Kawasaki ZX-25R: Φήμες για τετρακύλινδρο supersport!

Πιθανόν να υπάρξουν δύο εκδόσεις
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/9/2019

Οι μέρες περνούν και όσο πλησιάζουμε πιο κοντά στις ημερομηνίες που η EICMA και τα υπόλοιπα διεθνή σαλόνια θα ανοίξουν τις πύλες τους, τόσο οι φήμες οργιάζουν για το ποια νέα μοντέλα θα δούμε. Το Tokyo Motor Show μπορεί να μην έχει τη λάμψη και το πρεστίζ της EICMA, όμως για τις ιαπωνικές εταιρείες παραμένει εξίσου σημαντικό και επίσης θα πραγματοποιηθεί πριν το Σαλόνι του Μιλάνου. Τις τελευταίες μέρες έχουν κυκλοφορήσει ορισμένες νέες εικασίες σχετικά με το πολυσυζητημένο τετρακύλινδρο supersport της Kawasaki των 250cc, το ZX-25R. Για την ακρίβεια αναφέρουν πως θα είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις, μια με 46 και μια με 60 ίππους και πως θα παρουσιαστεί στο Tokyo φέτος. Σε τέτοιες περιπτώσεις καλό είναι να εξετάζουμε προσεκτικά τα δεδομένα, να τα αξιολογούμε και μετά να βγάζουμε το συμπέρασμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το ZX-25R της Kawasaki μας έχει απασχολήσει αρκετά τον τελευταίο καιρό και αναμένουμε την παρουσίασή του. Ωστόσο, αυτό δεν έχει γίνει μέχρι τώρα και είναι απόλυτα δικαιολογημένο λόγω της νοοτροπίας των ιαπωνικών εταιρειών, οι οποίες έχουν δημιουργήσει τον δικό τους μικρόκοσμο, έχουν “κλειστεί” μέσα σε αυτόν και παρακολουθούν η μια την άλλη χωρίς να τους απασχολεί ιδιαίτερα το τι κάνουν οι υπόλοιποι ανταγωνιστές τους. Το γεγονός ότι η Kawasaki δεν παρουσίασε πρώτη το τετρακύλινδρο supersport ήταν επειδή ήθελε να δει τι θα κάνουν οι υπόλοιπες ιαπωνικές δυνάμειςΤο CBR250RR της Honda για παράδειγμα, σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία και το 2020 που ενδεχομένως θα ανανεωθεί σε CBR300RR, να το δούμε και στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η Kawasaki αξιολογώντας τα δεδομένα φαίνεται πως έχει αποφασίσει να μπει δυναμικά στο παιχνίδι των supersport των 250cc για πολλούς και διάφορους λόγους. Αρχικά γιατί στις ασιατικές αγορές –εκεί που προορίζεται να κυκλοφορήσει- υπάρχουν πολλοί περιορισμοί από τους νόμους. Ένας από αυτούς απαγορεύει την πώληση μοτοσυκλετών μεγαλύτερων από 250cc (σε ορισμένες χώρες) είτε πρόκειται για καινούργιες είτε για μεταχειρισμένες. Συνεπώς, οι αναβάτες που θέλουν να έχουν μια αυθεντική αίσθηση από την οδήγηση μιας μεγαλύτερης supersport μοτοσυκλέτας δεν έχουν την δυνατότητα να τη γευτούν αυτή τη στιγμή. Με τον ερχομό του ZX-25R αυτό θα αποτελεί πλέον πραγματικότητα. Ωστόσο, δεν σημαίνει πως τα ήδη υπάρχοντα supersport με δικύλινδρους ή μονοκύλινδρους κινητήρες δεν προσφέρουν την ίδια αίσθηση… αντιθέτως, έχουν αποδείξει πως μπορούν να το κάνουν εξίσου καλά, αλλά ο ήχος και ο τρόπος απόδοσης της δύναμης από το μικρό τετρακύλινδρο θα κάνει τη διαφορά, διότι όπως και να ‘χει πιο εύκολα σου σηκώνεται η…τρίχα ακούγοντας το ουρλιαχτό ενός τετρακύλινδρου που ανεβάζει 20.000 στροφές, παρά ενός μονοκύλινδρου.

Θυμηθείτε: Τετρακύλινδρο Ninja ZX-250R: Τα δυομισάρια επιστρέφουν

Σχετικά με τις εκδόσεις του ZX-25R –αν υπάρξουν- οι απόψεις διίστανται. Πολλοί αναφέρουν πως η διαφορά θα εντοπίζεται στην ιπποδύναμη με την μια έκδοση να παράγει 45 ίππους και την άλλη 60. Κάτι που στην αρχή είχε αναπαράγει το ιαπωνικό περιοδικό Young Machine και έπειτα δεν το ξανασχολίασε. Η έκδοση των 45 ίππους είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα και αυτό το λέμε βασιζόμενοι σε μια συμφωνία που είχαν κάνει στο παρελθόν οι ιαπωνικές εταιρείες μεταξύ τους η οποία προέβλεπε για τις μοτοσυκλέτες μέχρι 250cc να μην ξεπεράσουν τους 45 ίππους και σε αυτές των 400cc να μην υπερβαίνουν τους 53 –ασχέτως αν στην πραγματικότητα παρήγαγαν περισσότερους (οι παλιοί θα θυμούνται πολλά μεταχειρισμένα CBR400RR που ξεπερνούσαν το όριο των 53 ίππων και έφταναν πάνω απ’ τους 60). Αυτή την άτυπη συμφωνία ασπάστηκαν και οι ασφαλιστικές εταιρείες, με αποτέλεσμα να χρεώνουν πιο ακριβά τα ασφάλιστρα για μοτοσυκλέτες που ξεπερνούσαν αυτά τα όρια, κάτι που το τηρούν μέχρι και σήμερα. Τώρα για την δεύτερη έκδοση είναι πιθανότερο να δούμε διαφορά στον εξοπλισμό παρά στην ιπποδύναμη που εικάζεται ότι θα φτάνει τους 60 ίππους. Το σενάριο που θέλει το πιο “άγριο” ZX-25R να είναι εξοπλισμένο με ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες, ανεστραμμένο ρυθμιζόμενο πιρούνι και ηλεκτρονικά βοηθήματα όπως traction control και riding modes, είναι πιο ρεαλιστικό απ’ ότι το σενάριο με την αυξημένη ιπποδύναμη. Η “ομίχλη” που έχει δημιουργήσει το μυστήριο γύρω από το Kawasaki ZX-25R υπάρχει εδώ και πολύ καιρό, όμως το τοπίο θα ξεδιαλύνει στο Tokyo Motor Show που ευελπιστούμε να παρουσιαστεί.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ -το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta- έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood, ενώ ως σύνολο είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρίσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960." Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσικλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιήθηκε από τον μοναδικό στην ιστορία Παγκόσμιο Πρωταθλητή MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία, και ότι την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με την συμπατριώτισσα της Ferrari για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.