Suzuki - Επιστροφή στα 500 κυβικά... μέσω Κίνας

Μέσω της συνεργασίας της με την κινεζική Haojue, ίσως δούμε το Hamamatsu να μπαίνει “σφήνα” στην καυτή Α2 κατηγορία διπλωματών
motomagSuzuki – Επιστροφή στα 500 κυβικά μέσω Κίνας
Από τον

Αλέξανδρο Λαμπράκη

5/1/2024

Μία είδηση που μας έρχεται από την Κίνα, αναφέρει πως η Suzuki ετοιμάζεται να εισέλθει στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική κατηγορία των 500 κυβικών με μια νέα πλατφόρμα μοντέλων, τα οποία αν όντως γίνουν πραγματικότητα θα μπορούσαν να αποτελέσουν best-sellers στην Α2 κατηγορία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα τελευταία χρόνια η Suzuki, μετά και την διακοπή από την κυκλοφορία του V-Strom 250, απουσιάζει εντελώς από την μικρομεσαία κατηγορία μοτοσυκλετών στην Ευρώπη. Μετά και την αποχώρησή της από τα MotoGP το 2022, αλλά και γενικότερα από το αγωνιστικό στερέωμα, η Suzuki φαίνεται ότι έχει επικεντρωθεί στην κατασκευή μικρού κυβισμού σκούτερ, που απευθύνονται κατά κύριο λόγω στις ασιατικές αγορές. Λογικό, αν το δει κανείς από τη μεριά των αριθμών και των ποσοστών κέρδους και ειδικά το τελευταίο είναι κάτι που οι Ιάπωνες δεν διαπραγματεύονται. Το εργοστάσιο από την μεριά του έχει δηλώσει ότι θέλει να στρέψει τους πόρους του σε “ένα βιώσιμο και πράσινο μέλλον”. Μέχρι στιγμής, όμως, έχει περιοριστεί στη συνεργασία με τους άλλους τρεις μεγάλους Ιάπωνες κατασκευαστές, με το project “HySe”, που αφορά την κατασκευή κινητήρων υδρογόνου, όπου συμμετέχει και ο γίγαντας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακούει στο όνομα Toyota.

Σε κάθε περίπτωση, η Suzuki έχει να μας παρουσιάσει κάποιο μοντέλο με δικύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών αρκετά χρόνια -πάνω από μία δεκαετία. Μέχρι τώρα, δεν είχε δείξει σημάδια ότι σκοπεύει να κάνει κάποια τέτοια κίνηση, παρά το γεγονός ότι η δημιουργία της A2 κατηγορίας έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τις μοτοσυκλέτες μικρομεσαίου κυβισμού. Από την μεριά της και η διαρκής οικονομική ύφεση έχει αναγκάσει αρκετούς πεπειραμένους αναβάτες να ψάξουν προς αυτή την κατηγορία, αναζητώντας μία μοτοσυκλέτα που τα κάνει όλα, χωρίς υψηλά κόστη απόκτησης, χρήσης και συντήρησης.

Suzuki – Επιστροφή στα 500 κυβικά μέσω Κίνας

Τώρα, μία φωτογραφία που κυκλοφόρησε, βάζει ξανά την Suzuki στον χάρτη, μέσω του συνεταίρου της Haojue, για την κινεζική και όχι μόνο αγορά. Στην εν λόγω φωτογραφία βλέπουμε τέσσερα μοντέλα, τα οποία αφορούν τις τέσσερις βασικές κατηγορίες. Έτσι λοιπόν, έχουμε το adventure DL 500, το οποίο ακολουθεί τα V-STROM 800/DE, το streetfighter DR500 στα βήματα του GSX-8S, το supersport GSX500R που είναι ίδιο με το ολοκαίνουργιο GSX-8R και το cruiser TR500, που φέρει έντονα σχεδιαστικά στοιχεία από το Eliminator 500 της Kawasaki. Όπως αναφέρουν οι Κινέζοι, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα από εμάς τη Haojue, στην περίπτωση που έχουν στα χέρια τους τον συγκεκριμένο κινητήρα, εκείνος θα είναι αρκετά συντηρητικός όσον αφορά την απόδοση.

Η Haojue Holdings Company Ltd., όπως είναι το πλήρες όνομά της, ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην κατασκευή μοτοσυκλετών το 1992. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2002, η Haojue σύνηψε συνεργασία με την ιαπωνική Suzuki, για την δημιουργία μοτοσυκλετών, παπιών και σκούτερ και την πώλησή τους για τις ιδιαίτερες αγορές της Ασίας. Αν ρίξετε μία ματιά στο site της εταιρείας θα δείτε ότι τα μοντέλα της δεν ξεπερνούν τα 300 κυβικά, ενώ τα περισσότερα μοιάζουν σχεδιαστικά με τα μεγαλύτερου κυβισμού Suzuki που έχουμε εδώ. Όσον αφορά τα σκούτερ, πολλά από αυτά των 125 κυβικών μας φέρνουν έντονα στο μυαλό τα νέα Avenis 125 και Burgman Street 125EX που κυκλοφορούν στην χώρα μας. Ακόμα και κάποιες κωδικές ονομασίες ταιριάζουν (ας πούμε το DL 160 και τα DR 160S και DR 300).

Suzuki – Επιστροφή στα 500 κυβικά μέσω Κίνας

Οι πληροφορίες που υπάρχουν μέχρι στιγμής θέλουν τη Haojue να χρησιμοποιεί έναν δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα, ο οποίος εξωτερικά θυμίζει πολύ αυτόν των 471 κυβικών που χρησιμοποιεί η Honda για τα δικά της μοντέλα στην κατηγορία. Γνωρίζουμε ότι γενικότερα οι Κινέζοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν σχέδια κινητήρων -κυρίως παλαιότερης τεχνολογίας- που μάλιστα τους τα πουλάνε οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι και Ιάπωνες κατασκευαστές. Ορισμένοι βέβαια, όπως έχουμε δει κατά καιρούς δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αντιγράψουν μέχρι και την τελευταία βίδα ενός ιαπωνικού ή ευρωπαϊκού μοντέλου, χωρίς να έχουν πάρει καμία άδεια για να το κάνουν. Εδώ βέβαια, υπάρχει από πίσω το εργοστάσιο του Hamamatsu.

Η Suzuki ξέρει να φτιάχνει κινητήρες και μάλιστα πολύ καλά, έχοντας καταφέρει να έχει ένα από τα καλύτερα συστήματα ψεκασμού εκεί έξω, ανεξαρτήτως κατηγορίας κυβισμού και τιμής. Γι’ αυτό και είναι μάλλον απίθανο να χρησιμοποιήσει κινητήρα κάποιου άλλου κατασκευαστή και μάλιστα Ιάπωνα! Αναμφίβολα, όμως η επιστροφή της Suzuki στα 500 κυβικά με έναν δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα και με μία ολοκληρωμένη γκάμα που περιλαμβάνει ένα μοντέλο για κάθε βασική κατηγορία, θα αυξήσει ακόμα περισσότερο τον ανταγωνισμό. Και αυξημένος ανταγωνισμός σημαίνει μόνο ένα πράγμα για εμάς, τους καταναλωτές, και αυτό είναι καλύτερες μοτοσυκλέτες.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.