Η πρώτη after market carbon ζάντα για μονόμπρατσα και οδήγηση στο δρόμο

…και γιατί κάποιοι λένε πως ΔΕΝ θα πρέπει να τις χρησιμοποιείς στο δρόμο
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/1/2021

Αυτό το ζευγάρι ζάντες από wave-carbon κατασκευάζονται από το εξειδικευμένο τμήμα του γερμανικού κολοσσού Thyssenkrupp (φτιάχνει από πλοία μέχρι στρόβιλους για πυρηνικά εργοστάσια) και είναι οι πρώτες after market για μονόμπρατσα ψαλίδια και για οδήγηση στο δρόμο. Πάντως η Ducati έχει χρησιμοποιήσει carbon ζάντες με έγκριση για τον δρόμο στις δύο τελευταίες Superleggera, την 1299 και την V4.

Η γερμανική εταιρεία έχει ήδη μια ολόκληρη σειρά street-legal carbon ζάντες για αυτοκίνητα. Οι συγκεκριμένες ζάντες ζυγίζουν λιγότερο από 2,5 κιλά η κάθε μία και σε σύγκριση με τα 4 κιλά που ζυγίζει περίπου η κάθε αλουμινένια ζάντα της Panigale V4, η Thyssenkrupp μας λέει πως έχουμε κέρδος έως 1,7 κιλά σε κάθε τροχό και πάνω από 2,5 κιλά στο σύνολο. Καθώς μιλάμε για ζάντες που είναι περιστρεφόμενο και μη-αναρτώμενο βάρος, τα μείον 2,5 κιλά έχουν τεράστια επίπτωση στο γυροσκοπικό φαινόμενο που επηρεάζει την ευελιξία της μοτοσυκλέτας και φυσικά στη λειτουργία των αναρτήσεων.  

Μέχρι τώρα υπήρχαν αρκετές after market carbon ζάντες για μονόμπρατσες μοτοσυκλέτες, αλλά ελάχιστες ήταν για χρήση στο δημόσιο δρόμο ή είχαν έγκριση τύπου για όλες τις χώρες. Κι εδώ είναι η μεγάλη “ανησυχία” μας για αυτές τις ζάντες, διότι το βασικό μειονέκτημα των εξαρτημάτων από carbon είναι πως όταν ξεπεράσεις το όριο των δυνάμεων που μπορούν να διαχειριστούν, τότε καταρρέουν ολοσχερώς.

Με άλλα λόγια, εκεί που μια ζάντα αλουμινίου θα στραβώσει αν περάσεις πάνω από μια απότομη ανωμαλία, η ζάντα carbon θα γίνει χαρτοπόλεμος. Γι΄αυτό και η χρήση τους έχει περιοριστεί στους ασφάλτινους αγώνες μέσα σε πίστα.

Για αγώνες σε δημόσιους δρόμους και φυσικά σε αγώνες off-road, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ζάντες από σφυρήλατο αλουμίνιο ή μαγνήσιο. Αυτή τη στιγμή, carbon ζάντες με έγκριση για χρήση στο δρόμο έχει στα υπερ-αυτοκίνητά της η Koensegg και υπάρχει η αμερικάνικη Carbon Revolution που προμηθεύει την Ford για τα Mustang 350 GT και GT. Φυσικά στην ποδηλασία οι carbon ζάντες είναι ο κανόνας.

Όμως! Υπάρχουν ακόμα ενστάσεις για την ασφάλεια των carbon ζαντών στους δημόσιους δρόμους. Η σοβαρότερη προέρχεται από τον διάσημο σχεδιαστή της Formula 1 και της McLaren κύριο Gordon Murray. Ο κύριος αυτός έχει πάνω από 40 χρόνια πείρα στη χρήση carbon στα αυτοκίνητα της F1 και φυσικά το ευρύ κοινό τον έμαθε από το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής της McLaren την τριθέσια McLaren F1. Το 2020 παρουσίασε το δεύτερο υπερ-αυτοκίνητο δρόμου που σχεδίασε ο ίδιος χρησιμοποιώντας ξανά την τελευταία λέξη της τεχνολογίας από την Formula 1, αλλά όχι τις carbon ζάντες. Καθώς μιλάμε για αυτοκίνητο με τιμή πώλησης αρκετών εκατομμυρίων ευρώ, προφανώς δεν ήταν το κόστος εκείνο που τον εμπόδισε να βάλει ζάντες carbon. Όπως ο ίδιο είπε όταν ερωτήθηκε, οι ζάντες carbon για τον δρόμο είναι επικίνδυνες διότι ακόμα και μια μικρή

ζημιά μπορεί να προκαλέσει την ολική καταστροφή τους και μάλιστα απρόβλεπτα. Επίσης η ακτινοβολία UV και η έκθεση στη θερμότατα προκαλούν γήρανση στο carbon και βάζουν όριο στη ζωή τους, το οποίο μάλιστα είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια.           

Καθώς αυτή είναι η πρώτη after market ζάντα carbon για μονόμπρατσες μοτοσυκλέτες και έγκριση για οδήγηση στο δρόμο (σύμφωνα με την γερμανική εταιρεία), δεν έχουμε φυσικά δεδομένα για την αντοχή τους σε πραγματικές συνθήκες. Τα πλεονεκτήματα είναι αδιαμφησβήτητα και σίγουρα δεν είναι χαζοί στα GP που τις χρησιμοποίησαν μέχρι να απαγορευτούν από τους κανονισμούς. Όμως για τον δρόμο υπάρχουν ακόμα ενστάσεις και μάλιστα από ανθρώπους που ξέρουν για το θέμα καλύτερα απ’ όλους μας…  

Ο εφευρέτης του Start&Stop σχολιάζει: "Ο Τραμπ σκότωσε την τεχνολογία που κάνει τα αυτοκίνητα πιο οικολογικά"

Ο 88χρονος Mauro Palitto, δημιουργός του πρώτου Start&Stop, μιλά για την απόφαση των ΗΠΑ να καταργήσουν περιβαλλοντικά κίνητρα
Start&Stop
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/3/2026

Από το κέντρο έρευνας της FIAT μέχρι τη Regata ES του 1983, η ιδέα που γεννήθηκε από ένα απλό χρονόμετρο έγινε παγκόσμιο στάνταρ. Σήμερα όμως, η πολιτική απόφαση των ΗΠΑ φέρνει το Start&Stop ξανά στο προσκήνιο.

Ο Mauro Palitto, σήμερα 88 ετών, γεννημένος στη Ρώμη αλλά ταυτισμένος με το Τορίνο λόγω της μακράς του πορείας στο θρυλικό εργοστάσιο Lingotto της FIAT, είναι ο άνθρωπος πίσω από το πρώτο σύστημα αυτόματης διακοπής και επανεκκίνησης κινητήρα σε αυτοκίνητο παραγωγής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως υπεύθυνος μοντέλου για τα Ritmo και Regata της FIAT, παρουσίασε το πρώτο αυτόματο Start&Stop στο FIAT Regata ES, ένα σύστημα ικανό να σβήνει τον κινητήρα κατά τη στάση και να τον επανεκκινεί μέσα σε λίγα δέκατα του δευτερολέπτου.

Σήμερα, η απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) των ΗΠΑ, κατόπιν πρωτοβουλίας της κυβέρνησης του Donald Trump, να καταργήσει τα ομοσπονδιακά περιβαλλοντικά κίνητρα που συνδέονται με το Start&Stop, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις με μέρος των κατασκευαστών να χαιρετίζουν την πρωτοβουλία.

Για τον Palitto, όμως, το τίμημα είναι ξεκάθαρο, αύξηση εκπομπών και οπισθοδρόμηση. “Η διοίκηση Τραμπ έχει λάβει αποφάσεις που θα χαρακτήριζα σχεδόν εγκληματικές. Αυτή η πρωτοβουλία κινείται στην ίδια κατεύθυνση”, σχολιάζει. “Το Start&Stop δεν είναι ιδεολογική επιβολή. Είναι μια απλή και αποτελεσματική τεχνική λύση που μειώνει κατανάλωση και εκπομπές χωρίς να επιβαρύνει τον χρήστη ή τη βιομηχανία.”

Η αρχή του Start&Stop

Για να κατανοήσει κανείς την απαρχή της ιδέας, πρέπει να επιστρέψει στο 1982, στο Centro Ricerche FIAT. Εκεί, ο Palitto είδε ένα παλιό FIAT 128 με αυτοσχέδια συσκευή που κατέγραφε τους χρόνους ρελαντί.

“Οδήγησα από το Orbassano στο Mirafiori, περίπου 15 χιλιόμετρα. Μου πήρε 35 λεπτά και ανακάλυψα ότι το αυτοκίνητο είχε μείνει ακίνητο πάνω από 10 λεπτά με τον κινητήρα να δουλεύει.”

Αυτό το απλό δεδομένο έγινε η σπίθα, γιατί να μη σβήνει αυτόματα ο κινητήρας όταν το αυτοκίνητο είναι σταματημένο με το κιβώτιο στην νεκρό και να επανεκκινεί όταν ο οδηγός θελήσει να ξεκινήσει;

Οι δοκιμές έγιναν αρχικά σε Ritmo που προορίζονταν για απόσυρση. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα του αναμενομένου και απέδειξαν ότι η συχνή επανεκκίνηση δεν προκαλούσε σημαντική φθορά. Το 1983, η Regata ES έγινε το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής στον κόσμο με αυτόματο Start&Stop στον βασικό εξοπλισμό, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν η τεχνολογία διαδοθεί ευρέως στα τέλη των ‘90s και στις αρχές των 2000s, με τα δίκυκλα να ακολουθούν και την τεχνολογία να βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε scooter αστικής χρήσης.

Start&Stop

Το τεστ με τους ταξιτζήδες

Σήμερα, ο Palitto δεν οδηγεί πλέον. Μετακινείται με ταξί και κάθε διαδρομή είναι μια μικρή έρευνα αγοράς. “Χρησιμοποιείτε το Start&Stop;” ρωτά τους οδηγούς.

Πολλοί το απενεργοποιούν. “Λένε ότι είναι ενοχλητικό ή ότι χαλάει τη μπαταρία και τον κινητήρα. Είναι μύθοι”, απαντά. Το κλειδί είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος στροφών. Το σύστημα αποδεσμεύει την μίζα μόλις ο κινητήρας φτάσει γωνιακή ταχύτητα που υποδηλώνει πραγματική εκκίνηση. Αυτό συμβαίνει σε μόλις λίγα δέκατα του δευτερολέπτου και περιορίζει τη φθορά σε σχέση με μια παρατεταμένη χειροκίνητη εκκίνηση."

Ιδιαίτερα για ταξί που κινούνται κατά 90% σε αστικό περιβάλλον, το όφελος είναι σαφές, εκεί όπου το ρελαντί κυριαρχεί, το Start&Stop έχει τη μεγαλύτερη επίδραση.

Το μέλλον είναι ηλεκτρικό

Παρά την απογοήτευσή του, ο Palitto βλέπει την εξέλιξη της τεχνολογίας με ρεαλισμό. “Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα υποχωρούσε λόγω πολιτικής επιλογής. Πίστευα ότι θα ξεπεραστεί φυσιολογικά, στο πλαίσιο της ηλεκτροκίνησης.”

Στην Ευρώπη, όπως επισημαίνει, οι κανονισμοί είναι αυστηροί, αλλά η υποδομή δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκώς. Στις ΗΠΑ, θεωρεί ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή.

“Είτε αρέσει είτε όχι, το μέλλον είναι ηλεκτρικό. Στα robotaxi του αύριο δεν θα υπάρχει Start&Stop, γιατί δεν θα υπάρχει κινητήρας εσωτερικής καύσης. Εκεί θα είναι η πραγματική τομή.”

Και ίσως τελικά, η εφεύρεση που γεννήθηκε από δέκα λεπτά ρελαντί σε μια διαδρομή 15 χιλιομέτρων να περάσει στην ιστορία ως ένα από τα τελευταία μεγάλα βήματα εξοικονόμησης στην εποχή της βενζίνης, πριν η ίδια η βενζίνη γίνει παρελθόν, πράγμα που μοιάζει να βρίσκεται ακόμα αρκετά μακριά, όπως επιβεβαιώνουν και οι τελευταίες εξελίξεις