BMW GS Trophy 2020: Περιπέτεια στη Νέα Ζηλανδία!

Με απίστευτες δοκιμασίες!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

10/2/2020

Για το 2020 η BMW αποφάσισε να διοργανώσει το GS Trophy στη μαγευτική Νέα Ζηλανδία. Πάνω από 20 εθνικές και όχι μόνο ομάδες –αποτελούμενες από τρεις αναβάτες- έλαβαν μέρος στον θεσμό που διοργανώνει ο γερμανικός κολοσσός, ενώ μέσα σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν και δυο ομάδες γυναικών!

Αφετηρία ήταν η παραλία Napier και οι αναβάτες είχαν ξυπνήσει απ’ τα άγρια χαράματα –στις 5:30 π.μ.- για να προετοιμαστούν για μια επική διαδρομή που θα διαρκούσε πάνω από 11 ώρες. Μέσα από δύσβατα και μαγευτικά μονοπάτια οι ομάδες, αφότου διέσχισαν την ηφαιστειογενή περιοχή Putauaki ανέβηκαν στην κορυφή του Edgecumbe, ενός ανενεργού ηφαιστείου, με υψόμετρο 821μ. Έπειτα, περιπλανήθηκαν σε δάση και βρέθηκαν σε χωματόδρομους κοντά στις ακτές των ποταμιών.

Η BMW θέλοντας να κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα, είχε προσθέσει και προκλήσεις μέσα στη διαδρομή με διάφορες δοκιμασίες, όπως την ανάβαση λόφων με μεγάλη κλίση – εκεί σημειώθηκαν και αρκετές πτώσεις. Μάλιστα, κάθε πτώση είχε και αρνητική βαθμολογία για τις ομάδες.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει πλούσιο gallery

Αφότου το καραβάνι άφησε πίσω του τα ποτάμια έθεσε ως προορισμό τους καταρράκτες Mokau, που βρίσκονται στη λίμνη Wikaremoana. Εκεί τους περίμενε και η δεύτερη δοκιμασία, που θύμιζε περισσότερο αγώνα Trial, καθώς για την επιτυχή ολοκλήρωσή της χρειαζόταν η άριστη συνεργασία του αναβάτη με τους teammates του.

Κάθε ομάδα επέλεγε έναν αναβάτη της και του έδενε τα μάτια μόλις ανέβαινε στη μοτοσυκλέτα του. Σκοπός του Sena Challenge” ήταν να χρησιμοποιήσουν τα μέλη της ομάδας το σύστημα ενδοεπικοινωνίας της Sena και να καθοδηγήσουν σωστά τον “τυφλό” αναβάτη μέσα από μια slalom διαδρομή.

Μετά την ολοκλήρωση της δοκιμασίας, το “Rally” της BMW κατευθύνθηκε για την παραλία Hawke. Μέχρι να φτάσουν εκεί το τερέν να άλλαξε πολλές φορές, από βατό χωματόδρομο, σε σαθρό και δύσκολο μέχρι και σε πολύ τεχνικό με κοτρώνες, ενώ απ’ του μενού δεν έλειψε και η επίθεση ενός κοπαδιού από πρόβατα. Ο τερματισμός ήταν λίγο έξω απ’ το λιμάνι του Napier, με το καραβάνι ουσιαστικά να επιστρέφει εκεί όπου ξεκίνησε.

Η δεύτερη μέρα επιφύλασσε μια διαδρομή 321 χιλιομέτρων με τα 180 από αυτά να είναι στην άσφαλτο, τα 170 στο χώμα και τα 10 στην άμμο. Παράλληλα, μέσα στο πρόγραμμα υπήρχαν και τρεις προκλήσεις για τις ομάδες. Οι αναβάτες κινήθηκαν κατά μήκος της παραλίας μέχρι να φτάσουν στο Ακρωτήρι του Απαγωγέα (σ.σ. Το Cape Kidnappers πήρε το όνομά του το 1769, όταν οι Μαορί ιθαγενείς απήγαγαν τον μούτσο του Καπετάνιου James Cook). Εκεί τους περίμενε η πρώτη πρόκληση που δεν ήταν άλλη απ’ το να σπρώξουν τα μέλη της ομάδας σβηστή μια μοτοσυκλέτα τους μέσα σε μια διαδρομή slalom.

Μετά από αρκετό κόπο, καθώς πέρα απ’ το βάρος των μοτοσυκλετών το αμμώδες έδαφος έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα, οι ομάδες άφησαν πίσω τους την παραλία και κατευθύνθηκαν στην ενδοχώρα. Πέρασαν απ’ τους διάσημους αμπελώνες των Elephant Hill, Black Ridge και Clear View μέχρι να φτάσουν στην Wairarapa. Από εκεί κατευθύνθηκαν νότια με προορισμό το Herbertville και στόχο να ξαναβρεθούν στην παραλία, που τους περίμενε η δεύτερη πρόκληση. Ήταν ένας αγώνας πήγαινε-έλα κατά μήκος της αμμουδιάς και αυτός που θα σταματούσε επιτυχώς στο “stop box” θα ήταν ο νικητής.

Το τελευταίο σκέλος της δεύτερης μέρας περιλάμβανε μια μεικτή διαδρομή 200km γεμάτη στροφές και με την άσφαλτο να δίνει τη θέση της στους χωματόδρομους συχνά-πυκνά. Ο τερματισμός ήταν στο Castlepoint – άλλο ένα απ’ τα μέρη που είχε ανακαλύψει ο Cook και πήρε το όνομά του απ’ τη μορφολογία της παραλίας, που περικυκλώνεται και προστατεύεται από βράχους.

Η τελευταία δοκιμασία της ημέρας ήταν ένα διαγωνισμός φωτογραφίας. Οι φωτογραφίες που τράβηξαν οι αναβάτες θα αναρτηθούν εδώ στις 11 Φεβρουαρίου και για 24 ώρες όσοι θέλουν, μπορούν να επιλέξουν την καλύτερη (σ.σ. η ιστοσελίδα θα ενεργοποιηεθί στις 11/02).

Η BMW είναι μια premium εταιρεία μοτοσυκλετών και αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από την αξία των μοτοσυκλετών της όσο και από αυτά που διοργανώνει για τους πιστούς αναβάτες της. Το GS Trophy είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, ενισχύοντας τους δεσμούς της εταιρείας με όσους εμπιστεύονται το όνομά της μέσω της μοτοσυκλετιστικής κουλτούρα που προάγει.

Ετικέτες

Αλγόριθμος της Ducati προβλέπει και προσαρμόζει δυναμικά τη συντήρηση της Desmo450 MX

Καινοτομία των Ιταλών στο off-road με σύστημα που προσαρμόζει τα service ανάλογα με τη χρήση της μοτοσυκλέτας
Ducati Desmo 450MX Adaptive maintenance
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

29/4/2026

Ένας αλγόριθμος της Ducati Corse αλλάζει τα δεδομένα υπολογίζοντας τη φθορά του κινητήρα σε πραγματικό χρόνο και παραμετροποιώντας τα διαστήματα συντήρησης αναλόγως.

Η Ducati εισάγει μια σημαντική καινοτομία στον κόσμο του off-road, παρουσιάζοντας σύστημα “πρόβλεψης” της συντήρησης για τη Ducati Desmo450 MX. Με την εφαρμογή προηγμένων ηλεκτρονικών στο motocross, όπως traction control που υπολογίζει με ακρίβεια την ολίσθηση του πίσω τροχού, η ιταλική εταιρεία κάνει το επόμενο βήμα, εστιάζοντας πλέον στη βελτιστοποίηση της συντήρησης.

Η τεχνολογία εξελίχθηκε από τη Ducati Corse, αξιοποιώντας εμπειρία από τα πρωταθλήματα Superbike και MotoGP. Στην καρδιά του συστήματος βρίσκεται ένας νέος αλγόριθμος που υπολογίζει σε πραγματικό χρόνο έναν δείκτη καταπόνησης του κινητήρα, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους λειτουργίας αλλά και τις συνθήκες χρήσης, όπως το τερέν στο οποίο κινείται η μοτοσυκλέτα.

Ο δείκτης αυτός τροφοδοτεί έναν “μετρητή φθοράς” που αυξάνεται δυναμικά και καθορίζει τα διαστήματα συντήρησης, αντικαθιστώντας τα παραδοσιακά, σταθερά διαστήματα service. Έτσι, η συντήρηση προσαρμόζεται πλήρως στο οδηγικό προφίλ του αναβάτη, πιο συχνή για έντονη ή αγωνιστική χρήση, πιο αραιή για ερασιτεχνική οδήγηση.

Ducati Desmo 450 MX Adaptive maintenance

Όλες οι πληροφορίες εμφανίζονται σε πραγματικό χρόνο μέσω της εφαρμογής Ducati X-Link, διαθέσιμης για iOS και Android, επιτρέποντας στον αναβάτη να παρακολουθεί εύκολα πότε απαιτείται service. Η ενεργοποίηση του συστήματος γίνεται με δωρεάν αναβάθμιση λογισμικού στην ECU μέσω του επίσημου δικτύου της Ducati.

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα είναι η δυνατότητα επέκτασης των διαστημάτων συντήρησης όταν η χρήση είναι πιο ήπια από το προβλεπόμενο. Το αρχικό πλάνο έχει βασιστεί στη χρήση της μοτοσυκλέτας από τον Alessandro Lupino, κάτι που σημαίνει ότι για λιγότερο απαιτητική οδήγηση, ο ιδιοκτήτης μπορεί να καθυστερήσει το service, μειώνοντας το κόστος χρήσης.

Στην πράξη, το μεσαίο service, που περιλαμβάνει αντικατάσταση πιστονιού και έλεγχο βαλβίδων, μπορεί να πραγματοποιηθεί μεταξύ 45 και 60 ωρών λειτουργίας, ανάλογα με τη φθορά. Αντίστοιχα, το πλήρες service κινητήρα τοποθετείται μεταξύ 90 και 120 ωρών.

Με αυτή την τεχνολογία, η Ducati επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τη φιλοσοφία συντήρησης στις off-road μοτοσυκλέτες, εισάγοντας πιο “έξυπνες” λύσεις που προσαρμόζονται σε πραγματικές μετρήσιμες συνθήκες χρήσης και όχι σε θεωρητικά σενάρια και ωρόμετρα.