Η ιστορία του ντελιβερά που τα έβαλε με την μαφία των σκούτερ του Λονδίνου

Αποκάλυψε μόνος του την ταυτότητά του
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/10/2019

Ενάμισι χρόνος έχει περάσει από την ημέρα που ο Omar Marjan, courier στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, αποφάσισε να καταγράφει συστηματικά πλέον τις καθημερινές διαδρομές του. Ο Omar είχε μόλις επιβιώσει από μία ένοπλη επίθεση με μαχαίρι που στόχο είχε να του κλέψουν το σκούτερ, το δεύτερο μιας και το πρώτο το είχαν ήδη αρπάξει. Πλήρωνε ήδη δόσεις για το PCX όταν προσπάθησαν να του αφαιρέσουν ένα Forza 300 μαχαιρώνοντάς τον με την λεπίδα να του διαπερνά το χέρι. Πάλεψε μαζί τους όχι από μαγκιά ή τσαμπουκά, αλλά με την αδρεναλίνη της στιγμής, που του είπε πως το να παλέψει είναι η μόνη ευκαιρία που έχει να βγει ζωντανός. Ο 22χρος Omar γινόταν εκείνη την στιγμή πιο πλούσιος σε εμπειρίες από τους ανήλικους ληστές και εν δυνάμει δολοφόνους που μαίνονται τους δρόμους του Λονδίνου. Αυτό θα του χάριζε το προτέρημα να καταλήξει σταδιακά ο κυνηγός τους…

Ο Omar ξόδευε περισσότερες από 50 ώρες στους δρόμους αυτούς κάθε εβδομάδα και τα πράγματα που έβλεπε ήταν απίστευτα. Ξεκινούσε για την δουλειά του με την ίδια ψυχολογία που έχει κάποιος που πηγαίνει για πόλεμο, κι αυτό γιατί οι κλέφτες με τα σκούτερ, δεν ήταν πλέον απλοί κλέφτες παρκαρισμένων μοτοσυκλετών. Ορμούσαν -ορμούν και τώρα δεν έχει αλλάξει κάτι- σε ανυποψίαστους αναβάτες και με την απειλή μαχαιριών τους παίρνουν τις μοτοσυκλέτες και τα σκούτερ που καβαλούν. Ακριβώς όπως στην Βραζιλία, και σταδιακά και με την ίδια συχνότητα, ο Omar γινόταν πολύ συχνά μάρτυρας επιθέσεων. Για αυτό κι άρχισε να κινηματογραφεί τις διαδρομές που έκανε. Έτσι κατέγραψε την δεύτερη επίθεση που του έγινε, ενώ το video κατέληξε viral, με τον ίδιο να γίνεται θέμα στις ειδήσεις. Αυτό το τελευταίο θα ήθελε εκ των υστέρων να το είχε αποφύγει, διότι ο εύρωστος Omar αποφάσισε από εδώ και πέρα να κυνηγά κάθε έναν που πετυχαίνει στο δρόμο, αντί απλά να καλεί την αστυνομία, ξεμπροστιάζοντας την δράση τους στο internet. Ήταν συνετό να κρατήσει την ανωνυμία του ξεκινώντας μία τέτοια δράση… Και αυτή η απόφαση ήρθε πρώτα γιατί έβλεπε ένα πρόβλημα να μεγαλώνει, κυριολεκτικά μπροστά του, κι έπειτα γιατί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης του έλεγε πως μονάχα η αντίδραση θα ήταν δικαιολογημένη απέναντι σε μία εμπόλεμη πραγματικότητα.

Σύντομα μέσα από το κανάλι του είχε αποδείξει την δράση των συμμοριών στις περιοχές Hammersmith και Shepherd’s Bush και ο ίδιος είχε γίνει αναγνωρίσιμος. Σε εκείνο το πρώτο video φαινόταν το πρόσωπό του, ενώ η καθημερινή του παρέλαση με τις κάμερες στους ίδιους δρόμους, τον είχαν καταστήσει αναγνωρίσιμο.

Την ίδια εποχή η αστυνομία της μητροπολιτικής περιοχής του Λονδίνου πήρε την απόφαση να εμβολίζει τις μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να διαφύγουν, κάτι που έως εκείνη την στιγμή αντιμετωπιζόταν ως αναίτια αστυνομική βία. Για να φτάσουν σε αυτή την απόφαση, είδαν την «εγκληματικότητα των σκούτερ» να φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα που μονάχα με τριτοκοσμική χώρα μπορούσαν να συγκριθούν. Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, φέτος τον Σεπτέμβριο η αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της τακτικής που τα παρουσιάζει ως καλά. Η αλήθεια δεν είναι ακριβώς έτσι, καθώς από λιγότερες από χίλιες επιθέσεις μία επταετία πριν, πλέον μετρούν πάνω από είκοσι χιλιάδες! Διαιρεμένες σε 365 ημέρες, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν γίνεται να κυκλοφορήσεις με ασφάλεια κι αυτό μονάχα ως μείωση δεν μπορεί κανείς να το μετρήσει. Επίσης η τακτική του εμβολισμού στους δρόμους του Λονδίνου δεν είναι νέα, παρόλο που ως τέτοια θέλουν να την παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, μάλλον από ελλιπή ενημέρωση που έχουν τα ίδια. Απλά διευρύνθηκε το νομικό πλαίσιο στο οποίο δικαιολογείται μία τέτοια πράξη που μπορεί να επιφέρει τον θάνατο, με τους αστυνομικούς όμως να συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες αυτεπάγγελτα και σε δεύτερο χρόνο να εξετάζεται αν τελικά καλώς εμβόλισαν το σκούτερ που προσπαθούσε να διαφύγει. Ήδη υπάρχουν περιπτώσεις που οδήγησαν και σε καταδίκη, κάτι που - αν θέλετε να το έχετε σίγουρο- δεν θα γινόταν ποτέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο Omar πέτυχε ακριβώς αυτή την τεράστια έξαρση της εγκληματικότητας στο απόγειό της, όταν γειτονιές ολόκληρες στήριζαν την οικονομική τους επιβίωση στην παραβατικότητα των σκούτερ κι έτσι έφτασε στο σημείο να του κάνουν νοήματα οι πεζοί από τα πεζοδρόμια αποκαλώντας τον «καρφί». Η ταυτότητά του είχε αποκαλυφθεί. Παράλληλα η ζωή στις περιοχές αυτές είχε καταντήσει ανυπόφορη και το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης είχε αυξηθεί. Για αυτό κι άρχισε πλέον τις συνεντεύξεις χωρίς να καλύπτει το πρόσωπό του, μιλώντας απευθείας για το τεράστιο αυτό πρόβλημα. Η απήχηση του Omar όταν ξεκίνησε τις συνεντεύξεις ήταν τόσο μεγάλη, που έφτασε στο σημείο να συνομιλεί και με τους ίδιους τους κλέφτες, σε κάποια περίπτωση και με την μητέρα ενός νεαρού στα σπάργανα της παραβατικότητας, που αποκαλούσε τον γιό της «έναν άγγελο» χωρίς να αναγνωρίζει όλα αυτά που κάνει…

Ταυτόχρονα και το θράσος των ληστών είχε αντίστοιχα αυξηθεί, βλέποντας πως μονάχα ένα μικρό ποσοστό ληστειών και κλοπών, φτάνουν στην εξιχνίαση. Κι έτσι έφτασαν στο σημείο να δημοσιοποιούν την δράση τους, κυρίως στο Instagram αλλά και σε άλλα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ήταν τότε, στις αρχές της φετινής χρονιάς, που σε μία «οργανωμένη βόλτα» -όπως κακώς τις αποκαλούμε εμείς εδώ στην Ελλάδα- ο Omar έμεινε πίσω από την παρέα του για να αντιμετωπίσει ένα άλλο πρόβλημα που είχε με την μοτοσυκλέτα του και αναγνώρισε ύποπτες κινήσεις από ένα σκούτερ που αργότερα επιβεβαιώθηκε κλεμμένο. Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας και το γεγονός πως πολύ συχνά η παρέα μαζεύονται στο ACE Café και απέναντι έχουν συμμορίες κλεφτών που ξεδιάντροπα καραδοκούν σαν τους λύκους να αρπάξουν όποιο πρόβατο ξεστρατίσει, ισχυροποίησαν μία σκέψη που υπήρχε από πριν. Να πάψουν να είναι τα πρόβατα. Να φτιάξουν μία ομάδα περιφρούρησης που θα καταδιώκει τους ληστές στους δρόμους της ευρύτερης περιοχής τους. Το αποτέλεσμα ήταν σύντομα τόσο μεγάλο που κατέληξε σε συνεντεύξεις ληστών - μάλιστα ναι κανονικών ληστών- που ανοικτά απειλούν τον Omar! Παρόλο που ο Omar δεν είναι «αρχηγός» της ομάδας περιφρούρησης, σίγουρα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία μέσα από την καθημερινότητά του, ώστε να αναγνωρίζει όλα όσα βλέπει στον δρόμο. Μπορεί να μην βλέπει τον εαυτό του ως «εκδικητή» αλλά έτσι τον αντιμετωπίζουν τόσο οι ληστές, όσο και η αστυνομία που δεν βλέπει με καλό μάτι τις ομάδες αυτές, φοβούμενη πως θα φτάσουν σε σημείο να γίνονται συγκρούσεις. Όχι όμως πως η τωρινή κατάσταση στους δρόμους είναι καλύτερη. Η δικαιολογία της αστυνομίας είναι πως έχουν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά. Την ίδια στιγμή ο Omar κυκλοφορεί με αλεξίσφαιρο γιλέκο.

Πρόσφατα αποκάλυψε πως ένας «ράπερ» που είχε αρχίσει να κερδίζει φήμη μέσα από την μουσική “Drill” ένα κλαδί της trap που έχει ξεκινήσει από το Σικάγο και βασίζεται σε απλοϊκούς στοίχους με μίσος για την κοινωνία, ήταν στην πραγματικότητα ένας από αυτούς που κυνηγά τόσο καιρό.

Μόλις χθες, κι αφορμή για αυτό το άρθρο, ο Omar ξεκίνησε μία διαδικτυακή συνομιλία με έναν ληστή που κατέληξε να ανακαλύψει σε πιο σπίτι βρισκόταν η ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα που καραδοκούσε να ληστέψει. Πήγε να τους αντιμετωπίσει και κατέληξε σε καταδίωξη, ενώ ενημέρωσε την αστυνομία. Πλέον ο Omar, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, πράγματι λειτουργεί ως «εκδικητής» κι αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που θα πρέπει να προσέχει. Αυτή την στιγμή βλέπουμε την απαρχή μίας γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα σε καθημερινούς αναβάτες και νέους ληστές, στους δρόμους του Λονδίνο!

Οι περισσότεροι από τους ληστές αυτούς είναι ανήλικοι ή πολύ νέοι, άπειροι σχετικά και λειτουργούν περισσότερο από θράσος παρά με σχέδιο. Εκείνοι που γίνονται αποδέκτες των κλοπιμαίων όμως ανήκουν σε άλλη στόφα, θεωρούν αυτό που κάνουν μία επιχείρηση και δηλώνουν μάλιστα επιχειρηματίες στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο. Οι ληστές είναι αναλώσιμοι και δεν νοιάζεται κανείς για εκείνους όταν πιάνονται, είτε από «εκδικητές» είτε από την αστυνομία, έχοντας φροντίσει να μην υπάρχει σύνδεση με το παραπάνω επίπεδο. Όταν όμως η δράση τέτοιων ομάδων, αναπόφευκτα κάποια στιγμή στο μέλλον, τους φέρει άμεσα αντιμέτωπους με τους «επιχειρηματίες», τότε τα πράγματα στους δρόμους του Λονδίνου θα γίνουν πραγματικά πολύ σοβαρά…

Εμείς εδώ δεν έχουμε ακόμη φτάσει σε αυτό το σημείο, να έχουμε παραβατικότητα τύπου Βραζιλίας, όπου επιτίθονται σε οχήματα εν κινήσει είτε για να ληστέψουν το περιεχόμενο, είτε για να τα αρπάξουν. Τουλάχιστον όχι ως καθημερινό φαινόμενο. Μία τέτοια δράση εδώ, θα βρει περισσότερους “omar” απ΄ότι στο Λονδίνο κι έχει να κάνει με ένα σωρό άλλα πράγματα κοινωνικής συνοχής και ανάληψης ευθύνης από ένα φθηνό σχόλιο περί μαγκιάς. Δεν θέλουμε να φανεί ποτέ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ούτε και στον μακρινό ορίζοντα, όμως χρόνια τώρα ζούμε την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της εγκληματικότητας με σκούτερ και μοτοσυκλέτες, καθώς και την αποδεδειγμένη οργάνωση των ληστών αυτών σε συμμορίες που δρουν κατά επάγγελμα. Έχουμε περισσότερους αστυνομικούς στα γραφεία και σε ρόλους πορτιέρη, παρά σε καθημερινές ασταμάτητες περιπολίες και τα στοιχεία για την Αθήνα είναι σοκαριστικά. Μετά βίας φτάνουμε το 10% σε ποσοστό εξιχνιάσεων όταν πρόκειται για κλοπές κι αυτό ήταν η αρχή του κακού και για το Λονδίνο το 2012, πολύ πρόσφατα δηλαδή, όταν και σημειώθηκε το πρώτο κύμα έξαρσης. Διαθέτουμε πολύ καλό, ή μάλλον καλύτερο συγκριτικά, ποσοστό εξιχνίασης στις ένοπλες επιθέσεις και τις ληστείες, αλλά αυτό δεν ξέρουμε γιατί κάποια ηγεσία θα πρέπει να το βλέπει καθησυχαστικά…

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ
Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/10/2025

Στις 23 Οκτωβρίου 2011 ο κόσμος του MotoGP πάγωσε. Ο Marco Simoncelli το όνομα που όλοι μας πιστεύαμε πως θα είναι ο επόμενος απόλυτος διεκδικητής των MotoGP, ο νεαρός αναβάτης που ο Rossi έβλεπε ως συνεχιστή του, έχοντας προλάβει να γίνει ήδη ένας από του πιο αναγνωρίσιμους αναβάτες της σύγχρονης εποχής, έχασε τη ζωή του στη διάρκεια του Grand Prix της Μαλαισίας, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που παραμένει αισθητό ακόμη και σήμερα. Ο “Super Sic”, όπως τον γνώριζε όλος ο κόσμος, δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός αναβάτης ήταν μια προσωπικότητα που οι αγώνες μοτοσυκλέτας χρειαζόντουσαν και μάλιστα χρειάζονται ακόμη. Είχε τεράστιο πάθος και ανεπιτήδευτη αγάπη για τους αγώνες, με μία πρέζα χιούμορ που έλκυε ακόμη και τους οπαδούς άλλων αναβατών!

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη του συνεχίζει να ζει δυνατά χωρίς να έχει προλάβει να γεμίσει με ρεκόρ ή να φορτώσει τα στατιστικά, τέτοια ήταν η αγάπη του κόσμου και η καθολική του αποδοχή από όλους, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο όχι μόνο στα MotoGP αλλά και γενικά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό!

Ο Simoncelli ήταν φτιαγμένος από υλικό που δεν μετριέται σε τίτλους και στατιστικά. Το ανέμελο μαλί κάτω από το κράνος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και εκείνο το απίστευτο πάθος για μάχη, που έκανε κάθε γύρο του MotoGP να θυμίζει κάτι από άλλες εποχές. Ήταν αγνός αγωνιστής, με μια ιταλική τρέλα που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να κρύψει.

Super Sic 58 – The Legacy
Ονοματεπώνυμο: Marco Simoncelli
Ημερομηνία γέννησης: 20 Ιανουαρίου 1987, Cattolica, Ιταλία
Θάνατος: 23 Οκτωβρίου 2011, Sepang, Μαλαισία
Αριθμός αγώνων GP: 151 (125cc, 250cc, MotoGP)
Νίκες: 14 (12 στο 250cc, 2 στο 125cc)
Παγκόσμιοι τίτλοι: 1 (250
cc, 2008 – Gilera)
Ομάδες:
Matteoni Racing, Metis Gilera, San Carlo Honda Gresini}
Νούμερο: 58 (αποσυρμένο επίσημα από το MotoGP το 2016)

Κληρονομιά:
• Το Misano World Circuit Marco Simoncelli φέρει το όνομά του από το 2012.
• Το Fondazione Marco Simoncelli στηρίζει νέους και οικογένειες σε ανάγκη, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό έργο της οικογένειας.
• Κάθε χρόνο, οι φίλοι του διοργανώνουν στο Misano το “Sic Day”, ένα φεστιβάλ χαράς και μοτοσυκλέτας, όπως το ήθελε εκείνος.
• Το #58 παραμένει σύμβολο πάθους και αυθεντικότητας, ένα νούμερο που θα θυμίζει για πάντα τι σημαίνει να ζεις ως αγωνιζόμενος στην κορυφή της μοτοσυκλέτας

Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 2008, όταν κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα 250cc με τη Gilera, χαρίζοντας στην παραπαίουσα τότε Ιταλική μάρκα το τελευταίο της σπουδαίο τρόπαιο. Από τότε, το όνομα “Simoncelli” έγινε συνώνυμο με τον επιθετικό και θεαματικό τρόπο οδήγησης. Ήταν ένα ιδιαίτερο επιθετικό στιλ, από εκείνα που ακόμη και οι αντίπαλοί του δεν χρησιμοποιούσαν αργότερα εναντίον του, ήταν όμως μοιραία και εκείνο που έδωσε το άδοξο τέλος. Όταν ανέβηκε στο MotoGP με τη Honda της ομάδας Gresini, όλοι ήξεραν πως μπροστά τους είχαν έναν από εκείνους τους αναβάτες που ή θα έγραφαν ιστορία ή θα την πλήρωναν ακριβά.

Γνώρισα προσωπικά τον Simoncelli με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Είχε μόλις κερδίσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και βρισκόμασταν στην πίστα δοκιμών της Goodyear-Dunlop, μία μαγευτική τοποθεσία με μία εκπληκτική πίστα όπου φυσικά δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε μπορεί να μπει κανείς άλλος πέρα από τους αναβάτες δοκιμών και τους δημοσιογράφους, στις λίγες φορές που έχει φιλοξενήσει παρουσιάσεις ελαστικών.

Ήμουν για ακόμη μία φορά ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος και είχα μπει να οδηγήσω μαζί με τους Άγγλους δημοσιογράφους που τότε ήταν μία πολυπληθή ομάδα χωρίς Youtubers και Influencers, όλοι τους εξαιρετικά έμπειροι και επίσης όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με αγωνιστικές περγαμηνές που έφταναν για δύο από αυτούς μέχρι και το BSB! Μπήκαμε με superbike στο session εκείνο και ο Simoncelli με ένα Dorsoduro 750. Αυτό που περισσότερο το έχετε δει να κυκλοφορεί με την ομάδα ΔΙΑΣ, σπάνια δικάβαλο παρότι η ομάδα αυτή έτσι έχει στηθεί και αν θυμάστε από την δοκιμή στο MOTO, δεν ήταν και μία μοτοσυκλέτα που μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει.

Ο Simoncelli ξεκίνησε τελευταίος, πίσω μας και σε λίγους γύρους μας είχε μαζέψει. Εγώ βρισκόμουν τότε σχετικά μπροστά στο γκρουπ, τρίτος κατά σειρά όταν με πέτυχε στο πιο αργό κομμάτι της πίστας, αργό για εμάς. Ανηφορικό εσάκι με θετική κλίση στην μεσαία του στροφή. Ήξερα ότι ήταν πίσω μου και είχα υπολογίσει να κρατηθώ στην έξοδο για να μην τον κόψω και να ανοίξω το γκάζι του GSXR1000R μόλις με περάσει. Μόνος μου στόχος να μείνω πίσω του για λίγο καθώς αμέσως μετά είχαμε άλλες δύο στροφές που μας οδηγούσαν στην ευθεία, οπότε θα προλάβαινα να οδηγήσω τουλάχιστον μισό γύρο πίσω του. Ότι και να έκανε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει στην ευθεία με το Dorsoduro 750 από το GSXR1000R!

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ!

Την ώρα που έστριβα την δεύτερη στροφή από το εσάκι, εκείνη την αριστερή με την θετική κλίση, είδα ένα Dorsoduro να πετάγεται πλαγιασμένο μέσα από κερμπ πέρνοντας μαζί του χώματα, πετραδάκια και χόρτα και να προσγειώνεται μπροστά μου με το γόνατο. Πίστεψα ότι απλά έπεφτε μπροστά μου, άφησα το γκάζι και προσευχήθηκα στην Dunlop να κρατήσει το εμπρός ελαστικό που εκείνη την στιγμή του ζητούσες να κάνει κάτι δύσκολο. Μόνο που ο Simoncelli δεν είχε πέσει, ντριφτάρισε στην προσγείωση μέχρι το εξωτερικό κερμπ, εκτός δηλαδή αγωνιστικής γραμμής και πάνω του ακριβώς άνοιξε το γκάζι και με τρόπο που δεν πίστευα πως μπορούσε να γίνει το Dorsoduro 750 σηκώθηκε με το γκάζι, πλάγιασε στην επόμενη δεξιά ξύνοντας τα πάντα και εξαφανίστηκε στα 150 μέτρα της ευθείας πριν τα φρένα της επόμενης αριστερής. Όταν βγήκα στην ευθεία ήταν ήδη περίπου στην μέση και δεν τον έφτασα ποτέ στα φρένα της σπαστής δεξιάς, μίας πολύ ύπουλης στροφής που όταν μάθαινες την πίστα μπορούσες να την πουλήσεις πηγαίνοντας διαγώνια προς την κατηφορική ευθεία πριν από μία απότομη δεξιά όπου είχαν σημειωθεί και αρκετές πτώσεις.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Έχουν περάσει 16 χρόνια από εκείνη την ημέρα, ήμουν τότε ένας νέος συντάκτης, συνομιλώντας με τον επόμενο Valentino Rossi (όπως τον λέγαμε με τον πατέρα του)

Δεν οδηγήσαμε ποτέ μαζί για μισή πίστα, ενώ αμέσως μετά ήμασταν μόνοι μας για τους λίγους γύρους που έμεναν για το υπόλοιπο session. ΌΛΟΙ οι Άγγλοι συνάδελφοι είχαν βγει έξω νωρίτερα ζητώντας από την Dunlop να βγάλει τον Simoncelli γιατί δεν ήθελαν να σκοτωθούν δοκιμάζοντας λάστιχα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα δει ως απερισκεψία, ήμουν ακόμη εντυπωσιασμένος από το πώς κατάφερε να προσγειωθεί πλαγιασμένος και κυρίως με την λογική ακολουθία της σκέψης του. Πώς δηλαδή πήρε την απόφαση να βγει εκτός πίστας, μέσα από τα κέρμπ! Στο πλαίσιο της συνέντευξης που είχαμε μετά, ξεκίνησα από εκεί: «Πώς το σκέφτηκες αυτό και κυρίως γιατί; Ποιος ο λόγος;» - «Δεν το σκέφτηκα, μου είπε ο Simoncelli, δεν ήταν δηλαδή μία μελετημένη από πριν απόφαση, είχατε πολύ πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες οπότε έπρεπε να μην φρενάρω πουθενά για να σας περάσω, ότι ήρθαν οι στροφές και είδα ότι θα έπρεπε να κόψω πολύ για να μείνω πίσω από το GSXR και μετά στην ευθεία να μην μπορώ να προσπεράσω, σκέφτηκα την προσπέραση στην επόμενη στροφή και μου ήρθε πολύ μακριά. Οπότε εκεί που έστριβα την πρώτη δεξιά, το σήκωσα και έκανα την αριστερή εκτός πίστας.

Στην συνέχεια εκείνης της συνέντευξης τον ρώτησα αν οδηγεί στον δρόμο και μου είπε πως όχι γιατί είναι επικίνδυνο και γελάσαμε έπειτα μαζί.

Μπορούσες να το δεις όπως οι Άγγλοι, ως επιθετικό και απερίσκεπτο ή να τον θαυμάσεις ως κάτι εξωπραγματικό και μοναδικό. Διότι αυτό ήταν. Απίστευτα πράος και μαζεμένος όλες τις στιγμές, εκτός από εκείνες που οδηγούσε. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και μου για λίγο, πολύ λίγο, οδηγήσαμε και μαζί.

Το 2011, με τον αριθμό 58 πάνω στο λευκό fairing, ο Marco έδειχνε πως το μεγάλο του ξέσπασμα ήταν θέμα χρόνου. Πάλευε με τους καλύτερους τότε, με Lorenzo, Stoner, Pedrosa, Rossi κι αν κάποιες φορές οι κινήσεις του ήταν υπερβολικά τολμηρές, είχαν εκείνο το στοιχείο του “πραγματικού αγώνα” που σήμερα θα ξεσήκωνε αντιδράσεις. Δεν υπολόγιζε τίποτα. Οδήγησε πάντα σαν να μην υπήρχε αύριο, και ίσως τελικά γι’ αυτό να έγινε αθάνατος.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
στιγμιότυπο από την ίδια εκείνη ημέρα

Η μοίρα στάθηκε άδικη στη Sepang. Μια πτώση στην πρώτη κιόλας στροφή, ένα ατυχές σημείο επαφής και το όνειρο σταμάτησε απότομα. Ο θάνατός του σε ζωντανή μετάδοση καθώς όλοι οι θεατές κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί βλέποντας το κράνος του να φεύγει, έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ιστορία και κανείς, δεν θέλει να το αναπαράγει. Είχε έντονα στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας μάλιστα από την στιγμή που πάνω του έπεσαν οι καλύτεροί του φίλοι εκτός πίστας και ταυτόχρονα ανταγωνιστές την ώρα του αγώνα. Ένας από τους καλύτερους θα σβήσει άδοξα. Όμως εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι άλλο, ένας θρύλος που κανένας χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Από τότε, το νούμερο 58 έγινε σύμβολο: όχι μόνο του Simoncelli, αλλά κάθε αναβάτη που τρέχει με την καρδιά του.

Η Honda Gresini διατήρησε τη μνήμη του, το Misano World Circuit φέρει πλέον το όνομά του, και κάθε φορά που βλέπεις εκείνη τη λευκοκόκκινη σημαία με τον αριθμό 58, νιώθεις ότι ο “Super Sic” δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Ζει σε κάθε νέο αναβάτη που ανεβαίνει με πάθος πάνω στη μοτοσυκλέτα, σε κάθε θεατή που ανατριχιάζει όταν ακούει τον κινητήρα να ανεβάζει στροφές.

Ο Simoncelli ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται χρόνο για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Αρκούσαν λίγες σεζόν για να αλλάξει την ψυχή των GP, για να θυμίσει σε όλους μας πως οι αγώνες δεν είναι μόνο νίκες, είναι άνθρωποι, πάθος, είναι συναίσθημα.

Και αν σήμερα κοιτάξεις τον ουρανό πάνω από το Misano, κάπου ανάμεσα στις στροφές της ιστορίας θα δεις τον Marco να γελά, με εκείνο το ανέμελο βλέμμα που λέει:

“Corri forte, ma divertiti – τρέξε δυνατά, αλλά απόλαυσέ το.”