Η Honda στο Glemseck 101 - 2018

Εκεί που το παρελθόν ενώνεται με το μέλλον
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

3/9/2018

Η Honda έκανε παραπάνω από αισθητή τη παρουσία της, το σαββατοκύριακο που οργανώθηκε το Glemseck 101 στο Leonberg, της Γερμανίας, παρουσιάζοντας έξι τροποποιημένα μοντέλα και συμμετέχοντας παράλληλα στον αγώνα “Sprint Internation” των 200 μέτρων. Το Glemeck 101 γίνεται κάθε χρόνο εδώ και τα τελευταία 13 χρόνια, μαζεύοντας κάθε χρόνο πλήθος κόσμου για έναν αγώνα 200 μέτρων.

Τρείς από τις έξι custom μοτοσυκλέτες της Honda βασίζονται σε μοντέλα του παρελθόντος...

Ένα από αυτά είναι το CX500 που με τον V2 κινητήρα, εγκάρσια τοποθετημένο, αποτελεί μια από τις αγαπημένες επιλογές των customisers. Εκεί βρίσκονταν η βραβευμένη μοτοσυκλέτα που κατασκευάστηκε από τον Michael Michael της Libra Coach works (του Darford της Αγγλίας), καθώς αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα του είδους, κατασκευασμένη στο χέρι, απ’ την σέλα με σταυροβελονιά - μέχρι τα τελικά της εξάτμισης.

Το δεύτερο μοντέλο δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το CB 750, καθώς αποτελεί ένα από τα πιο ποθητά μοντέλα στο χώρο των custom. Ειδικότερα εκεί βρίσκονταν η πρόταση των Kaspeed Customs (του πατέρα και των δύο γιών της οικογένειας Karsten) που για τη κατασκευή του αναλώθηκαν πάνω από 200 εργατοώρες, χρησιμοποιώντας το 3D CAD για να δημιουργήσουν ένα όμορφα-ζυγισμένο αποτέλεσμα (πρώτα στον υπολογιστή και έπειτα στη πραγματικότητα), με το νέο αλουμινένιο μπροστινό φτερό, το επιμηκυμένο χειροποίητο ρεζερβουάρ και τον κλασσικό κοκοβιό των Café racers.

Τρίτο και τελευταίο ήταν το Honda Gold Wing 1000 πρώτης γενιάς, που ξεκίνησε ως μια μοτοσυκλέτα της γυμνής κατηγορίας της δεκαετία του ’70. Κατασκευασμένο από τον Ολλανδό Roy Holtman, η custom μοτοσυκλέτα εστιάζει στην απλότητα της κατασκευής του αρχικού τετρακύλινδρου boxer κινητήρα. Το ειδικά τροποποιημένο ρεζερβουάρ, το κάθισμα και οι διπλές εξατμίσεις από κάθε πλευρά, σε συνδυασμό με το στρατιωτικό κουτί κάτω από τη σέλα ολοκληρώνουν την εικόνα, δίνοντας μια γεύση άλλης εποχής, τότε που η Gold wing έγινε σημείο αναφοράς στις μοτοσυκλέτες τουρισμού, με τα δεδομένα που τότε ίσχυαν.  

Τα υπόλοιπα custom μοντέλα είναι από τη τωρινή γκάμα της εταιρείας.

Πρώτο και καλύτερο ήταν το Monkey που από το καλοκαίρι που κυκλοφόρησε σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ευρώπη. Συνδυάζει καινούργια στοιχεία όπως το ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι, με τις διπλές αναρτήσεις πίσω, τα LCD όργανα, ABS με IMU και την τεχνολογία LED, στον κλασσικό σχεδιασμό του Monkey. Το μοντέλο υπήρξε ως επί των πλείστων μεταφορικό μέσω στα κάμπινγκ από όσους ταξίδευαν με τροχόσπιτα. Στο Glemseck 101, ο Dirk Öhlerking της Kingston Customs έδωσε μια off-road νότα, επανασχεδιάζοντας το Monkey ως Flat-track. Για την επίτευξη του στόχου χρειάστηκαν τροποποιήσεις που επηρέαζαν το πλαίσιο, ενώ το τιμόνι αλλάχθηκε με ένα τύπου flat-track, όπως και η χειροποίητη σέλα. Νέα είναι και η εξάτμιση, ενώ τα μαρσπιέ είναι από ένα Elsinore 125 του 1976. Τέλος την εικόνα ολοκληρώνει η τρικολόρε βαφή.

Τέλος οι άλλες δύο μοτοσυκλέτες ήταν τα CB1000R σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις. Η πρώτη ονομάζεται CB1000R Neo Daemon και σχεδιάστηκε στη Γερμανία από τον Jens Kratschmar, με μια εκτυπωμένη ανακλαστική μεμβράνη βινυλίου για το βάψιμο της μοτοσυκλέτας, ενώ το λευκό χρώμα κυριαρχούσε στην εξάτμιση, στα γκρίπ και στα λάστιχα. Τέλος χρησιμοποιήθηκαν νέα flash, τιμόνι και λάστιχα. Το δεύτερο CB1000R κατασκευάστηκε από τη Honda της Αγγλίας για την συμμετοχή στον αγώνα του “Sprint International” και παραδόθηκε στα χέρια του 5 φορές πρωταθλητή των 500 κυβικών των MotoGP Mick Doohan. Εξοπλισμένο με τις Öhlins αναρτήσεις της Fireblade SP, την εξάτμιση της Akrapovic, τα φρένα της Brembo, το χειροποίητο ψαλίδι και συμπλέκτη (όπως δείχνει είναι μεγαλύτερο σε μήκος από το αρχικό), τα αξεσουάρ της Rizoma και τη χρυσή τρικολόρε βαφή, το Glemseck CB1000R υπερτονίζει το χαρακτήρα των επιδόσεων της μοναδικής σχεδίασης Neo Sports Café.

Αυτές οι έξι μοτοσυκλέτες της Honda εκπροσωπούν ένα εκλεκτή μίξη που προέρχεται δεκαετίες πίσω από την ιστορία της Honda μέχρι σήμερα, ενώ παράλληλα εναρμονίζονται με τα λόγια του ιδρυτή της εταιρείας Soichiro Honda: “Η πραγματική ευτυχία βρίσκεται στην τελειοποίηση του έργου σου, χρησιμοποιώντας το μυαλό και της ικανότητες σου.”

Δείτε παρακάτω αναλυτικά όλες τις φωτογραφίες

Ετικέτες

LiveWire: Ψαλιδίζει την τιμή του One στην Ευρώπη ενόψει Honda WN7 – Φέρνει εσωτερικό ανταγωνισμό στη γκάμα της

Μεγάλες μειώσεις στην ευρωπαϊκή τιμή του LiveWire One για να σταθεί απέναντι στην Honda WN7
Livewire One
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

26/3/2026

Η αγορά των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών αρχίζει να ζεσταίνεται και η LiveWire αναπροσαρμόζει επιθετικά την τιμολογιακή πολιτική της για να σταθεί απέναντι στη WN7 της Honda, εγείροντας προβληματισμό για τη στρωμάτωση της δικής της γκάμας.

Η LiveWire προχωρά σε μια εντυπωσιακή μείωση τιμής για το κορυφαίο της μοντέλο One στην ευρωπαϊκή αγορά στα 14.790 ευρώ, περίπου 10.000 ευρώ κάτω από την αρχική του τιμή όταν παρουσιάστηκε. Η κίνηση αυτή έρχεται ως άμεση απάντηση στο νέο ηλεκτρικό μοντέλο της Honda, WN7, που έχει ήδη αρχίσει να ταράζει τα νερά.

WN7

Η Honda WN7, που παρουσιάστηκε στην EICMA 2025, αποτελεί την είσοδο της Honda στην κατηγορία των μεγάλων ηλεκτρικών μοτοσυκλετών. Με απόδοση περίπου 67 ίππων και αυτονομία που κυμαίνεται στα 140 χιλιόμετρα, μπορεί να μην ξεπερνά την LiveWire One σε απόλυτες επιδόσεις, όμως η τιμή της στη Γερμανία, στα €15.409 την καθιστά εξαιρετικά ανταγωνιστική.

Η One εξακολουθεί να υπερέχει σε ισχύ, φτάνοντας περίπου τους 100 ίππους, ενώ προσφέρει και μεγαλύτερη αυτονομία που σε ιδανικές συνθήκες αγγίζει τα 180 χιλιόμετρα. Με τη νέα τιμολόγηση η LiveWire επιχειρεί να κάνει προσιτή την επιλογή της σε γκάμα αναβατών που δεν βρίσκονταν πριν σε δίλημμα λόγω της σημαντικής διαφοράς κόστους.

S2

Πέρα από απάντηση στην ιαπωνική ηλεκτρική μοτοσυκλέτα όμως, η κίνηση αυτή φαίνεται να χτυπά και εσωτερικά τη γκάμα της εταιρείας. Η LiveWire S2, που ξεκινά από τα 12.290 ευρώ στην Γερμανία, βρίσκεται πλέον επικίνδυνα κοντά τιμολογιακώς στην One σε τιμή, χωρίς να προσφέρει τα ίδια επίπεδα επιδόσεων και εξοπλισμού. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο υποψήφιος αγοραστής καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο μοντέλα με μικρή διαφορά κόστους αλλά αισθητή διαφορά “μεγέθους” και δυνατοτήτων.

Η στρατηγική της LiveWire εγείρει ερωτήματα με την επιθετική μείωση τιμής της One, αντί της τοποθέτησης της S2 ως άμεση αντίπαλο του Honda να προβληματίζει, κάνοντας δύσκολο να επιλέξει κάποιος πλέον την S2, όταν με λίγα παραπάνω χρήματα μπορεί να αποκτήσει ένα σαφώς ανώτερο μοντέλο.

Livewire One

Σε μια αγορά που ακόμα παλεύει να πείσει το ευρύ κοινό να περάσει στην ηλεκτροκίνηση, τέτοιες κινήσεις μπορεί να φέρουν βραχυπρόθεσμα οφέλη σε πωλήσεις, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν εσωτερικές πιέσεις. Το αν η LiveWire θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τη συνοχή της γκάμας της μένει να φανεί και πιθανότατα να καθορίσει τη θέση της στη εποχή των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών.