Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Μονόμπρατσες ηλεκτρικές On-Off και Naked εκδόσεις
EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]
Από το

motomag

8/11/2024

Όπως μας είχε προετοιμάσει εδώ και δύο χρόνια, η BRP ξανά βάζει την Can-Am στην μοτοσυκλέτα, αυτή τη φορά με τα On-Off Origin και Naked Pulse, τα δυο πρώτα της ηλεκτρικά μοντέλα που είδαμε για πρώτη φορά από κοντά στην EICMA.

Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση όπως είχαμε αναφέρει και όταν είχαν ανακοινωθεί πρώτη φορά, ενώ διαφοροποιούνται στον “ανήσυχο” ηλεκτρικό ταξιδιώτη και στον “κανίβαλλο” των πόλεων, χάρη του διαφορετικού χαρακτήρα τους. Το Origin αποτελεί φόρο τιμής στην Off-Road κληρονομιά της Can-Am, με διττό χαρακτήρα, ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες του αναβάτη όσο και τις εκτός δρόμου ανησυχίες του. Αντίστοιχα, η Pulse είναι μια Naked μοτοσυκλέτα με όρθια θέση οδήγησης και άνετη τοποθέτηση στην γωνία που τα χέρια συναντούν το τιμόνι.

Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται έναν ηλεκτροκινητήρα E-POWER της Rotax με αυτόματη μετάδοση, φέρουν ίδιο πλαίσιο και ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο εδράζεται πάνω στη μπαταρία, ίδιο φορτιστή, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ και TFT έγχρωμη οθόνη οργάνων. Και στα δύο μοντέλα τονίζονται οι πολυάκτινοι τροχοί τους, στηριζόμενοι πίσω σε ένα μονόμπρατσο, το οποίο περικλείει μέσα την τελική μετάδοση που γίνεται από γρανάζια και μιας αυτολιπαινόμενης αλυσίδας και ένα ίδιο σύστημα αναρτήσεων με ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και μονού αμορτισέρ πίσω.

Το Origin, είναι μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα σχεδιασμένη για να προσφέρει οδηγική διασκέδαση σε αναβάτες που έχουν την διάθεση να εξερευνήσουν και τα όρια κινούμενοι σε χώμα και άσφαλτο. Αυτό το On-Off μοντέλο αν το δεις από μικρή απόσταση είναι σαν να βλέπεις ένα πιο μικρό Husqvarna Norden 901, ειδικά στο πλαϊνό, εμπρός τμήμα. Το ηλεκτρικό Adventure μοντέλο της Can-Am θα φέρει έναν υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της  Rotax του οποίου η απόδοση θα ανέρχεται στους 47 ίππους επιτυγχάνοντας τα 0-100 σε 4,3 δευτερόλεπτα και ροπής των 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Το Origin έχει ένα μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα του εξωτερικού περιβλήματος της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 – 160 χιλιόμετρα, ενώ εκτός τα 115. Ο χρόνος φόρτισης που θα χρειαστεί για να πάει από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0-100% χρειάζεται 1:30 ώρα. Εν το μεταξύ η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα είναι τα 129χλμ/ώρα.

Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Origin και Origin ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή διάφανη ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα στα χρώματα της μοτοσυκλέτας, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν μία από τις μεγαλύτερες έγχρωμες TFT οθόνες των 10,25 ιντσών με συνδεσιμότητα πολυμέσων για κλήσεις-μηνύματα-πλοήγηση και συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay. Πάνω της θα δούμε ένα πλήθος ενδείξεων, καθώς και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα έξι των Sport, Off-Road, Off-Road+, Normal, ECO και Rain. Επίσης, η διάθεση της USB θύρας θα μας βγάλει από το άγχος να ξεμείνουμε από μπαταρία στο Smartphone.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Μια μαύρη αλουμινένια ποδιά θα προστατέψει το κάτω μέρος της μπαταρίας, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 43mm και διαδρομής 255mm, ενώ πίσω μια monoshock πλήρως ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 255mm, ομοίως της KYB. Για την προσπέλαση των διαφόρων εμποδίων και την ομαλή κύλιση στους δρόμους αναλαμβάνουν ρόλο οι ακτινωτοί τροχοί τύπου των 21 ιντσών εμπρός και 18 πίσω με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 αντίστοιχα. Υπεύθυνος για την άμεση επιβράδυνση είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω μιας δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,204mm, το πλάτος στα 861mm, το ύψος στα 1,414mm και η απόσταση από το έδαφος στα 274mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 865mm. Το βάρος της δεν θα μας δυσκολέψει σε επιτόπιες μανούβρες μιας και αγγίζει τα 187 κιλά, ενώ σε αυτές η λειτουργία της όπισθεν θα αποδειχθεί χρήσιμη.

 

CAN-AM Pulse & Origin: Επιστροφή στις μοτοσυκλέτες!

Επιστρέφει η Can-Am στις μοτοσυκλέτες με τα Pulse και Origin, street και on-off. Σε μία δύσκολη περίοδο για αυτή την κατηγορία, το γεγονός πως ένας κατασκευαστής που είναι ταυτόχρονα και προμηθευτής, κάνει ένα τέτοιο βήμα, σημαίνει πως πρέπει να καταγραφεί ως πληροφορία. Οι λεπτομέρειές τους: https://www.motomag.gr/news/nea-montela-epikairotita/can-am-pulse-kai-origin-xekinisan-oi-pro-paraggelies-video

Posted by Moto Magazine Greece on Wednesday, November 13, 2024

 

Από την άλλη μεριά, τα αρκετά κοινά στοιχεία που έχει το γυμνό Pulse με το Origin, θα το ξεχωρίσουν δίνοντάς του έναν πιο διασκεδαστικό χαρακτήρα, με την υπόσχεση πως μπορεί να προσφέρει πολλά χαμόγελα διασκέδασης, σε ασφάλτινες βόλτες. Το ηλεκτρικό Naked μοντέλο της Can-Am θα φέρει τον ίδιο υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της  Rotax ο οποίος αποδίδει 47 ίππους κάνοντας τα 0-100 σε 3,8 δευτερόλεπτα και ροπή 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.

Ίδια στοιχεία ισχύουν στον τομέα του πλαισίου, με μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο, το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 χιλιόμετρα, ίδια παραμένει και η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Pulse και Pulse ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή φιμέ ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα αναγράφοντας το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν την ίδια τεράστια έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών η οποία έχει τη δυνατότητα να συνδεθεί με το κινητό μας τηλέφωνο για πραγματοποίηση κλήσεων, μηνυμάτων και κλήσεων. Η πλοήγηση πλέον γίνεται με ευκολία, καθώς απεικονίζεται με ευκρίνεια στην οθόνη και με την εφαρμογή BRP GO/Αpple CarPlay μπορούμε να δούμε διάφορες επιπρόσθετες πληροφορίες για το Pulse, όπως το ποσοστό της μπαταρίας, το που βρίσκεται η μοτοσυκλέτα και άλλα. Εδώ τα προγράμματα οδήγησης είναι τέσσερα τα Sport+, Normal, ECO και Rain, ενώ η USB θύρα είναι υπεύθυνη να φορτίζει τις έξυπνες συσκευές.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Η μεγάλη οθόνη, μαζί με τους διακόπτες που φαντάζουν λες και έρχονται από Goldwing, στην πράξη δείχνουν πως η Can-Am τοποθετεί στις μοτοσυκλέτες ακριβό εξοπλισμό που έρχεται από τα άλλα οχήματα που κατασκευάζει αντί μίας άλλης λύσης με μικρότερο κόστος.

Ένα μαύρο φτερό θα προστατέψει την πίσω ανάρτηση από τα νερά, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 41mm και διαδρομής 140mm, ενώ πίσω μια monoshock ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 140mm, της Sachs. Οι πολυάκτινες ζάντες από χυτό αλουμίνιο των 17 ιντσών με διαστάσεις ελαστικών 110-70 μπροστά και 150-60 αντίστοιχα, είναι εξοπλισμένα με Dunlop Sportmax GPR-300. Υπεύθυνος για το άμεσο αποτελεσματικό φρενάρισμα είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,030mm, το πλάτος στα 947mm, το ύψος στα 1,171mm και η απόσταση από το έδαφος στα 146mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 784mm. Το βάρος της που εύκολα μπορεί να ξεφύγει εξαιτίας της μπαταρίας, περιορίζεται εδώ στα 177 κιλά, ενώ η λειτουργία της όπισθεν δίνει πόντους ευκολίας.

Τα δύο μοντέλα καλύπτονται από 2ετή εγγύηση και 5ετή ή όταν επέλθουν τα 50.000 χιλιόμετρα για την μπαταρία. Οι χρωματικές επιλογές είναι δύο για τις απλές εκδόσεις σε γκρι και λευκό, ενώ στην έκδοση ’73 είναι μία, του ασημί.

Canyon 2025

Παράλληλα με τις νέες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες η Can-Am είχε στην Eicma 2024 και τα υπόλοιπα μοντέλα για τα οποία είναι ήδη πολύ γνωστή, όπως επίσης και την νέα έκδοση του δημοφιλούς τρίκυκλου, το Canyon 2025.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που θα βγαίνει σε τρεις εκδόσεις, Standard, XT και Redrock, με μεγαλύτερη απόσταση και ενισχυμένους τροχούς για εκτός δρόμου διαδρομές

Το περιμέναμε από τον Αύγουστο που μας πέρασε όταν είχαμε αναφέρει πως θα κάνει την εμφάνισή του το νέο Canyon, με On-Off χαρακτηριστικά δίνοντάς του την ευκαιρία να αφήσει την άσφαλτο και να εξερευνήσει εκτός δρόμου προορισμούς, όποτε παραστεί η ευκαιρία.

Το Canyon έχει βασιστεί πάνω στα πρότυπα των Spyder, με μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων, ελαστικά μεικτής χρήσης XPS Adventure και ενισχυμένες ζάντες για εκτός δρόμου οδήγηση. Έχουν τοποθετηθεί οδοντωτά μαρσπιέ και προστατευτικές χούφτες ενώ μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος με την Can-Am να διαθέτει και 25 ειδικά αξεσουάρ για να το διαμορφώσει ο κάθε ιδιοκτήτης όπως επιθυμεί.

Το μόνο σίγουρο ότι διαβάζοντας όλα αυτά σκέφτεσαι ποια θα είναι η επόμενη χωμάτινη εξόρμηση, για να νοιώσεις την απόλαυση που αποδίδουν οι 115 ίπποι στις 7250σ.α.λ. με ροπή τα 13,26 kgm στις 5000σ.α.λ., τα οποία παράγονται από τον υγρόψυκτο, τρικύλινδρο, Rotax κινητήρα των 1.330κ.εκ με ηλεκτρονικό ψεκασμό και ηλεκτρονική διαχείριση γκαζιού. Το Canyon διαθέτει ένα ημί-αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων των 6 σχέσεων, ενώ υπάρχει και όπισθεν, κάτι που είναι αναγκαίο σε τέτοιου είδους οχήματα.

Canyon 2025

Οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι μπροστά της Sachs με 260mm, ενώ πίσω μια ανάρτηση διαδρομής 235mm, ομοίως της Sachs. Η πιο Premium έκδοση, Redrock, θα διαθέτει ημί-ενεργετικές αναρτήσεις KYB Smart-Shox. Οι ενισχυμένοι τροχοί των 16 ιντσών εμπρός και 15 πίσω με διαστάσεις 155-65 μπροστά και 225-50 αντίστοιχα, φέρουν λάστιχα XPS Adventure. Υπεύθυνοι για τα έγκαιρο φρενάρισμα είναι οι μπροστινοί δίσκοι των 270mm με τετραπίστονες δαγκάνες της Brembo και πίσω μια δισκόπλακα των 270mm με μονοπίστονη δαγκάνα και φρένο παρκαρίσματος.

Εξοπλισμένο με πλήθος συστημάτων ασφαλείας ABS, Traction control, Stability control, Dynamic power steering, Hill hold control και Digitally Encoded Security System δεν θα αφήσουν κανέναν απογοητευμένο, ενώ επιτρέπουν και το παιχνίδι με ελεγχόμενο ντριφτάρισμα.

Με μήκος 2,489mm και πλάτος 1,581mm, το Canyon είναι ευέλικτο για όχημα αυτής της κατηγορίας ενώ το συνολικό ύψος τώρα που μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος δεν έχει ιδιαίτερα διαφορά, κρατώντας χαμηλά το κέντρο βάρους. Στο σημείο των καθρεφτών το Canyon υψώνεται στα 1,500mm με 160mm απόσταση από το έδαφος και την σέλα τοποθετημένη στα 843mm. Το βάρος του αγγίζει τα 452 κιλά, ενώ η λειτουργία της κάμερας οπισθοπορείας που φέρει η έκδοση Redrock θα αποδειχθεί χρήσιμη.

Η μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών για την οποία ανεφερθήκαμε και πιο πάνω, απεικονίζει όλες τις απαραίτητες ενδείξεις όπως ταχύμετρο, στροφόμετρο, υπολογιστή ταξιδίου, ολικό-μερικό χιλιομετρητή, εξωτερική θερμοκρασία ρολόι και άλλα πολλά. Η συνδεσιμότητα πολυμέσων που διαθέτει για κλήσεις, μηνύματα και πλοήγηση συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay, ενώ διαθέτει και θύρα USB. Μέσα από την οθόνη μπορούμε να δούμε και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα 4 των Sport, All-Road, On-Road και Comfort. Ρυθμιζόμενη είναι και η ζελατίνα, καθώς φέρει LED φωτιστικά σώματα, μεταλλικές γρίλιες προστασίας του ψυγείου, σύστημα LinQ για γρήγορη προσαρμογή των αξεσουάρ, Cruise control, οδοντωτά μαρσπιέ, προστατευτικό για τον ιμάντα της τελικής μετάδοσης και θερμαινόμενα γκριπ.

Η χρωματικές επιλογές είναι σε ανθρακί για Standard και XT, ενώ χακί για Redrock. Η εγγύηση είναι στα 2 χρόνια μαζί με κάλυψη οδική βοήθειας.

 

 

Ετικέτες