Yamaha T-Max Crossover για να εναντιωθεί στο Honda X-Adv

Αποκαλύπτει ο κ. Paolo Pavesio Yamaha Motor Europe
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

11/5/2020

Το T-Max ήταν το πρώτο σκούτερ που ξέφυγε των διαχωριστικών γραμμών και μπήκε στα χωράφια της μοτοσυκλέτας, πρώτα γιατί είχε έναν κινητήρα εκεί ακριβώς που τον περιμένεις και στις μοτοσυκλέτες, μετάδοση με αλυσίδα καθώς κι ένα πλαίσιο που δεν ήταν απλά εκεί για να τα κρατά όλα αυτά μαζί. Κι έπειτα γιατί πράγματι στην πράξη όλα αυτά δούλευαν με τον τρόπο που έπρεπε. Στην συνέχεια βέβαια η Yamaha πάτησε πάνω στην επιτυχία αυτή και με την παγκόσμια αγοραστική δύναμη να εξασθενεί, το T-Max έφτασε να είναι κάτι πολύ ακριβό που με βεβαιότητα μεγάλο κομμάτι του κόστους αγοράς ήταν το βάρος του ονόματος. Μαζί με όλα τα υπόλοιπα, ο ανταγωνισμός του αυξήθηκε κατακόρυφα και όχι μόνο, η Honda έφτιαξε από το πουθενά μία νέα κατηγορία με το X-Adv. Ας το γράψουμε για πολλοστή φορά σε αυτό το σημείο: Το X-Adv είναι μοτοσυκλέτα. Ξεκάθαρα. Η Honda προσπάθησε πάρα πολύ να το περάσει στην αρχή ως σκούτερ, όπως και το Integra άλλωστε, ωστόσο στην πράξη πρόκειται για μοντέλα της σειράς NC με κουστούμι σκούτερ. Μάλιστα αργότερα η Honda επένδυσε στο ακριβώς αντίθετο marketing, ανάλογα με το πώς ψυχανεμιζόταν τον κόσμο... Είναι γιατί αν πετύχαινε η μεταμφίεση θα είχαν περισσότερα μοντέλα με μικρότερο κόστος, μία πρακτική που στα αυτοκίνητα λειτουργεί δεκαετίες τώρα. Σε μεγάλο βαθμό η Honda πέτυχε τον σκοπό της, αν και το ταξίδι στην Ίο και η τύχη που γέννησε το X-Adv ήταν πράγματα που δεν είχε εξ αρχής σχεδιάσει. Για να μην επαναλαμβάνουμε την ιστορία γέννησης του X-Adv που είχαμε αποκαλύψει πριν πολλά χρόνια, εκτός από τύχη η Honda είχε βέβαια και κάτι που δεν έχουν οι υπόλοιποι Ιάπωνες και μόλις ένας Ευρωπαίος μπορεί να δείξει αυτή την στιγμή, να παίρνει το ρίσκο να ακολουθήσει ιδέες των εργαζομένων της. Ο Ιάπωνας LPL (Large Project Leader) διαφωνούσε με το X-Adv που σχεδίασε ο Ιταλός και έλεγε πως δεν θέλει να αναλάβει να το βγάλει στην παραγωγή. Πως θα ντρέπεται να το έχει στο ενεργητικό του… από τότε έχει δαγκώσει την γλώσσα του πολλές φορές, όπως ο ίδιος μου έχει πει.

Αφορμή για όλα αυτά, είναι η δήλωση του κ. Paolo Pavesio, διευθυντή μάρκετινγκ της Yamaha στην Ευρώπη που είπε σε Ιταλούς δημοσιογράφους πως αν δεν υπήρχε το X-Adv τότε οι πωλήσεις του T-Max θα ήταν 20% περισσότερες! Λίγο πριν αποκαλύψει πως υπάρχει πολύς χώρος ανάμεσα στις μοτοσυκλέτες και στα σκούτερ και πως μπορεί να μην είναι στο DNA τους να βαδίζουν σε περπατημένο μονοπάτι, αλλά και το κενό αυτό πρέπει να καλυφθεί. Δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα τέτοιο όμως πριν το 2022, που σημαίνει πως υπάρχει δρόμος μπροστά μας.

Ωστόσο το T-Max του 2020, όπως είχαμε πει και στην αρχή της χρονιάς όταν το οδηγήσαμε στην Πορτογαλία, είναι αυτό ακριβώς που χρειαζόταν όχι μόνο για να σταθεί απέναντι στον ανταγωνισμό, αλλά και για να πάει τα πράγματα παρακάτω. Παραμένει ακριβό; Το μόνο σίγουρο, όταν κοστίζει παραπάνω από Tracer 900 και αυτό είναι κάτι που τοποθετήθηκε ο κ. Pavesio με την απάντηση – καθόλου τυχαία, να μην ξεφεύγει από αυτά που γράφαμε και πιο πάνω: «Η τιμή είναι ζήτημα οικονομίας κλίμακος που στις μοτοσυκλέτες είναι πολύ μεγαλύτερη. Με τον δικύλινδρο 700 κυβικών και δύο πλαίσια φτιάχνουμε τέσσερις μοτοσυκλέτες, με τον τρικύλινδρο των 900 κυβικών και δύο άλλα πλαίσια, φτιάχνουμε άλλες τέσσερις μοτοσυκλέτες. Με αυτό τον τρόπο το κόστος πέφτει, μοιράζεται σε περισσότερα μοντέλα και καλύπτεται από περισσότερους πελάτες. Στην περίπτωση του T-Max τα πράγματα είναι διαφορετικά, πολύ διαφορετικά, και το κόστος της βιομηχανικής παραγωγής δεν μοιράζεται με τον ίδιο τρόπο».

Από εκεί και πέρα ο κ. Pavesio τόνισε κι εκείνα που λέγαμε και τον Ιανουάριο, όταν πρωτο-δοκιμάσαμε το T-Max, πως το 2017 έχασε κομμάτι του σπορ χαρακτήρα που τώρα τον κέρδισε πίσω. Όχι μόνο από πλευράς εμφάνισης αλλά και στον κινητήρα και στις αναρτήσεις. Παράλληλα τόνισε πως πάνω από το 50% των ιδιοκτητών αλλάζουν το T-Max τους με ένα καινούριο, αυτό σημαίνει πως πρέπει να συνεχίζουν την εξέλιξη και μάλιστα να μην μένουν στην επιφάνεια των πραγμάτων αλλά να πηγαίνουν κάθε φορά τα πράγματα πολύ πιο κάτω. Σε αυτό το σημείο όμως και μιας και ο ανταγωνισμός έχει κιβώτιο δύο συμπλεκτών με αυτόματες αλλαγές, ο κ. Pavesio τόνισε πως η CVT μετάδοση παραμένει για την Yamaha η καλύτερη λύση για την μετακίνηση σε μητροπολιτικές περιοχές. Η Yamaha προχωρά με το δεδομένο της σταθερότητας στην τιμή πώλησης και έτσι κάθε φορά που μία τεχνολογία θα γίνεται πιο προσιτή, τότε αμέσως θα προστίθεται και στα μοντέλα που δεν την είχαν, όπως το Cornering ABS για παράδειγμα…

Θυμηθείτε:

Παρουσίαση Yamaha TMAX TechMax 2020

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.