Οδοιπορικό στον Εύξεινο Πόντο

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

4/7/2016

Αφού κατακάθισε η σκόνη της ερήμου από το πρόσφατο ταξίδι μου στην αραβική χερσόνησο (“ADV 2 Dubai”), οι χάρτες δεν άργησαν ν’ ανοίξουν ξανά και άρχισα να σχεδιάζω εκ νέου κόκκινες γραμμές και συναρπαστικές διαδρομές. Τι αλήθεια σκεφτόμουν; Ένα ταξίδι με παπί, παρόμοιο μ’ αυτό που έκανα το 2012 στην Καππαδοκία και το 2014 στην Ινδία. Λίγα κυβικά, πολύ κέφι, μεγάλη τρέλα…
Κι έτσι, στα τέλη Ιουνίου, κρατώντας το κλειδί ενός ετοιμοπόλεμου Honda Supra-X 125 Helmin, βρέθηκα στην αφετηρία ενός οδοιπορικού μνήμης, αφιερωμένο στον ποντιακό Ελληνισμό. Μια διαδρομή 7.500 χιλιομέτρων σε έξι παρευξείνιες χώρες (Τουρκία, Γεωργία, Ρωσία, Ουκρανία, Ρουμανία, Βουλγαρία) αποτελούσε το "Roadbook" ενός ταξιδιού σε τόπους οικείους, που φιλοξένησαν την μακραίωνη ιστορική παρουσία του ποντιακού Ελληνισμού.


Η απόβασή μου στην Τουρκία έγινε ατμοπλοϊκώς (Πειραιάς-Χίος-Cesme), ενώ μετά το γρήγορο συνοριακό "ξεκαθάρισμα", το μαύρο Supra άρχισε να καταπίνει τα 610 χιλιόμετρα που με χώριζαν από την πόλη Polatli, την πρώτη διανυκτέρευσή μου επί τουρκικού εδάφους. Η πρώτη μέρα προσαρμογής και συνεργασίας ανάμεσα στον αναβάτη και στο Honda Supra έληξε με τις καλύτερες εντυπώσεις εκατέρωθεν. Σημαντικό πλεονέκτημα για την ομαλή ροή του ταξιδιού αποτελούσε φυσικά η μεγάλη αυτονομία του παπιού, αφού ρολάροντας με σταθερή ταχύτητα 80-90 χλμ./ώρα είχα μια αυτονομία που άγγιζε περίπου τα 230 χιλιόμετρα.


Την επομένη, η κοντινή Άγκυρα δεν ήταν σταθμός μου -η πόλη Amasya ήταν ο επόμενος προορισμός. Αφού έριξα μια γρήγορη, κρυφή ματιά στην σύγχρονη τουρκική πρωτεύουσα που χανόταν μέσα από τους καθρέπτες του παπιού, συνέχισα ακάθεκτος για την αρχαία πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου, 370 χιλιόμετρα ανατολικότερα.
Προσεγγίζοντας την συννεφιασμένη Αμάσεια, είχα βάλει ρόδα στο γεωγραφικό διαμέρισμα του Πόντου. Ως τις αρχές του 20ου αιώνα, στην πόλη της Αμάσεια και στην γύρω περιοχή ζούσαν περίπου 155.000 Έλληνες, που εξοντώθηκαν όμως από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας του Κεμάλ Ατατούρκ.


Στις δυο μέρες που αφιέρωσα στην γενέτειρα του αρχαίου γεωγράφου Στράβωνα, οι λαξευτοί τάφοι των Μιθριδατών (Βασιλέων του Πόντου), τα οθωμανικά τεμένη, το αρχαιολογικό μουσείο και οι παραδοσιακές κατοικίες κατά μήκος του ποταμού Ίρι, μού διηγήθηκαν την ιστορία της Αμάσεια, η οποία αποδείχθηκε μια από τις πιο όμορφες και ατμοσφαιρικές πόλεις της Ανατολίας. Επόμενη στάση στην χιλιοτραγουδισμένη Τραπεζούντα…

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.