Από τον περασμένο Οκτώβριο είχαμε γράψει για το νέο Monkey της Honda, τον διάδοχο των θρυλικών Ζ50 που αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της παγκόσμιας μοτοσυκλετιστικής ιστορίας και κουλτούρας. Πριν από λίγες μέρες, όσοι επισκέφθηκαν την Έκθεση Μοτοσυκλέτας, είχαν την ευκαιρία να το δουν από κοντά στο περίπτερο της ελληνικής αντιπροσωπείας, με τις μνήμες να ξυπνάνε για τους παλαιότερους, και τα όνειρα να ζωντανεύουν για τους νεότερους. Το εμβληματικό Monkey διατηρεί αναλλοίωτη της φιλοσοφία της δημιουργίας του από το 1961 που πρωτοπαρουσιάστηκε, εμπλουτισμένη όμως με στοιχεία από την σύγχρονη τεχνολογία και τον εξοπλισμό που επιτάσσουν οι σύγχρονες προδιαγραφές. Ο αερόψυκτος, μονοκύλινδρος κινητήρας των 125cc αποδίδει 9,2 ίππους και 1,1kgm ροπής, ενώ η Honda ανακοινώνει κατανάλωση μετρημένη σε ιδανικές συνθήκες της τάξης των 1,5lt/100km! Ο κινητήρας είναι τοποθετημένος οριζόντια και διαθέτει έναν επικεφαλής εκκεντροφόρο. Οι διαστάσεις του είναι 52,4mm x 57,9mm, ο λόγος συμπίεσης είναι 9,3:1, ενώ το κιβώτιο είναι τεσσάρων σχέσεων.
Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό ενώ η σχεδίαση και το βάψιμο του ρεζερβουάρ (με χωρητικότητα 5,6lt) και των φτερών παραπέμπουν απευθείας στην κλασσική εμφάνιση των Ζ50. Το πιρούνι από την άλλη, είναι ανεστραμμένο, ενώ την πίσω ανάρτηση έχουν αναλάβει δύο αμορτισέρ (βαμμένα στο ίδιο χρώμα με το ψαλίδι και το πλαίσιο) και οι τροχοί έχουν διάμετρο 12 ιντσών. Το μεταξόνιο του Monkey είναι στα 1.155mm, το ύψος της σέλας φτάνει τα 775mm, η γωνία κάστερ είναι στις 25° με ίχνος στα 88mm και το βάρος που ανακοινώνει η Honda ανέρχεται στα 107 κιλά γεμάτη. Όπως είναι φυσικό, η παράδοση είναι διάχυτη πάνω στο καινούργιο Monkey, από το ανάγλυφο λογότυπο με το φτερό, μέχρι το σχήμα του προστατευτικού της εξάτμισης και τους στρογγυλούς καθρέφτες. Βέβαια, το καινούργιο Monkey δεν έχει το τιμόνι των προηγούμενων "Ζ" που μπορούσε να αναδιπλωθεί για εύκολη μεταφορά, αλλά διαθέτει ένα αντίστοιχου σχήματος και ύψους που εδράζεται σε καβαλέτα. Το ψηφιακό όργανο αναλαμβάνει την εισαγωγή στην σύγχρονη εποχή με οθόνη LCD, ενώ και τα φώτα είναι full LED. Το monkey διαθέτει επίσης και το σύστημα που είχαμε δει για πρώτη φορά στα SH, με απόκριση στα φώτα με το πάτημα ενός κουμπιού στο κλειδί, ειδοποιώντας τον ιδιοκτήτη για την θέση του. Το πιο εντυπωσιακό όμως, σε ό,τι αφορά την τεχνολογία που διαθέτει το Monkey, είναι η μονάδα IMU με την οποία μάλιστα συνεργάζεται και το μονοκάναλο ABS, παρά το γεγονός ότι οι προδιαγραφές Euro4 προϋποθέτουν συνδυασμένα φρένα για τις μοτοσυκλέτες μέχρι 125cc, χωρίς να είναι υποχρεωτική η ύπαρξη ABS.
Και ολίγη Ιστορία Το Honda Monkey - περισσότερο γνωστό σαν ένα θρυλικό δίτροχο που άφησε εποχή τη δεκαετία 1970 – παρουσιάστηκε το 1961. Σχεδιασμένο αρχικά με προδιαγραφές παιδικού παιχνιδιού 49cc για το Tama Tech, ένα ψυχαγωγικό πάρκο στο Τόκιο, σύντομα έγινε τόσο δημοφιλές, ώστε η εταιρεία δημιούργησε μία έκδοση δρόμου, που άρχισε να εξάγεται σε ΗΠΑ και Ευρώπη το 1963, με εντυπωσιακό χρωμιωμένο ρεζερβουάρ, σπαστό τιμόνι και τροχούς διαμέτρου 5 ιντσών, χωρίς αναρτήσεις. Η δημοτικότητά του οφείλεται στην σχεδίασή του, στις λιλιπούτειες διαστάσεις και στο πολύ χαμηλό βάρος, που το έκανε άκρως απολαυστικό στην πόλη. Μέχρι το 1969, οι διαστάσεις των τροχών του είχαν αυξηθεί στις 8 ίντσες και από το 1970 έγινε ακόμα πιο δημοφιλές χάρη στην προσθήκη αποσπώμενου με ταχυσύνδεσμο πιρουνιού, ώστε να χωρά στο πορτμπαγκάζ ενός μικρού αυτοκινήτου.
Μέχρι το 1978 – χρονιά που σηματοδότησε το ξεκίνημα μιας ένδοξης εποχής για το Monkey - είχε επανασχεδιαστεί με ρεζερβουάρ σε σχήμα δάκρυ και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές σε πολλούς κατόχους αυτοκινούμενων τροχόσπιτων που ήθελαν ένα βολικό μέσο μεταφοράς για χρήση όσο είχαν το όχημά τους σταθμευμένο. Με το τριτάχυτο κιβώτιο και τον φυγοκεντρικό συμπλέκτη του προσέλκυσε ένα μεγάλο κοινό χάρη και στην ευκολία χρήσης του. Λόγω του χαρακτήρα του, λειτούργησε και ως πρεσβευτής της μοτοσυκλέτας σε ένα ευρύτερο κοινό ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο δίτροχο. Με φαρδιά ελαστικά, μικρό ρεζερβουάρ και μεγάλη, μαλακή σέλα η εμφάνιση του Monkey έμεινε διαχρονική, όσο και η απήχησή του σε όλο τον κόσμο.
EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]
Μονόμπρατσες ηλεκτρικές On-Off και Naked εκδόσεις
Από το
motomag
8/11/2024
Όπως μας είχε προετοιμάσει εδώ και δύο χρόνια, η BRP ξανά βάζει την Can-Am στην μοτοσυκλέτα, αυτή τη φορά με τα On-Off Origin και Naked Pulse, τα δυο πρώτα της ηλεκτρικά μοντέλα που είδαμε για πρώτη φορά από κοντά στην EICMA.
Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση όπως είχαμε αναφέρει και όταν είχαν ανακοινωθεί πρώτη φορά, ενώ διαφοροποιούνται στον “ανήσυχο” ηλεκτρικό ταξιδιώτη και στον “κανίβαλλο” των πόλεων, χάρη του διαφορετικού χαρακτήρα τους. Το Origin αποτελεί φόρο τιμής στην Off-Road κληρονομιά της Can-Am, με διττό χαρακτήρα, ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες του αναβάτη όσο και τις εκτός δρόμου ανησυχίες του. Αντίστοιχα, η Pulse είναι μια Naked μοτοσυκλέτα με όρθια θέση οδήγησης και άνετη τοποθέτηση στην γωνία που τα χέρια συναντούν το τιμόνι.
Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται έναν ηλεκτροκινητήρα E-POWER της Rotax με αυτόματη μετάδοση, φέρουν ίδιο πλαίσιο και ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο εδράζεται πάνω στη μπαταρία, ίδιο φορτιστή, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ και TFT έγχρωμη οθόνη οργάνων. Και στα δύο μοντέλα τονίζονται οι πολυάκτινοι τροχοί τους, στηριζόμενοι πίσω σε ένα μονόμπρατσο, το οποίο περικλείει μέσα την τελική μετάδοση που γίνεται από γρανάζια και μιας αυτολιπαινόμενης αλυσίδας και ένα ίδιο σύστημα αναρτήσεων με ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και μονού αμορτισέρ πίσω.
Το Origin, είναι μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα σχεδιασμένη για να προσφέρει οδηγική διασκέδαση σε αναβάτες που έχουν την διάθεση να εξερευνήσουν και τα όρια κινούμενοι σε χώμα και άσφαλτο. Αυτό το On-Off μοντέλο αν το δεις από μικρή απόσταση είναι σαν να βλέπεις ένα πιο μικρό Husqvarna Norden 901, ειδικά στο πλαϊνό, εμπρός τμήμα. Το ηλεκτρικό Adventure μοντέλο της Can-Am θα φέρει έναν υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της Rotax του οποίου η απόδοση θα ανέρχεται στους 47 ίππους επιτυγχάνοντας τα 0-100 σε 4,3 δευτερόλεπτα και ροπής των 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.
Το Origin έχει ένα μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα του εξωτερικού περιβλήματος της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 – 160 χιλιόμετρα, ενώ εκτός τα 115. Ο χρόνος φόρτισης που θα χρειαστεί για να πάει από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0-100% χρειάζεται 1:30 ώρα. Εν το μεταξύ η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα είναι τα 129χλμ/ώρα.
Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Origin και Origin ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή διάφανη ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα στα χρώματα της μοτοσυκλέτας, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν μία από τις μεγαλύτερες έγχρωμες TFT οθόνες των 10,25 ιντσών με συνδεσιμότητα πολυμέσων για κλήσεις-μηνύματα-πλοήγηση και συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay. Πάνω της θα δούμε ένα πλήθος ενδείξεων, καθώς και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα έξι των Sport, Off-Road, Off-Road+, Normal, ECO και Rain. Επίσης, η διάθεση της USB θύρας θα μας βγάλει από το άγχος να ξεμείνουμε από μπαταρία στο Smartphone.
Μια μαύρη αλουμινένια ποδιά θα προστατέψει το κάτω μέρος της μπαταρίας, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 43mm και διαδρομής 255mm, ενώ πίσω μια monoshock πλήρως ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 255mm, ομοίως της KYB. Για την προσπέλαση των διαφόρων εμποδίων και την ομαλή κύλιση στους δρόμους αναλαμβάνουν ρόλο οι ακτινωτοί τροχοί τύπου των 21 ιντσών εμπρός και 18 πίσω με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 αντίστοιχα. Υπεύθυνος για την άμεση επιβράδυνση είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω μιας δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,204mm, το πλάτος στα 861mm, το ύψος στα 1,414mm και η απόσταση από το έδαφος στα 274mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 865mm. Το βάρος της δεν θα μας δυσκολέψει σε επιτόπιες μανούβρες μιας και αγγίζει τα 187 κιλά, ενώ σε αυτές η λειτουργία της όπισθεν θα αποδειχθεί χρήσιμη.
Επιστρέφει η Can-Am στις μοτοσυκλέτες με τα Pulse και Origin, street και on-off. Σε μία δύσκολη περίοδο για αυτή την κατηγορία, το γεγονός πως ένας κατασκευαστής που είναι ταυτόχρονα και προμηθευτής, κάνει ένα τέτοιο βήμα, σημαίνει πως πρέπει να καταγραφεί ως πληροφορία. Οι λεπτομέρειές τους: https://www.motomag.gr/news/nea-montela-epikairotita/can-am-pulse-kai-origin-xekinisan-oi-pro-paraggelies-video
Από την άλλη μεριά, τα αρκετά κοινά στοιχεία που έχει το γυμνό Pulse με το Origin, θα το ξεχωρίσουν δίνοντάς του έναν πιο διασκεδαστικό χαρακτήρα, με την υπόσχεση πως μπορεί να προσφέρει πολλά χαμόγελα διασκέδασης, σε ασφάλτινες βόλτες. Το ηλεκτρικό Naked μοντέλο της Can-Am θα φέρει τον ίδιο υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της Rotax ο οποίος αποδίδει 47 ίππους κάνοντας τα 0-100 σε 3,8 δευτερόλεπτα και ροπή 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.
Ίδια στοιχεία ισχύουν στον τομέα του πλαισίου, με μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο, το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 χιλιόμετρα, ίδια παραμένει και η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα.
Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Pulse και Pulse ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή φιμέ ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα αναγράφοντας το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν την ίδια τεράστια έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών η οποία έχει τη δυνατότητα να συνδεθεί με το κινητό μας τηλέφωνο για πραγματοποίηση κλήσεων, μηνυμάτων και κλήσεων. Η πλοήγηση πλέον γίνεται με ευκολία, καθώς απεικονίζεται με ευκρίνεια στην οθόνη και με την εφαρμογή BRP GO/Αpple CarPlay μπορούμε να δούμε διάφορες επιπρόσθετες πληροφορίες για το Pulse, όπως το ποσοστό της μπαταρίας, το που βρίσκεται η μοτοσυκλέτα και άλλα. Εδώ τα προγράμματα οδήγησης είναι τέσσερα τα Sport+, Normal, ECO και Rain, ενώ η USB θύρα είναι υπεύθυνη να φορτίζει τις έξυπνες συσκευές.
Η μεγάλη οθόνη, μαζί με τους διακόπτες που φαντάζουν λες και έρχονται από Goldwing, στην πράξη δείχνουν πως η Can-Am τοποθετεί στις μοτοσυκλέτες ακριβό εξοπλισμό που έρχεται από τα άλλα οχήματα που κατασκευάζει αντί μίας άλλης λύσης με μικρότερο κόστος.
Ένα μαύρο φτερό θα προστατέψει την πίσω ανάρτηση από τα νερά, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 41mm και διαδρομής 140mm, ενώ πίσω μια monoshock ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 140mm, της Sachs. Οι πολυάκτινες ζάντες από χυτό αλουμίνιο των 17 ιντσών με διαστάσεις ελαστικών 110-70 μπροστά και 150-60 αντίστοιχα, είναι εξοπλισμένα με Dunlop Sportmax GPR-300. Υπεύθυνος για το άμεσο αποτελεσματικό φρενάρισμα είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,030mm, το πλάτος στα 947mm, το ύψος στα 1,171mm και η απόσταση από το έδαφος στα 146mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 784mm. Το βάρος της που εύκολα μπορεί να ξεφύγει εξαιτίας της μπαταρίας, περιορίζεται εδώ στα 177 κιλά, ενώ η λειτουργία της όπισθεν δίνει πόντους ευκολίας.
Τα δύο μοντέλα καλύπτονται από 2ετή εγγύηση και 5ετή ή όταν επέλθουν τα 50.000 χιλιόμετρα για την μπαταρία. Οι χρωματικές επιλογές είναι δύο για τις απλές εκδόσεις σε γκρι και λευκό, ενώ στην έκδοση ’73 είναι μία, του ασημί.
Παράλληλα με τις νέες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες η Can-Am είχε στην Eicma 2024 και τα υπόλοιπα μοντέλα για τα οποία είναι ήδη πολύ γνωστή, όπως επίσης και την νέα έκδοση του δημοφιλούς τρίκυκλου, το Canyon 2025.
Πρόκειται για ένα μοντέλο που θα βγαίνει σε τρεις εκδόσεις, Standard, XT και Redrock, με μεγαλύτερη απόσταση και ενισχυμένους τροχούς για εκτός δρόμου διαδρομές
Το Canyon έχει βασιστεί πάνω στα πρότυπα των Spyder, με μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων, ελαστικά μεικτής χρήσης XPS Adventure και ενισχυμένες ζάντες για εκτός δρόμου οδήγηση. Έχουν τοποθετηθεί οδοντωτά μαρσπιέ και προστατευτικές χούφτες ενώ μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος με την Can-Am να διαθέτει και 25 ειδικά αξεσουάρ για να το διαμορφώσει ο κάθε ιδιοκτήτης όπως επιθυμεί.
Το μόνο σίγουρο ότι διαβάζοντας όλα αυτά σκέφτεσαι ποια θα είναι η επόμενη χωμάτινη εξόρμηση, για να νοιώσεις την απόλαυση που αποδίδουν οι 115 ίπποι στις 7250σ.α.λ. με ροπή τα 13,26 kgm στις 5000σ.α.λ., τα οποία παράγονται από τον υγρόψυκτο, τρικύλινδρο, Rotax κινητήρα των 1.330κ.εκ με ηλεκτρονικό ψεκασμό και ηλεκτρονική διαχείριση γκαζιού. Το Canyon διαθέτει ένα ημί-αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων των 6 σχέσεων, ενώ υπάρχει και όπισθεν, κάτι που είναι αναγκαίο σε τέτοιου είδους οχήματα.
Οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι μπροστά της Sachs με 260mm, ενώ πίσω μια ανάρτηση διαδρομής 235mm, ομοίως της Sachs. Η πιο Premium έκδοση, Redrock, θα διαθέτει ημί-ενεργετικές αναρτήσεις KYB Smart-Shox. Οι ενισχυμένοι τροχοί των 16 ιντσών εμπρός και 15 πίσω με διαστάσεις 155-65 μπροστά και 225-50 αντίστοιχα, φέρουν λάστιχα XPS Adventure. Υπεύθυνοι για τα έγκαιρο φρενάρισμα είναι οι μπροστινοί δίσκοι των 270mm με τετραπίστονες δαγκάνες της Brembo και πίσω μια δισκόπλακα των 270mm με μονοπίστονη δαγκάνα και φρένο παρκαρίσματος.
Εξοπλισμένο με πλήθος συστημάτων ασφαλείας ABS, Traction control, Stability control, Dynamic power steering, Hill hold control και Digitally Encoded Security System δεν θα αφήσουν κανέναν απογοητευμένο, ενώ επιτρέπουν και το παιχνίδι με ελεγχόμενο ντριφτάρισμα.
Με μήκος 2,489mm και πλάτος 1,581mm, το Canyon είναι ευέλικτο για όχημα αυτής της κατηγορίας ενώ το συνολικό ύψος τώρα που μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος δεν έχει ιδιαίτερα διαφορά, κρατώντας χαμηλά το κέντρο βάρους. Στο σημείο των καθρεφτών το Canyon υψώνεται στα 1,500mm με 160mm απόσταση από το έδαφος και την σέλα τοποθετημένη στα 843mm. Το βάρος του αγγίζει τα 452 κιλά, ενώ η λειτουργία της κάμερας οπισθοπορείας που φέρει η έκδοση Redrock θα αποδειχθεί χρήσιμη.
Η μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών για την οποία ανεφερθήκαμε και πιο πάνω, απεικονίζει όλες τις απαραίτητες ενδείξεις όπως ταχύμετρο, στροφόμετρο, υπολογιστή ταξιδίου, ολικό-μερικό χιλιομετρητή, εξωτερική θερμοκρασία ρολόι και άλλα πολλά. Η συνδεσιμότητα πολυμέσων που διαθέτει για κλήσεις, μηνύματα και πλοήγηση συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay, ενώ διαθέτει και θύρα USB. Μέσα από την οθόνη μπορούμε να δούμε και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα 4 των Sport, All-Road, On-Road και Comfort. Ρυθμιζόμενη είναι και η ζελατίνα, καθώς φέρει LED φωτιστικά σώματα, μεταλλικές γρίλιες προστασίας του ψυγείου, σύστημα LinQ για γρήγορη προσαρμογή των αξεσουάρ, Cruise control, οδοντωτά μαρσπιέ, προστατευτικό για τον ιμάντα της τελικής μετάδοσης και θερμαινόμενα γκριπ.
Η χρωματικές επιλογές είναι σε ανθρακί για Standard και XT, ενώ χακί για Redrock. Η εγγύηση είναι στα 2 χρόνια μαζί με κάλυψη οδική βοήθειας.