Από τότε που πήγε ο Lorenzo στη Honda τα πράγματα μόνο ομαλά δεν εξελίχθηκαν για αυτόν. Αφότου κατάφερε να ανακάμψει απ’ τους τραυματισμούς που είχε στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς, κλήθηκε να εξοικειωθεί πάνω σε μια μοτοσυκλέτα που δεν είναι φτιαγμένη για αυτόν. Ως εκ τούτου, στο πρώτο τρίτο του πρωταθλήματος τον είδαμε να παλεύει για μια θέση μέσα στη δεκάδα και να μην είναι όσο ανταγωνιστικός ήταν στη Ducati. Στην αρχή έλεγε πως ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος από τη συνεργασία του με το HRC, διότι η ομάδα ήταν παραπάνω από πρόθυμη να εκπληρώσει όλες τις επιθυμίες του. Μάλιστα, τον είδαμε να ταξιδεύει μέχρι τα κεντρικά του HRC ώστε να σχεδιαστούν ειδικά “αυτάκια” πάνω στο ρεζερβουάρ, που τον βοηθούν να στηρίζεται καλύτερα κατά το φρενάρισμα, με αποτέλεσμα να μην καταπονούνται τα χέρια –ιδίως οι καρποί- απ’ το μεταφερόμενο βάρος του σώματός του. Όμως, δεν καταφέραμε να δούμε την αποτελεσματικότητά τους στον αγώνα της Catalunya διότι φρόντισε να δώσει ένα απ’ τα πιο πολύτιμα δώρα στον teammate του, τον Marquez. Συγκεκριμένα στο δεύτερο γύρο του αγώνα, ενώ είχε ξεκινήσει δυναμικά και ήταν τέταρτος, αποφάσισε να κάνει μια παράτολμη κίνηση με αποτέλεσμα να πέσει, συμπαρασέρνοντας και βγάζοντας εκτός μάχης τους Rossi, Dovizioso και Vinales.
Τώρα, στα δοκιμαστικά του Assen η Honda παρουσίασε και το νέο φαίρινγκ, που έχει εξελιχθεί για τον ίδιο σκοπό όπως τα “αυτάκια” του ρεζερβουάρ, την μείωση δηλαδή της καταπόνησης των καρπών. O Lorenzo το δοκίμασε αρχικά στις επίσημες δοκιμές μετά τον αγώνα στην Catalunya, όμως είχε πάλι μια σφοδρή πτώση και χτύπησε τόσο το θώρακα όσο και την πλάτη του. Μάλιστα, είπε πως δεν θα καταφέρει να ανακάμψει στο 100% μέχρι τον αγώνα του Sachsenring. Ακόμη, στις δοκιμές του Assen το HRC έχει φέρει κι άλλα εξαρτήματα για να βοηθήσει το Lorenzo να είναι πιο ανταγωνιστικός και πιο κοντά στη μάχη για τη κορυφαία θέση. Όμως, έπεσε για άλλη μια φορά στην FP1 με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν τα σχέδια.
Απ’ την άλλη πλευρά του box, ο Marquez δοκίμασε και αυτός ένα νέο φαίρινγκ στις επίσημες δοκιμές, λέγοντας πως ίσως ήταν αυτό που εξέλισσε το HRC για τον Lornezo, καθώς και κάποια άλλα πράγματα όπως εξαρτήματα απ’ τη περσινή RCV. Παρ’ όλα αυτά ανέφερε πως ο ίδιος θα εστιάσει στην εξέλιξη του δικού του πακέτου για τη μοτοσυκλέτα του και όχι για αυτή του Lorenzo.
Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood
Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
Από τον
Κώστα Γκαζή
13/2/2026
Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.
Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.
Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!
Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.
Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.
Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta
Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .
Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.
Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.
Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!
Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!
Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά: