Η Mahindra εξαγόρασε την Peugeot Motorcycles

Επέκταση στην Ευρώπη
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

31/10/2019

Το σχέδιο της επέκτασης στις ευρωπαϊκές αγορές φαίνεται πως ολοκληρώνει σιγά-σιγά ο ινδικός κολοσσός Mahindra, αφού πρόσφατα ανακοίνωσε πως απέκτησε και τις υπόλοιπες μετοχές της Peugeot Motorcycles με την γαλλική εταιρεία να θεωρείται πλέον θυγατρική της. Λέμε τις υπόλοιπες, καθώς από το 2014, η Mahindra ήλεγχε την Peugeot με πλειοψηφικό ποσοστό αφού είχε ήδη το 51%. Μάλιστα, η ανακοίνωση συμπίπτει χρονικά και με την ολοκλήρωση της συνένωσης της FIAT με τον όμιλο PSA (στον οποίο ανήκει η Peugeot) δημιουργώντας έτσι ουσιαστικά τον τέταρτο μεγαλύτερο όμιλο στην αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ είναι τεράστια η πιθανότητα να γίνει ο νούμερο ένα σύντομα...

Ο λόγος που η Mahindra προχώρησε στην εξαγορά της Peugeot είναι για να επεκταθεί στην πιο απαιτητική αγορά, την ευρωπαϊκή. Μάλιστα, για να το καταφέρει έχει εκπονήσει ολόκληρο σχέδιο, με την αγορά πολλών ιστορικών Ευρωπαίων κατασκευαστών, όπως της BSA μέσω της θυγατρικής της Classic Legends Private Limited. Ουσιαστικά, η Mahindra βρίσκεται στα χνάρια της Bajaj, που είναι ο βασικός της ανταγωνιστής και μπήκε στις ευρωπαϊκές αγορές μέσα απ’ το δίκτυο της ΚΤΜ, χωρίς να χρειαστεί να επενδύσει υπέρογκα ποσά για τη δημιουργία ενός δικού της.

Επίσης η Mahindra ανέφερε πως τα κεντρικά γραφεία της Peugeot θα παραμείνουν στη Γαλλία, όπως και η γραμμή παραγωγής –τουλάχιστον για τώρα - ενώ η γκάμα της θα επεκταθεί, αφού από το 2021 μέχρι το 2023 θα παρουσιαστούν επτά νέα μοντέλα.

Τουλάχιστον 31 εκατομμύρια ευρώ σε έναν χρόνο από πρόστιμα για κράνος – Παραβάτης ένας στους 10

Η καμπάνια ‘Μηδενική ανοχή στη μη χρήση κράνους’ συμπλήρωσε έναν χρόνο και η Αστυνομία εξέδωσε τον απολογισμό της
sym ttlbt
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

9/7/2026

Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Ιούνιο του 2025 και έκτοτε έχει ξεκινήσει ένα σαφάρι μπλόκων και ελέγχων από την Αστυνομία, με τη χρήση κράνους να συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς συνοδεύεται από εβδομαδιαία δελτία Τύπου με τα σχετικά ευρήματα.

Κάνοντας λοιπόν τον απολογισμό της, η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε χτες, Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026, πως στη διάρκεια του χρόνου αυτού έγιναν 974.582 έλεγχοι και μέσω αυτών βεβαιώθηκαν 95.603 παραβάσεις για μη χρήση κράνους.

Αυτό σημαίνει πως χοντρικά ένας στους δέκα δεν φορούσε κράνος, το 9,8% για την ακρίβεια.

Η ανάλυση των ευρημάτων μας λέει πως 84.943 παραβάσεις βεβαιώθηκαν σε αναβάτες δικύκλων – με 3.054 εξ αυτών εργαζόμενους ως διανομείς – και άλλες 10.660 αφορούσαν επιβάτες σε δίκυκλα.

Στο άθροισα συγκαταλέγονται και 15.940 αναβάτες ΕΠΗΟ (Ελαφριά Προσωπικά Ηλεκτρικά Οχήματα), για τους οποίους το κράνος είναι επίσης υποχρεωτικό, αλλά το πρόστιμο μόλις 30 ευρώ.

Με έναν απλό υπολογισμό (παραβάσεις επί πρόστιμα, υπολογίζοντας διπλά για τους συνεπιβάτες καθώς πληρώνει πρόστιμο γι’ αυτούς και ο αναβάτης), προκύπτει μια σούμα τουλάχιστον 31.582.700 ευρώ.

Λέμε ‘τουλάχιστον’ διότι δεν αποκλείεται κάποιοι εκ των παραβατών να είναι υπότροποι, κάτι που σημαίνει πως τα πρόστιμα γι’ αυτούς θα είναι πολύ αυστηρότερα. Θυμίζουμε πως βάσει του νέου ΚΟΚ, η πρώτη υποτροπή επισύρει χίλια ευρώ πρόστιμο, ενώ από τη δεύτερη και μετά πέφτουν διχίλιαρα.

Για κάθε μια από τις δεκάδες χιλιάδες παραβάσεις αυτές, οι αναβάτες έχασαν και το δίπλωμα οδήγησής τους για 30 μέρες, ενώ σε περιπτώσεις υποτροπής το διάστημα αυτό πολλαπλασιάζεται σε έξι μήνες για την πρώτη και έναν χρόνο για κάθε επόμενη. Μάλιστα από την πρώτη υποτροπή απαιτείται επανάληψη εκπαίδευσης και εξέτασης για να επιστραφεί το δίπλωμα, αυξάνοντας κι άλλο τη λυπητερή.

Από τα εβδομαδιαία δελτία Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. μπορούμε ακόμη να δούμε πως υπάρχει μια ελαφρά περιοδική διακύμανση που δίχως άλλο συνδέεται με την εποχή του χρόνου, αλλά και την εκάστοτε συγκυρία (λ.χ. γιορτές και αργίες).

Ο αριθμός των αστυνομικών ελέγχων ακολουθεί μια ανάλογη διακύμανση, καθώς τον Χειμώνα έχουμε κατά μέσο όρο 15 με 16.000 ελέγχους, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες ο αριθμός αυτός ξεπερνά με συνέπεια τους 20.000.

Έτσι το ποσοστό παραβατών ανά ελέγχους επιδεικνύει μια σχετική σταθερότητα, κυμαινόμενο μεταξύ 6 και 10%, με τις μεγαλύτερες τιμές να σημειώνονται τους ζεστούς μήνες του χρόνου και τις μικρότερες τους κρύους.