με βλάβες ή δυσλειτουργίες, οι οποίες προκαλούνται λόγω κατασκευής ή λόγω ελαττωματικών εξαρτημάτων, καθώς και την αντικατάσταση εξαρτημάτων με ζημιές, και την εργασία που απαιτείται για την αποσυναρμολόγηση και τοποθέτησή τους.

 
APRILIA RSV4 1100 Factory: Τεχνικά Χαρακτηριστικά
[στις αγκύλες είναι τα δεδομένα που αφορούν την RSV4 RR]
Τύπος κινητήρα
Aprilia διαμήκης 65° V-4, 4χρονος, σύστημα υγρόψυξης, δύο εκκεντροφόροι επικεφαλής (DOHC), τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο
Διάμετρος και διαδρομή
81 x 52,3 χιλ. [78 x 52,3 χιλ.]
Κυβισμός κινητήρα
1.077 κ.εκ. [999,6 κ.εκ.]
Σχέση συμπίεσης
13,6:1
Μέγιστη ισχύς στον στρόφαλο
217 CV (159,6 kW) στις 13.200 σ.α.λ. [201 CV (148 kW) στις 13.000 σ.α.λ.]
Μέγιστη ροπή στον στρόφαλο
122 Nm στις 11.000 σ.α.λ. [115 Nm στις 10.500 σ.α.λ.]
Τροφοδοσία
Φίλτρο αέρα με δυναμικές εισαγωγές μπροστά. 4 σώματα πεταλούδας Marelli 48 χιλ. με 8 μπεκ ψεκασμού και τελευταίας γενιάς σύστημα διαχείρισης κινητήρα Ride-By-Wire. Τρεις διαφορετικές χαρτογραφήσεις κινητήρα που επιλέγονται από τον αναβάτη ακόμη και όταν η μοτοσυκλέτα κινείται: Track, Sport, Race
Ανάφλεξη
Σύστημα ψηφιακής ηλεκτρονικής ανάφλεξης Magneti Marelli, ενσωματωμένο στο σύστημα ελέγχου του κινητήρα, με ένα μπουζί ανά κύλινδρο, και πολλαπλασιαστές τύπου “stick-coil”
Εκκίνηση
Μίζα
Εξάτμιση
4 σε 2 σε 1, δύο αισθητήρες οξυγόνου, πλαϊνό τελικό εξάτμισης με ηλεκτρονικά ελεγχόμενη βαλβίδα τύπου πεταλούδας που ελέγχεται από τη μονάδα ECU και ενσωματωμένο τριοδικό καταλύτη (Euro 4)
Γεννήτρια
Γεννήτρια στο βολάν, ισχύος 450W με μαγνήτες σπάνιων γαιών
Λίπανση
Υγρό κάρτερ, με ψυγείο λαδιού και δύο αντλίες λαδιού (λίπανση και ψύξη)
Μετάδοση
Κιβώτιο 6 σχέσεων, τύπου κασέτας.
1η: 39/15 (2,600)
2α: 33/16 (2,063)
3η: 34/20 (1,700)
4η: 31/21 (1,476)
5η: 34/26 (1,307) [31/23 (1,348)]
6tη: 33/27 (1,222) [34/27 (1,259)]
Μοχλός ταχυτήτων με ηλεκτρονικό σύστημα γρήγορης αλλαγής Aprilia Quick Shift electronic system (ΑQS)
Συμπλέκτης
Υγρός πολύδισκος συμπλέκτης με σύστημα περιορισμένης  ολίσθησης
Αρχική μετάδοση
Γρανάζια με ίσια δόντια και ενσωματωμένοι εύκαμπτοι αποσβεστήρες κραδασμών, σχέση μετάδοσης: 73/44 (1,659)
Τελική μετάδοση
Αλυσίδα: Σχέση μετάδοσης: 41/16 (2,562)
Διαχείριση πρόσφυσης
APRC System (Aprilia Performance Ride Control), που περιλαμβάνει Traction Control (ATC), Wheelie Control (AWC), Launch Control (ALC), cruise control (ACC) και speed limiter (APT). Όλα ρυθμίζονται και απενεργοποιούνται ανεξάρτητα
Πλαίσιο
Δυο δοκών αλουμινίου, με πρεσαριστά και χυτά τμήματα. Διαθέσιμες ρυθμίσεις:
  • Θέση και γωνία λαιμού τιμονιού
  • Ύψος κινητήρα
  • Ύψος άξονα ψαλιδιού
Αμορτισέρ τιμονιού Öhlins με ηλεκτρονική διαχείριση Smart EC 2.0 [αμορτισέρ τιμονιού Sachs]
Μπροστινή ανάρτηση
Πιρούνι Öhlins NIX με ηλεκτρονική διαχείριση Smart EC 2.0. Καλάμια Æ 43 χιλ. X με επιφανειακή επίστρωση TIN. [Πιρούνι Sachs, καλάμια Æ 43 χιλ.] Αλουμινένιες βάσεις ακτινικών δαγκάνων. Ρύθμιση προφόρτισης ελατηρίου, υδραυλικής απόσβεσης συμπίεσης και επαναφοράς, διαδρομή τροχού 125 χιλ. [120 χιλ.]
Πίσω ανάρτηση
Αλουμινένιο ψαλίδι δύο μπράτσων, τεχνολογία μικρού πάχους και χύτευσης.
Μονό αμορτισές Öhlins TTX με piggy-back, ηλεκτρονικά ελεγχόμενο με σύστημα SmartEC 2.0, πλήρως ρυθμιζόμενο ως προς την προφόρτιση ελατηρίου, το μεταξόνιο, την υδραυλική επαναφορά συμπίεσης και επαναφοράς. [Sachs μονό αμορτισέρ με ρύθμιση ως προς την υδραυλική απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς, την προφόρτιση ελατηρίου και την απόσταση από κέντρο σε κέντρο]. Διαδρομή τροχού 115 χιλ. [130 χιλ.]
Φρένα
Μπροστά: Δύο χαμηλού βάρους πλευστοί δίσκοι Æ 330 χιλ. από ανοξείδωτο ατσάλι με αλουμινένια φλάντζα 6 πείρων. Brembo Stylema® [M50] monobloc ακτινικές δαγκάνες με 4Æ 30 χιλ. αντικριστά έμβολα. Μεταλλικά τακάκια. Μεταλλικά σωληνάκια υψηλής πίεσης. Ακτινική αντλία.
 
Πίσω: Δίσκος Æ 220 χιλ., δαγκάνα Brembo με δύο ξεχωριστά έμβολα Æ 32 χιλ. Μεταλλικά τακάκια. Αντλία με ενσωματωμένο δοχείο και μεταλλικό σωληνάκι υψηλής πίεσης
 
Bosch 9.1 MP ABS με λειτουργία κλίσης στις στροφές (cornering), ρυθμιζόμενο με 3 χάρτες και εφοδιασμένο με λειτουργία περιορισμού ανύψωσης του πίσω τροχού RLM (Rear wheel Lift-up Mitigation) [μπορεί να απενεργοποιηθεί].
 
 
Τροχοί
Μηχανικά κατεργασμένοι τροχοί από κράμα αλουμινίου με 5 μπράτσα [Aprilia τροχοί από κράμα αλουμινίου με 3 μπράτσα].
Μπροστά: 3.5”X17”
Πίσω: 6”X17”
Ελαστικά
Radial χωρίς σαμπρέλα.
μπροστά: 120/70 ZR 17
πίσω: 200/55 ZR 17 (εναλλακτικά: 190/50 ZR 17; 190/55 ZR 17)
 
 
Διαστάσεις
Μεταξόνιο: 1439 χιλ. [1441,6 χιλ.]
Μήκος: 2052 χιλ. [2055 χιλ.]
Πλάτος: 735 χιλ.
Ύψος σέλας: 851 χιλ. [853 χιλ.]
Γωνία κάστερ: 24,5° [24,6°]
Ίχνος: 103,8 χιλ. [101,9 χιλ.]
Βάρος στεγνό
Βάρος σε κατάσταση λειτουργίας
177 κιλά [180 κιλά]
199 κιλά [204 κιλά] με γεμάτο ρεζερβουάρ
Κατανάλωση
6,50 λίτρα/100 χλμ. [6,67 λίτρα/100 χλμ.]
Ρύποι CO2
155 γρ./χλμ. [156 γρ./χλμ.]
Χωρητικότητα καυσίμου
18,5 λίτρα (περιλαμβάνεται ρεζέρβα 4 λίτρων)

 

Ετικέτες

Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στα Μέγαρα!

Ίδια ηλεκτρική βάση, διαφορετικός χαρακτήρας για την naked και την on-off
Η Can-Am επέστρεψε στις μοτοσυκλέτες - Τις οδηγούμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

8/10/2025

Οι Pulse και Origin είναι πλέον διαθέσιμες στο ελληνικό κοινό και εμείς βρεθήκαμε στην πίστα καρτ των Μεγάρων για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες που βάζουν ξανά την Can-Am στον δίτροχο χάρτη.

Η Can-Am επιστρέφει στην κατασκευή μοτοσυκλετών έπειτα από δεκαετίες και επιλέγει να το κάνει με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin απευθυνόμενη σε ένα κοινό που είναι από τώρα πρόθυμο να κάνει την μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στους ηλεκτρικούς, παρά το γεγονός ότι καινούργιες μοτοσυκλέτες με θερμικούς κινητήρες θα είναι διαθέσιμες στην ΕΕ για πολλά, πάρα πολλά χρόνια ακόμη, όπως έχουμε ξεκάθαρα αναλύσει στο MOTO.

Σε μία προσεγμένη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πίστα καρτ των Μεγάρων, η Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ, η εταιρεία που αντιπροσωπεύει τα προϊόντα της BRP (Sea-Doo, Ski-Doo, Can-Am) στην Ελλάδα εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, κάλεσε τον ελληνικό Ειδικό Τύπο, για μια πρώτη επαφή με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της καναδικής εταιρείας στο ασφαλές περιβάλλον της πίστας. Πριν όμως μιλήσουμε για αυτή την πρώτη μας επαφή με τις ηλεκτρικές Pulse και Origin ας δούμε πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά τους και τι φέρνουν στο δίτροχο "τραπέζι".

Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα 2025

Κοινή βάση, διαφορετικός χαρακτήρας και στόχος

Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση και απευθύνονται η μία στον “ανήσυχο” αναβάτη που θέλει και περιπετειούλες στο χώμα και η άλλη σε εκείνον που θέλει να απολαύσει την ήσυχη, δυναμική και ραφιναρισμένη λειτουργία του ηλεκτρικού κινητήρα αποκλειστικά στην άσφαλτο. Με την αυτονομία που προσφέρει η σχετικά μεγάλη συστοιχία μπαταριών των 8,9 kWh οι δύο μοτοσυκλέτες υπόσχονται να τα καταφέρουν περίφημα στο αστικό και περιαστικό περιβάλλον έχοντας ικανή αυτονομία για να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες μετακίνησης χωρίς να υπάρχει το άγχος ότι θα ξεμείνεις από "ζουμί" γυρνώντας στο σπίτι.

Η Origin είναι ο φόρος τιμής της Can-Am στην Off-Road κληρονομιά της, με διττό χαρακτήρα ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες κίνησης του αναβάτη όσο και τις σύντομες εκτός δρόμου ανησυχίες του στο περιαστικό περιβάλλον. Από την άλλη, η Pulse είναι μια naked μοτοσυκλέτα που έχει και αυτή όρθια θέση οδήγησης, κάτι μεταξύ πολιτικού supermoto και on-off, επίσης με άνετες γωνίες για τα χέρια και τα πόδια.

​ Can-Am Origin & Pulse - Παρουσίαση στα Μέγαρα

Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται τον ηλεκτροκινητήρα E-Power της θυγατρικής Rotax που υπάγεται επίσης στην BRP όπως και η Can-Am, με τη μετάδοση να γίνεται απευθείας χωρίς κιβώτιο στον πίσω τροχό, ενώ η ύπαρξη ηλεκτρικού μοτέρ προσθέτει στις ευκολίες για τον αναβάτη και την όπισθεν. Ο ηλεκτρικός κινητήρας βρίσκεται πίσω από την κάσα της μπαταρίας, είναι υγρόψυκτος όπως η ίδια η μπαταρία, ενώ υγρόψυκτοι είναι επίσης ο εναλλάκτης αλλά και ο ενσωματωμένος φορτιστής, κάτι που εξασφαλίζει σταθερότητα στην απόδοση του συστήματος σε όλες τις συνθήκες και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για τα κελιά της μπαταρίας.

Και στις δύο περιπτώσεις η απόδοση του ηλεκτρικού κινητήρα φτάνει στο μέγιστο όριο των 47 ίππων (35 KW) που επιβάλλει η κατηγορία Α2 με τη ροπή να βρίσκεται στα 7,34 kgm στις 4.600 σ.α.λ., αν και στην πραγματικότητα βρίσκεται κοντά σε αυτήν την τιμή σχεδόν από τις πρώτες περιστροφές. Με το μοτέρ στους 47 ίππους η Can-Am ανακοινώνει 0-100 χλμ./ώρα σε 3,8 δευτερόλεπτα για την Pulse και 4,3 δευτερόλεπτα για την Origin και τελική που περιορίζεται ηλεκτρονικά στα 129 χλμ./ώρα. Η τελική μετάδοση γίνεται με αλυσίδα που είναι κλειστή σε μπάνιο λαδιού, με το κέλυφος να ντουμπλάρει και ως μονόμπρατσο ψαλίδι. Το όφελος εδώ είναι μεγάλο για τη μακροζωία της αλυσίδας με την Can-Am να αναφέρει έλεγχο και αντικατάσταση κάθε 25.000 χλμ. χωρίς να χρειάζεται ενδιάμεσα κάποιου είδους συντήρηση.

Οι δύο μοτοσυκλέτες είναι διαθέσιμες με τον ίδιο ηλεκτρικό κινητήρα και για κατηγορία διπλώματος "Α1" με την απόδοσή στα χαρτιά να μειώνεται στους 15 ίππους (11 KW). Λέμε στα χαρτιά γιατί στην πράξη ο κινητήρας δίνει την αίσθηση ότι είναι πολύ πιο δυνατός -πολύ πιο κοντά στην "ανοιχτή" έκδοσή του από ό,τι περιμένεις- και θυμίζει συμβατικό κινητήρα που έχει τουλάχιστον υπερδιπλάσια χωρητικότητα από 125άρη λόγω της ροπής που ανακοινώνεται ίδια και στις δύο περιπτώσεις.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν ίδιο πλαίσιο και διαφορετικό υποπλαίσιο που εδράζεται πάνω στην κοινή κάσα της μπαταρίας η οποία αποτελεί το κυρίως δομικό μέρος του πλαισίου. Φέρουν επίσης ίδιο ενσωματωμένο φορτιστή 6,6 kW, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ σε μια συμβατική μοτοσυκλέτα (μικρότερο στην Origin) και μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη αφής (!) με διαγώνιο στις 10,25 ίντσες και δυνατότητα συνδεσιμότητας. 

Η αυτονομία που προσφέρει η μπαταρία με μία πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει στον αστικό κύκλο του πρωτόκολλου μετρήσεων WMTC τα 160 χλμ. στην Pulse και τα 145 στην Origin. Στον συνδυασμένο κύκλο του WMTC η αυτονομία είναι 115 χλμ. για την Origin (84 με σταθερή ταχύτητα 80 χλμ./ώρα) και 130 χλμ. για την Pulse -89 χλμ. με την σταθερή ταχύτητα των 80 χλμ./ώρα. Ενσωματώνεται επίσης και σύστημα ανάκτησης ενέργειας που φορτίζει την μπαταρία κατά την επιβράδυνση, με τον αναβάτη να μπορεί να το ενεργοποιήσει και αυτοβούλως περιστρέφοντας αντίθετα το γκριπ του γκαζιού, ενώ ρυθμίζεται σε δύο επίπεδα έντασης.

Ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φορτίσει η μπαταρία από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0% στο 100% χρειάζεται 90 λεπτά με την ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα να βρίσκεται στα 129 χλμ./ώρα. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τρία προγράμματα λειτουργίας για τον κινητήρα, τα Eco (αυξάνει την αυτονομία και περιορίζει την απόδοση), Rain και Sport+ για την Impulse με την Origin να προσθέτει ένα ακόμη, το “Off-Road”, για εκτός δρόμου χρήση.

Στον τομέα των αναρτήσεων την ευθύνη μπροστά αναλαμβάνει η ΚΥΒ με ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 43mm και διαδρομή στα 255 χλστ. στην Origin και στα 140 χλστ. για την Pulse που φέρει USD πιρούνι 41 χλστ. Επίσης 255 χλστ. είναι η διαδρομή του πίσω τροχού στην ηλεκτρική on-off με το μονό αμορτισέρ να είναι πλήρως ρυθμιζόμενο, ενώ στην Pulse το αμορτισέρ προέρχεται από τη Sachs, ρυθμίζεται μόνο ως προς την προφόρτισή του ελατηρίου και έχει διαδρομή 140 χλστ.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Ο off-road χαρακτήρας της Pulse ενισχύεται από την ύπαρξη ακτινωτών τροχών 21 και 18 ιντσών εμπρός και πίσω αντίστοιχα με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 πίσω για τα διπλής χρήσης Dunlop D605. Αντίστοιχα στην Pulse οι ζάντες είναι χυτές αλουμινίου 17 ιντσών και στα δύο άκρα, ενώ εδώ ελαστικό πρώτης τοποθέτησης είναι το Dunlop Sportmax GPR-300 με διαστάσεις 110/70 μπροστά και 150/60 πίσω.

Για την επιβράδυνση φροντίζει και στις δύο περιπτώσεις ένας δίσκος των 320mm μπροστά που συνεργάζεται με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan, ενώ το πίσω δισκόφρενο έχει διάμετρο 240 χλστ. και η δαγκάνα είναι ενός εμβόλου. Τη λειτουργία "επιτηρεί" μονάδα ABS στην A2 αλλά και στην Α1 έκδοση.

Για την Origin το μήκος βρίσκεται στα 2.204 χλστ., το πλάτος στα 861 χλστ., το ύψος στα 1,414 χλστ. και η απόσταση από το έδαφος στα 274 χλστ., ενώ η σέλα απέχει από το έδαφος 865 χλστ. Η κάστερ είναι στις 30 μοίρες και το ίχνος στα 118 χλστ., ενώ το μεταξόνιο βρίσκεται στα 1.503 χλστ. 

Λόγω των διαφορετικών τροχών αλλά και των μικρότερων διαδρομών των αναρτήσεων, η Pulse, που έχει και διαφορετικό υποπλαίσιο και μικρές αλλαγές στον λαιμό, φτάνει σε μήκος τα 2.030 χλστ. με το πλάτος στα 947 χλστ. και το ύψος στα 1.171 χλστ. Εδώ το μεταξόνιο είναι 1.412 χλστ. με την κάστερ στις 27,2 μοίρες και το ίχνος στα 101 χλστ., ενώ το ύψος της σέλας βρίσκεται στα 784 χλστ. Διαφορές έχουμε και στο βάρος με την Origin να ζυγίζει επίσημα 187 κιλά και την Pulse 10 λιγότερα, στα 177 κιλά.

Origin και Pulse είναι διαθέσιμες σε δύο διαφορετικές εξοπλιστικές εκδόσεις που προσθέτουν στο συνθετικό του ονόματός τους το "’73" και χαρακτηρίζονται από τον πλουσιότερο εξοπλισμό και έξτρα λεπτομέρειες όπως η κοντή φιμέ ζελατίνα, τα πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα με το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα.

Ησυχία και ευχάριστη αίσθηση
Η πρώτη επαφή μας με τις δύο ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες της Can-Am μάς έδειξε ότι η καναδική εταιρεία ξόδεψε χρόνο και χρήμα για τη σχεδίαση και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών της και παρόλο που η βάση είναι ίδια κάθε μοτοσυκλέτα έχει τον δικό της χαρακτήρα και εντάσσεται πλήρως στην κατηγορία που θέλει να ανήκει χωρίς "αλλά". Βέβαια και οι δύο προτάσεις της Can-Am, ελέω της αυτονομίας που προσφέρει η υγρόψυκτη μπαταρία τους, δεν μπορούν να έχουν κάποιον άλλο ρόλο εκτός από εκείνον του commuter ακόμη και στις πιο φιλικές προς τα ηλεκτρικά χώρες όπου το δίκτυο φόρτισης δεν είναι τόσο ελλιπές όσο αυτό της Ελλάδας.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η ποιότητα κατασκευής βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και οι δύο μοτοσυκλέτες σε καλοσωρίζουν με μια άνετη θέση οδήγησης που χαρακτηρίζεται και στις δύο περιπτώσεις από το ψηλά τοποθετημένο τιμόνι. Χώρος στη σέλα υπάρχει μπόλικος και για τους ψηλούς με την απόσταση των μαρσπιέ από αυτή να είναι λογική, ενώ ακόμη και στην ψηλότερη Origin οι κοντύτεροι δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα αφού η μοτοσυκλέτα είναι στενή, δεν ανοίγει πολύ τα πόδια και αυτά φτάνουν στο έδαφος χωρίς να δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα.

Στην πίστα καρτ βέβαια όπου έγινε η πρώτη επαφή με τις δύο Can-Am βρέθηκα αρχικά στη σέλα της Pulse, στην έκδοση "Α1", η οποία ήταν και η ευχάριστη έκπληξη μεταξύ των δύο εκδόσεων λόγω της απόδοσης του ηλεκτρικού κινητήρα. Γιατί μπορείς και με το δίκιο σου να περιμένεις από την "Α2" μοτοσυκλέτα να έχει μπόλικο και χορταστικό ηλεκτρικό "γκάζι", όχι όμως και από την πιο αδύναμη έκδοση που αν ήταν συμβατική θα είχε κινητήρα πολύ μεγαλύτερης χωρητικότητας από 125 κ.εκ. για να το φτάσει σε επιταχύνσεις και ρεπρίζ.

Σίγουρα εκείνοι που έχουν στα χέρια τους δίπλωμα A1, αλλά και οι οδηγοί αυτοκινήτου που το έχουν αναβαθμίσει, θα αισθανθούν από την πρώτη στιγμή ότι κλέβουν εκκλησία αφού ο ηλεκτρικός κινητήρας της Impulse υπακούει στο παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού και μεταφέρει άμεσα μπόλικη ροπή στον πίσω τροχό σχεδόν διαισθητικά. Με τη συστοιχία μπαταριών να έχει τοποθετηθεί στο σωστό σημείο η Impulse παρουσιάζει πολύ καλή συγκέντρωση μαζών και αλλάζει με χάρη κατεύθυνση με τη θέση οδήγησης να προσφέρει πολύ καλό έλεγχο. Πολύ καλή είναι και η αίσθηση που δίνει το πιρούνι, τουλάχιστον σε άσφαλτο που δεν έχει τις ανωμαλίες των ελληνικών δρόμων όπως στην πίστα καρτ των Μεγάρων. Μπορείς να την πιέσεις στα φρένα και αυτά να κατεβάσουν τη δύναμή τους χωρίς παρατράγουδα και έπειτα να πάρεις μεγάλη κλίση με αυτοπεποίθηση, μέχρι το μαρσπιέ να αρχίσει να ξύνει την άσφαλτο.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025

Η "Α2" έκδοση με τους 42 ίππους προσφέρει ακόμη πιο απολαυστική επιτάχυνση χωρίς άλλες διαφορές στη συμπεριφορά της έναντι της μικρότερης Impulse. Εδώ ο εμπρός δίσκος  και ο μονός εμπρός δίσκος, είναι στην πραγματικότητα αρκετός λόγω της τελικής που περιορίζεται στα 129 χλμ./ώρα. Όχι ότι κατάφερα να τελικιάσω μέσα στην πίστα καρτ αλλά κάθε φορά που επιβράδυνα δυνατά η δύναμη ερχόταν γραμμικά και αναλογικά ως προς τη δύναμη που ασκούσα στη μανέτα, χωρίς αρχικό δάγκωμα και το φρένο μου έδειχνε ότι θα μπορούσε να επιβραδύνει με ασφάλεια τη μοτοσυκλέτα και στην μικρή τελική ταχύτητα της. Βέβαια μια 4πίστονη διαγκάνα θα προσέφερε ακόμη περισσότερη δύναμη που δεν θα πήγαινε χαμένη στη naked, αν ο αναβάτης της ήθελε να κινηθεί πιο επιθετικά και όχι απλά σβέλτα. Στην επιβράδυνση, στρέφοντας το γκάζι προς την αντίθετη κατεύθυνση ο ηλεκτροκινητήρας λειτουργεί σαν γεννήτρια για την μπαταρία και μαζί με αυτό προσθέτει λίγη ακόμη επιβραδυντική ισχύ, ενώ η ένταση του συστήματος ανάκτησης ενέργειας μπορεί να ρυθμιστεί και να προσομοιώσει ακόμη καλύτερα το φρένο του συμβατικού κινητήρα.

Πάνω-κάτω τα ίδια ισχύουν και για την Origin, την οποία οδήγησα επίσης στην μικρή πίστα χωρίς να πατήσω καθόλου χώμα. Εδώ βέβαια τα πιο στενά ελαστικά, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη αδράνεια των βαρύτερων ακτινωτών τροχών -ειδικά του εμπρός των 21 ιντσών- δίνουν μια δικαιολογημένα βαρύτερη αίσθηση στην αλλαγή κατεύθυνσης. Παράλληλα, οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι και πιο μαλακές και έτσι η μεταφορά βάρους στα φρένα είναι πιο έντονη, όσο περιμένεις όμως από μία on-off. Η Origin σου δίνει και αυτή σιγουριά από το μπροστινό της και σου επιτρέπει να την οδηγήσεις σβέλτα επιλέγοντας και διαφορετικό στιλ "αλά supermoto" στις πιο σφιχτές στροφές μέχρι να ξύσει και αυτή τα μαρσπιέ της. Σε γενικές γραμμές και οι δύο μοτοσυκλέτες είναι πολύ ευχάριστες στην οδήγησή τους, κρύβουν πολύ καλά το βάρος τους, το οποίο χωρίς να είναι αμελητέο βρίσκεται σε λογικό επίπεδο και είναι παράλληλα πολύ προσεγμένες στην κατασκευή τους.

Can-Am Origin & Pulse στα Μέγαρα παρουσίαση 2025


Κοιτάζοντας μπροστά
Origin και Pulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που δεν απευθύνονται σε όσους κινούνται με σφιχτό μπάτζετ για την αγορά της επόμενης Α2 ή Α1 μοτοσυκλέτας τους. Είναι premium ηλεκτρικές για τους συνειδητοποιημένους αναβάτες που ασπάζονται όλα τα θετικά που φέρνει η ηλεκτρική ενέργεια στους δύο τροχούς αναφορικά με τους εκπεμπόμενους ρύπους και είναι πρόθυμοι να κάνουν συμβιβασμούς με την περιορισμένη αυτονομία που προσφέρουν. Κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις πάντα, στην προκειμένη περίπτωση το κέρδος προκύπτει από την γεμάτη απόδοση του ηλεκτρικού μοτέρ σε όλο το φάσμα λειτουργίας αλλά και το ελάχιστο δυνατό κόστος κίνησης που μπορεί να ντροπιάσει ακόμη και παπί αναφορικά με την κατανάλωση ή τα ευρώ/100 χλμ. αν προτιμάτε. Ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα χρήματα που κοστίζουν οι Origin και Pulse πηγαίνει στο προηγμένο σύστημα κίνησης, το οποίο είναι πλήρως υγρόψυκτο, κάτι μοναδικό για τον κόσμο των δύο τροχών. Είναι παράλληλα πολύ ευχάριστο κατά τη λειτουργία του, ήσυχο και απίστευτα πολιτισμένο με την τεράστια ροπή και τον ακαριαίο αλλά πλήρως αναλογικό τρόπο απόδοσης στην περιστροφή του δεξιού γκριπ να μην αφήνει περιθώριο σύγκρισης με συμβατικό μοτέρ ειδικά στην A1 έκδοση. Μεγάλο μέρος του κόστους αφορά φυσικά και την ίδια την μπαταρία με τις σπάνιες γαίες που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της και ανεβάζουν σημαντικά την τιμή έναντι μιας συμβατικής μοτοσυκλέτας. Όλα αυτά βέβαια θα τα δούμε σε βάθος κατά την αναλυτική δοκιμή τους, όπως φυσικά και το πώς συμπεριφέρονται σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης.

Η Can-Am προσπάθησε να σκοράρει δυνατά σε τομείς όπως η ποιότητα κατασκευής και η συμπεριφορά και δείχνει να το έχει πετύχει, ενσωματώνοντας και προηγμένες για ηλεκτρικά τεχνολογίες στα μοντέλα της με τον αναβάτη να κερδίζει επίσης σε συνδεσιμότητα μέσω της hi-tech οθόνης αφής. Το σύστημα προσφέρει και τη δυνατότητα Over-the-Air αναβαθμίσεων, για τα ηλεκτρονικά, τον κινητήρα και την μπαταρία της, περιορίζοντας έτσι τις επισκέψεις στο συνεργείο και το όποιο έξτρα κόστος συνεπάγεται αυτό. Αν θέλετε να ξεχωρίζετε στις μετακινήσεις σας, η Origin και η Impulse είναι δύο μοτοσυκλέτες που το κάνουν και αυτό και αποτελούν δυνατό αντίπαλο για αντίστοιχης απόδοσης ηλεκτρικά δίκυκλα δίνοντας παράλληλα και κύρος στον αναβάτη τους. Βεβαία όλα αυτά θα τα δούμε πιο διεξοδικά κατά την πλήρη δοκιμή των δύο μοτοσυκλετών σε πραγματικές συνθήκες κίνησης

Οι μοτοσυκλέτες της Can-Am καλύπτονται από 2ετή εγγύηση εκτός από την μπαταρία όπου η εγγύηση φτάνει τα πέντε χρόνια ή τα 50.000 χιλιόμετρα. Οι τιμές τους χωρίς να υπολογίζεται σε αυτής η επιδότηση από το κρατικό πρόγραμμα "Κινούμαι Ηλεκτρικά 3" (επιδότηση 20% της τιμής προ ΦΠΑ και με μέγιστο ποσό επιδότησης 700 ευρώ για ηλεκτρικά δίκυκλα κατηγορίας L1e έως L4e.) ξεκινούν από τα 14.000 ευρώ που βρίσκεται στο πλαίσιο του ηλεκτρικού ανταγωνισμού:

Μοντέλο

Έκδοση

Ισχύς

Χρώμα

Κιτ συνεπιβάτη

Τιμή

Pulse

Standard

11 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Bright White

 

14.000 €

Pulse

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.000 €

Pulse

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.000 €

Origin

Standard

11 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

35 kW

Bright White

 

14.800 €

Origin

Standard

11 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

Standard

35 kW

Carbon Black

ΝΑΙ

15.800 €

Origin

73

35 kW

Sterling Silver

ΝΑΙ

17.500 €