Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία

Δεν είναι ένα Beverly με κουστούμι
Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

19/3/2026

Η Aprilia έκανε το λογικό βήμα μετά το SR200, μόνο που άργησε αφήνοντας το Zontes G368 να οργώσει εμπορικά την υποκατηγορία των Adventure σκούτερ που δημιουργήθηκε στην σκιά του πρωτεργάτη, X-ADV, κι ενώ ήταν πρακτικά ανύπαρκτη μέχρι τότε.

Διάφορα πυροτεχνήματα υπήρχαν καθ’ όλη την ιστορία των σκούτερ, φέγγοντας την υποκατηγορία αυτή, ακόμη και το δημοφιλές στην Ελλάδα Piaggio Typhoon μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτά, στην πράξη όμως κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η υποκατηγορία των Adventure είχε σχηματιστεί με τον τρόπο που συμβαίνει εδώ και λίγο καιρό. Τώρα υπάρχουν περισσότερες προτάσεις από κάθε άλλη φορά και ο λόγος είναι η ζήτηση του κόσμου.  Στόχος των μοντέλων αυτής της κατηγορίας είναι να εξυπηρετήσουν τις καθημερινές ανάγκες μετακίνησης και παράλληλα τις κοντινές ασφάλτινες αποδράσεις, με την υπόσχεση πως όταν χρειαστεί να περάσουν από χωματόδρομο, δεν θα προσπαθήσουν να το αποφύγουν. Δεν θα χρησιμοποιηθούν φυσικά για κάτι περισσότερο από μία απλή διάσχιση χωματόδρομου, με το πιο δημοφιλές παράδειγμα να είναι η κάθοδος σε κάποια πιο ερημική παραλία, με τον βασικό τους στόχο να είναι πάντα η κάλυψη μεγαλύτερων αποστάσεων, στην πρώτη ευκαιρία που θα έχουν να ξεφύγουν από την συνηθισμένη διαδρομή που κάνουν καθημερινά.

Προτάσεις πλέον υπάρχουν διάφορες, σε σημείο που αξιώνουν ένα πλήρες συγκριτικό και κινούνται όλες τους στην ίδια κατεύθυνση με ταξιδιωτικές δυνατότητες, χώρους και φυσικά περιορισμένες δυνατότητες στο χώμα. Κοινό στοιχείο είναι επίσης, πως διαγωνίζονται μεταξύ τους τα διαφορετικά τμήματα marketing των εταιρειών για να βρεθεί ο πιο ευφάνταστος τρόπος να υπερτονιστούν οι πρακτικά ανύπαρκτες δυνατότητες στο χώμα. Ένα μελλοντικό συγκριτικό θα ρίξει φως και σε αυτό τον τομέα.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Σπορ συμπεριφορά παρά τα συγκεκριμένα, κατώτερης ποιότητας, ελαστικά

Προς το παρόν, το νέο SR GT 400 ξεκινά την πορεία του με ορισμένα πολύ δυνατά στοιχεία που θα χρησιμοποιήσει ως όπλα του στην μάχη με τον ανταγωνισμό. Πρώτο είναι το χαμηλό βάρος και η σπορ συμπεριφορά του η οποία ξεκινά από το πλαίσιο και τις αναρτήσεις και τελευταία έρχεται η απόκριση του κινητήρα. Στα σκούτερ το βασικότερο στοιχείο για την σπορ συμπεριφορά τους είναι το πλαίσιο, ακολουθούν οι αναρτήσεις και έπειτα η δύναμή τους, με αυτή την σειρά. Κι αυτό γιατί με το κέντρο βάρους αρκετά πίσω από το γεωμετρικό κέντρο και με το πλαίσιο χαμηλά τοποθετημένο, οι μηχανολόγοι πρέπει να πασχίσουν για να αποφύγουν τις στρεβλώσεις.

Το Beverly που δανείζει τον κινητήρα του και στο SR GT, είναι ήδη ένα αρκετά σπορ μοντέλο, όμως εδώ θα έπρεπε να ενισχυθεί η συμπεριφορά του με βάση τα νέα στοιχεία της γεωμετρίας θέσεις οδήγησης και των αναρτήσεων, όπως επίσης να συμβαδίζει με τις προσδοκίες που δημιουργεί, για χρήση και στους χωματόδρομους. Η Aprilia ξέρει πολύ καλά την τέχνη του σχεδιασμού πλαισίων και έπειτα από δοκιμές με το πλαίσιο του Beverly, κατέληξε να φτιάξει ένα νέο από την αρχή. Εμφανισιακά μοιάζει το νέο πλαίσιο με εκείνο του Beverly, όπως μοιάζουν όλα τα πλαίσια δύο δοκών σε μία συγκεκριμένη κατηγορία μοτοσυκλετών ή παλαιότερα όλα τα περιμετρικά πλαίσια στις Ιαπωνικές street μοτοσυκλέτες. Στην πράξη το πλαίσιο του SR GT είναι τελείως νέο και κάθε διατομή σωληνώσεων έχει υπολογιστεί από την αρχή, έτσι ώστε να επιτευχθεί και η επιθυμητή μείωση βάρους, αλλά και να γίνει το SR GT ακόμη πιο σπορ, ιδίως κατά το δυνατό φρενάρισμα στην είσοδο των στροφών!

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Ο χρωματισμός επηρεάζει την αντίληψη του θεατή, συγκεκριμένα στο SR GT 400

Το αποτέλεσμα είναι να ζυγίζει 186 κιλά με το ρεζερβουάρ γεμάτο, που είναι ακριβώς το ίδιο βάρος με το Honda Adv 350, ενώ είναι σχεδόν 20 κιλά ελαφρύτερο από το Zontes G368! Τα νούμερα επιτρέπουν στην Aprilia να μιλά για ρεκόρ στην κατηγορία με 7 κιλά ανά kW απόδοσης, ενώ ανακοινώνει και επιτάχυνση 5 δευτερόλεπτα για 0-60 μέτρα που όπως αντιλαμβάνεστε κάποιος στο τμήμα marketing αισθάνεται αυτή την στιγμή ιδιαίτερα υπερήφανος διότι θεωρεί πως έχει μπερδέψει αρκετό κόσμο σε Αγγλία και αλλού που θα διαβάσουν γρήγορα και θα νομίσουν πως το νέο 400άρι σκούτερ θα επιταχύνει με επιδόσεις μοτοσυκλέτας.

Σε κάθε περίπτωση όμως και πέρα από το πώς αναγράφει κανείς τα νούμερα, στην πράξη το μεγαλύτερο της οικογένειας των SR επιταχύνει δυναμικά ακόμη και με δύο άτομα στη σέλα, ξεδιπλώνει την ροπή του από την αρχή του στροφόμετρου και δεν περιμένει κανείς με ανοικτό το γκάζι μέχρι να ανέβουν οι στροφές και το κάνει με γραμμικό τρόπο χωρίς να ενεργοποιεί συνέχεια το traction control.

Σε αντίθεση με τα μικρότερα της οικογένειας SR που κατασκευάζονται στο Βιετνάμ, το νέο SR GT 400 είναι Made in Italy και βγαίνει από την γραμμή παραγωγής του Noale. Ο κινητήρας έρχεται από το διπλανό εργοστάσιο κατασκευής κινητήρων που έχει και χυτήριο, στο Scorze ενώ αμφότερα αποτελούν προάστια της Βενετίας, με την ευρύτερη έννοια.

Το νέο πλαίσιο κατασκευάζει ο προμηθευτής που φτιάχνει και τα Superbike πλαίσια για την Aprilia, αυτό από μόνο του θα ήταν ικανό να το διαφοροποιήσει από του Beverly, αν δηλαδή δεν ήταν τελείως αλλαγμένο έτσι και αλλιώς. Οι αναγνώστες της έντυπης έκδοσης θα το γνωρίζουν αυτό, ευκαιρία να το τονίσουμε και εδώ: Μόνο στην Κίνα οι μεγάλοι κατασκευαστές φτιάχνουν τα πλαίσια εντός εργοστασίου, οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν πιστοποιημένους προμηθευτές που αναλαμβάνουν και τον έλεγχο ποιότητας και βρίσκονται συνήθως σε κοντινή απόσταση από το εργοστάσιο, μία πανάκεια όταν μιλάμε για μαζική παραγωγή αυτού του μεγέθους.

Από εκεί και πέρα οι αποστάσεις με τους προμηθευτές μεγαλώνουν, πλαστικά και διακόπτες μπορεί να έρχονται από οπουδήποτε φτάνει να βγαίνουν φθηνότερα με την Κίνα να είναι πάντα η πρώτη επιλογή με βάση αυτό το κριτήριο, η συναρμογή όμως είναι αντίστοιχη με εκείνη που είχαμε διακρίνει στην EICMA, σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.

Με συνεπιβάτη

Κόντρα στις καιρικές προβλέψεις της περιοχής, ο καιρός μας έδωσε ένα μικρό παράθυρο με στεγνούς δρόμους, ακριβώς όσο χρειαζόταν για να δούμε τις δυνατότητες του νέου Aprilia SR GT 400. Όπως θα περίμενε κανείς από την Aprilia, είναι στην σπορ οδήγηση που φαίνεται η διαφορά του, ξεκινώντας από την ομοιογενή, δίχως στρεβλώσεις και ταλαντώσεις, συμπεριφορά κατά το δυνατό φρενάρισμα.

Οδήγησα το νέο SR GT 400 και με συνεπιβάτη, που συγκεκριμένα σε αυτή την κατηγορία παίζει σημαντικό ρόλο καθώς μπορεί να ελαφρύνει ιδιαίτερα τον εμπρός τροχό ακυρώνοντας τα δυναμικά χαρακτηριστικά του. Ήταν λοιπόν μία ευχάριστη έκπληξη και βοήθησε στο να συμπληρωθεί η πρώτη εικόνα του νέου SR GT, το γεγονός πως η άψογη οδηγική συμπεριφορά δεν άλλαξε και παρέμεινε ακόμη και με δεύτερο άτομο στη σέλα!

Η εργονομία θέσης οδήγησης εξυπηρετεί τον μεγαλόσωμο αναβάτη και η πίσω σέλα, παρότι στενεύει για να πίσω για να κολακεύσει τα δυναμικά χαρακτηριστικά του νέου σκούτερ, έχει μπόλικο χώρο για να εξυπηρετήσει και μεγαλύτερες αποστάσεις, πέρα από την καθημερινότητα.

Στο μεταξύ χρειάζεται να σηκώσεις αρκετά το πόδι για να περάσεις πάνω από τη σέλα, αν δεν ανέβεις με τον πιο κλασσικό τρόπο των σκούτερ. Κι όμως έγινε αρκετή μελέτη ώστε να μην σηκωθεί ψηλά η σέλα, την ίδια στιγμή που δεν ήθελαν να περιορίσουν τον χώρο κάτω από τη σέλα.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Μόνο με έναν τρόπο τοποθετείται σωστά το Full Face κράνος κάτω από την σέλα, σύμφωνα με την ίδια την Aprilia

Χώρος κάτω από τη σέλα

Για τον παραπάνω λόγο και πάντα με τον περιορισμό του ύψους και του μπόλικου αφρώδες υλικού που θέλουν να τοποθετήσουν στη σέλα για άνετη παραμονή για μεγάλες αποστάσεις, οι άνθρωποι της Aprilia πήραν μία πολύ συγκεκριμένη απόφαση. Ο χώρος κάτω από την σέλα, έχει όγκο τριάντα λίτρων και χωρά ένα full face κράνος ταυτόχρονα με ένα μικρό σακίδιο, ή γάντια κτλ. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει το full face κράνος να τοποθετηθεί στο πλάι, αντί του πιο συνηθισμένου τρόπου και είναι βέβαιο πως αυτό θα δημιουργήσει μία σύγχυση στην αρχή της εμπορικής πορείας του μοντέλου καθώς θα υπάρχουν σίγουρα μερικοί που θα το τοποθετούν όρθιο, λέγοντας μετά πως δεν χωρά ένα κανονικό κράνος κάτω από την σέλα με την σέλα να κλείνει.

Εμπρός υπάρχει αρκετά βαθύ ντουλαπάκι με USB παροχή, οπότε βάζοντας ανάποδα το κινητό, μπορεί ο ιδιοκτήτης να το φορτίζει ταυτόχρονα. Το keyless σύστημα λειτουργούσε με αμεσότητα και φυσικά δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τα όμορφα γραφικά της Aprilia να δώσουν την θέση τους στο μενού της 5 ιντσών, έγχρωμης TFT οθόνης, αλλά να εκκινήσει άμεσα τον κινητήρα.

Αναρτήσεις

Στο αρχικό στάδιο της διαδρομής του το πιρούνι είναι προοδευτικό με σωστό ρυθμό για την απόσβεση συμπίεσης σε σβέλτη ασφάλτινη χρήση. Αντίθετα με τις Adventure μοτοσυκλέτες είναι εξαιρετικά δύσκολο στα σκούτερ να έχεις μπροστινή ανάρτηση που εξυπηρετεί ταυτόχρονα και την άσφαλτο και το χώμα. Εκεί η πιο απλή λύση είναι απλώνεις την απόσβεση της συμπίεσης στην διαδρομή της ανάρτησης και να μην έχεις μία πολύ γρήγορη απόσβεση επαναφοράς, ώστε να εξυπηρετείς και τους δύο κόσμος με εκατέρωθεν παραχωρήσεις που μένουν όμως μακριά από το όριο δυνατοτήτων του μέσου αναβάτη. Ο πιο ικανός θα ξέρει και πώς να ρυθμίσει ή να αλλάξει αντίστοιχα, χωρίς φυσικά να μιλάμε για τις πιο σύνθετες λύσεις των ημι-ενεργητικών αναρτήσεων. Στα σκούτερ η μικρότερη διαδρομή αφήνει και μικρότερα περιθώρια και έτσι είναι εξίσου εύκολο να τερματίσεις την διαδρομή του πιρουνιού στο SR GT 400, όπως αντίστοιχα θα συνέβαινε και σε άλλα σκούτερ του Piaggio Group. Αν δεν γινόταν αυτό μπορεί να ήταν λίγο πιο άνετο στην εκτός δρόμου χρήση, αλλά θα έχανε πολλούς πόντους τόσο στην καθημερινότητα, όσο και στην πιο σπορ οδήγηση σε επαρχιακούς. Θεωρώ λοιπόν πως η απόφαση της Aprilia ήταν προς την σωστή κατεύθυνση.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Δημιουργούν χώρο κάτω από τη σέλα και κρατούν το ύψος της σέλας από το έδαφος σε λογικά για σκούτερ επίπεδα

Ομοίως και πίσω με τα δύο αμορτισέρ, που αναλαμβάνουν να συγκρατήσουν το βαρύ σύνολο μοτέρ-ψαλιδιού-μετάδοσης. Και εδώ οι επιλογές που υπήρχαν κρατώντας αυτή την διάταξη κινητήρα και με στόχο να βγουν με τιμή ελάχιστα πάνω από τον Κινέζικο ανταγωνισμό, διατηρώντας όμως την γραμμή παραγωγής στην Ιταλία, δεν έμενε παρά μονάχα μία: Το αποτέλεσμα είναι μέσα στο πλαίσιο της κατηγορίας από πλευράς απόδοσης και τα δύο αμορτισέρ πίσω δεν τερματίζουν απότομα στις λακκούβες, ενώ φιλτράρουν ικανοποιητικά ανωμαλίες του οδοστρώματος όπως σαμαράκια κτλ. Η διαδρομή των αναρτήσεων είναι ίδια, 120χλστ εμπρός και πίσω, με το πιρούνι να έχει καλάμια 41χλστ.

Στα φρένα έχουμε δίσκο 300χλστ εμπρός με ακτινικά τοποθετημένη δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και πίσω 240χλστ με δαγκάνα δύο εμβόλων. Λείπει το δυνατό αρχικό δάγκωμα αλλά όχι η δύναμη, οπότε αν χρειαστείς πολύ δυνατό φρενάρισμα στο δυνατόν μικρότερο διάστημα, απλά πιέζεις την μανέτα πλήρως, που σημαίνει πως ο χειρισμός με το ένα δάχτυλο εξυπηρετεί όλες τις συνθήκες εκτός από μία.

Το ABS της Bosch δουλεύει απροβλημάτιστα όπως δηλαδή περιμένουμε από τα ηλεκτρονικά της Aprilia που είναι πάντα άψογα προετοιμασμένα από την πρώτη στιγμή χωρίς να περιμένει κανείς την ψηφιακή αναβάθμιση για την βελτίωσή τους. Αντίστοιχα και το Traction Control που στα σκούτερ απλά ενοχλεί τις περισσότερες φορές, δυσκολεύοντας την επιτάχυνση.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Κόντρα στις προβλέψεις, είχαμε την τύχη για ένα παράθυρο καλοκαιρίας

Στο δεύτερο μισό της ημέρας όπου η καταρρακτώδης βροχή μείωσε την πρόσφυση, το traction control συνέχισε με ομαλή παρέμβαση δίχως να γονατίζει το μεγάλο σκούτερ από επιτάχυνση που σημαίνει πως μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα παρεμβατικό και στο χώμα, όταν μιλάμε για σκληρό έδαφος και απλή μετακίνηση. Για λάσπη και στα χέρια έμπειρου αναβάτη, είναι δεδομένο πως χρειάζεται η ενεργοποίησή του, κάτι που θα επιβεβαιώσουμε σε ελληνικό έδαφος, όταν το σκούτερ έρθει στην Ελλάδα.

Κινητήρας – Το μόνο κοινό στοιχείο με το Beverly

Ο κινητήρας που όπως είπαμε προέρχεται από το Beverly, αλλάζει ως προς την χαρτογράφησή του για να ταιριάζει με τον χαρακτήρα του SR GT 400 και να αποκτήσει μεγαλύτερη απόκριση χαμηλά, χωρίς καμία άλλη διαφορά.

Τετράχρονος μονοκύλινδρος με ηλεκτρονικό ψεκασμό και υγρόψυκτος, αποδίδει 36 ίππους στις 7.500 στροφές και 3,85Kg.m στις 5.700 στροφές.

Παραμένει ένας από τους πλέον σύγχρονους στην κατηγορία με πατέντα στο σύστημα λίπανσης του στροφάλου που επιταχύνει την ροή του λαδιού βοηθώντας την λειτουργία της αντλίας, μειώνοντας έτσι τις απώλειες από την αντίσταση εσωτερικά. Χρησιμοποιείται ένα ελαφρύ αλουμινένιο έμβολο με εξίσου ελαφρύτερη μπιέλα, συγκριτικά με τον προκάτοχό του, στοιχείο που βοηθά την ευστροφία αλλά και τους κραδασμούς οι οποίοι απουσιάζουν πλήρως και δεν κάνουν την παρουσία τους σε ενοχλητικό βαθμού, ούτε σταματημένος στο ρελαντί πιέζοντας τα φρένα, κάτι που συμβαίνει σε πολλά άλλα σκούτερ.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία

Η διαφορετική χαρτογράφηση απαιτήθηκε και για την βελτιωμένη αναπνοή που έχει τώρα ο κινητήρας στο SR GT 400, ενώ ο ψεκασμός ήταν ήδη ικανός να ανταπεξέλθει στην αυξημένη ροή αέρα, με την κατάλληλη ποσότητα καυσίμου. Στον θάλαμο καύσης έχουμε δύο μπουζί ιριδίου, ενώ διαφορά έχουμε και στην βαθμονόμηση της μετάδοσης για να κολακεύσει με την σειρά της τον χαρακτήρα του σκούτερ της Aprilia, έναντι του ξαδέρφου Beverly.

Θα υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδόσεις με μόνη διαφορά τον εξοπλισμό και το χρώμα. Θα διατίθεται σε τρία χρώματα που εκτός από τα κεντρικά πλαστικά τμήματα, ολοκληρώνουν την εμφάνιση του σκούτερ με λεπτομέρειες σε χειρολαβές, μαρσπιέ και κεντρική κονσόλα, ενώ υπάρχει και η Rally Replica που η Aprilia θέλει να συνδέσει με το Africa Eco Race.

Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Ευανάγνωστη, έγχρωμη TFT οθόνη, κεντρικά τοποθετημένη με ρύθμιση της ζελατίνας από πάνω

Προφανώς δεν υπάρχει καμία σύνδεση του SR GT με το Rally στις παραδοσιακές διαδρομές του Dakar, μόνο το Tuareg συνδέεται με αυτό, αλλά το τμήμα marketing είχε μία ευκαιρία να τονίσει τα Adventure χαρακτηριστικά του SR GT 400 και την πήρε.

Από πλευράς εξοπλισμού υπάρχει μία μακρά λίστα για να προσωποποιήσει κανείς το δικό τους SR GT στην εμφάνιση και να το εξοπλίσει για μεγαλύτερες αποστάσεις, από τα θερμαινόμενα γκριπ, μέχρι την κεντρική βαλίτσα. Με τιμή που έχει ήδη ανακοινωθεί στα ίδια επίπεδα με της Ιταλίας, κάτι που ήταν δύσκολο στην συγκεκριμένη “Made in Italy” περίπτωση με το αυξημένο κόστος και σε αυτόν τον κυβισμό που η χώρα μας επιβάλλει σκαλωτή πρόσθετη φορολογία κατά παράβαση των κανονισμών της Ε.Ε, η Aprilia δείχνει πως θέλει να παίξει το παιχνίδι του ανταγωνισμού με τον πλέον σκληρό τρόπο. Αναμένεται σύντομα να έρθει στην Ελλάδα.

Aprilia SR GT 400 - ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Μοντέλο:

Aprilia SR GT 400

Αντιπρόσωπος:

PIAGGIO HELLAS AE

Τιμή:

6.750 ευρώ (Rally Replica 6.950 ευρώ)

Εγγύηση:

Τέσσερα χρόνια

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2.165

Μεταξόνιο (mm):

1.535

Απόσταση από το έδαφος (mm):

190

Ύψος σέλας (mm):

820

Ίχνος (mm):

104

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό διπλής φωλιάς

Πλάτος (mm):

855

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

-/186

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος μονοκύλινδρος, ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

84 x 72

Χωρητικότητα (cc):

399

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

36 / 7.500

Ροπή (kgm/rpm):

3,84 / 5.700

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

90,23

Τροφοδοσία:

Ηλ. ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

1-1

Σύστημα λίπανσης:

Ξηρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Αυτόματος Φυγοκεντρικός CVT

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια

Τελική μετάδοση / σχέση:

Ιμάντας

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΕΜΠΡΟΣ

Ανεστραμμένο πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120/41

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ ΕΜΠΡΟΣ

Ζάντα:

16’’ Χυτή

Ελαστικό:

120/70-16

ΦΡΕΝΟ ΕΜΠΡΟΣ

Πλευστός δίσκος 300 mm, με δαγκάνα ακτινικής τοποθέτησης τεσσάρων εμβόλων και ABS

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΙΣΩ

Δύο αμορτισέρ διπλής ενέργειας με δοχείο αζώτου

Διαδρομή (mm):

120

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ ΠΙΣΩ

Ζάντα:

1’’ Χυτή

Ελαστικό:

150/70-14

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Στάνταρ:  Full LED φωτισμός, σύστημα keyless, TFT οθόνη με ψηφιακές και αναλογικές ενδείξεις. Ταχύμετρο, στροφόμετρο, δείκτης βενζίνης, ένδειξη σχέσης κιβωτίου, θερμοκρασίας ψυκτικού, ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ένδειξη κατανάλωσης, ρολόι, ένδειξη για σέρβις, δείκτης οικονομικής οδήγησης, πλήρεις προειδοποιητικές λυχνίες. (Rally Replica με σύστημα πολυμέσων Aprilia MIA για διαχείριση κλήσεων, μουσικής και πλοήγησης)

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

12 / -

 

Ετικέτες

Ducati: Επίσκεψη στο Εργοστάσιο και το Μουσείο στην ιστορική έδρα του Borgo Panigale

Στο λίκνο των θρύλων
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/6/2017

Η Bologna είναι μια πόλη που διαθέτει πάρα πολλά στοιχεία που θα μπορούσαν να την κάνουν ξεχωριστή και να την συνυφάνουν με διάφορα πολιτιστικά και πολιτισμικά δεδομένα. Σε όλους εμάς όμως, το όνομα της Bologna είναι το ένα και το αυτό με μία μόνο θρυλική επωνυμία: της Ducati.

Πριν από λίγο καιρό βρεθήκαμε στην Bologna για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που μια εταιρεία επιλέγει να κάνει την παρουσίαση ενός νέου μοντέλου στην έδρα της. Συνήθως το μπουλούκι των δημοσιογράφων συγκεντρώνεται σε κάποιο θέρετρο, που συνδυάζει τον καλό καιρό με τις απαραίτητες υποδομές και το πολύ καλό οδικό δίκτυο, προκειμένου να διαπιστώσουμε την αποτελεσματικότητα των σχεδιαστών του. Με το Scrambler Café Racer όμως, η Ducati επέλεξε να το δείξει για πρώτη φορά στον ειδικό τύπο καλώντας τους δημοσιογράφους στο "σπίτι" της. Να οδηγήσουμε το νέο μοντέλο λίγα χιλιόμετρα από εκεί που είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου, εκεί που οδηγήθηκε για πρώτη φορά από τους αναβάτες εξέλιξης, εκεί ουσιαστικά που διαμορφώθηκαν τα χαρακτηριστικά της απόδοσης και της συμπεριφοράς της. Όποιος έχει οδηγήσει εκεί στους πρόποδες των Απέννινων, στο περίφημο Passo della Futa, μπορεί να καταλάβει γιατί γενικότερα οι κόκκινες μοτοσυκλέτες διαθέτουν αυτόν τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό χαρακτήρα. Το bonus όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η δυνατότητα που είχαμε να επισκεφθούμε το εργοστάσιο με τις γραμμές παραγωγής και στη συνέχεια το ανανεωμένο μουσείο της εταιρείας πριν καν οδηγήσουμε την μοτοσυκλέτα, για να δούμε από κοντά πώς φτιάχνονται τα πραγματικά αντικείμενα του πάθους.

 

Η ιστορική γραμμή

Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, δημιουργήθηκε μια μεγάλη δραστηριότητα γύρω από την τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών, με τον Giuglielmo Marconi –γνήσιο τέκνο της Bologna- να κατοχυρώνει την πατέντα του ραδιοτηλέγραφου. Την ίδια εποχή, ένας συντοπίτης του, ο Adriano Cavalieri Ducati κατοχυρώνει την πατέντα για τον πομπό βραχέων ραδιοκυμάτων και στις 4 Ιουλίου του 1926, μαζί με τα αδέρφια του Bruno και Marcello, ιδρύει την Societa Scientifica Radio Brevetti Ducati. Το αντικείμενο της εταιρείας ήταν η κατασκευή μικρών πυκνωτών Manens, οι οποίοι φτιάχνονταν σε ένα μικρό σπίτι από δύο εργάτες και μια γραμματέα! Μέσα σε δέκα χρόνια, η ανάπτυξη της εταιρείας ήταν τέτοια που απασχολούσε χιλιάδες υπαλλήλους στο καινούργιο εργοστάσιο στην περιοχή του Borgo Panigale. Τον Οκτώβρη του 1944 όμως, το εργοστάσιο βομβαρδίστηκε από τους συμμάχους με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά μέσα σε έναν χρόνο ξαναχτίστηκε με αντικείμενο πλέον την κατασκευή μικρών μοτοσυκλετών, που αποτελούσαν ένα φθηνό μέσο μετακίνησης στην μεταπολεμική περίοδο της Ιταλίας.

Η αρχή έγινε με το περίφημο Cucciolo (κουτάβι στα ιταλικά), έναν μικρό τετράχρονο κινητήρα 48 κυβικών που μπορούσε να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε ποδήλατο, ο οποίος απέκτησε διαστάσεις φαινομένου. Λίγο αργότερα φτιάχτηκε το "60", η πρώτη ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα της Ducati, και στη συνέχεια "μπήκε το νερό στ' αυλάκι" με την έλευση του Fabio Taglioni και την σχεδίαση του 125 Sport. Έκτοτε, η Ducati είχε μια διαρκώς ανοδική πορεία, τόσο εμπορικά όσο και αγωνιστικά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ducati Siluro 100 που έσπασε 46 (!) παγκόσμια ρεκόρ ταχύτητας εν έτει 1956. Η ιστορική συνέχεια επεφύλαξε πολλά ορόσημα για την Ducati, όπως τα Scrambler και το 750GT, το πρώτο superbike της εταιρείας την δεκαετία του '70 με τον πρώτο δικύλινδρο desmo V 90° και πρόγονος του SuperSport Desmo του '73 που μπήκε στη συλλογή του μουσείου Guggenheim ως μια από τις ομορφότερες μοτοσυκλέτες που φτιάχτηκαν ποτέ. Το έτερο σήμα-κατατεθέν της Ducati, το πλαίσιο χωροδικτύωμα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1979 στο Pantah 500 και την επόμενη χρονιά επανασχεδιάστηκε από τον Taglioni για το 600 ΤΤ2, με το βάρος του να φτάνει μόλις στα 7 κιλά!

Η λίστα με τους ιστορικούς σταθμούς της Ducati είναι μακρά, η οποία συμπεριλαμβάνει από νίκες στο Dakar (με το Cagiva Elefant που είχε κινητήρα της Ducati), μέχρι το θρυλικό 916 που επαναπροσδιόρισε τα superbikes της σύγχρονης εποχής και το Monster που έκανε το ίδιο για την κατηγορία των Naked. Η συνεργασία με την Cagiva δημιούργησε πολύ ισχυρότερους δεσμούς, καθώς το 1985 η εταιρεία του Castiglioni ενέταξε την Ducati στον όμιλο (αφού πιο πριν, το 1950, είχε αναλάβει τον έλεγχο το ιταλικό κράτος), ενώ το 1996 η εταιρεία άλλαξε ιδιοκτησιακό καθεστώς περνώντας στα χέρια της αμερικανικής Texas Pacific Group και το 2005 τα αδέρφια Bonomi επανέφεραν την εταιρεία σε ιταλικά χέρια. Το 2012 όμως, η Ducati εξαγοράστηκε από το Volkswagen Group –και πιο συγκεκριμένα από την Audi που ανήκει στον όμιλο- όπου και παραμένει μέχρι σήμερα ακολουθώντας το επιχειρηματικό πλάνο των Γερμανών.

Το "κόκκινο" εργοστάσιο

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το πρώτο εργοστάσιο της Ducati ήταν ουσιαστικά το υπόγειο του σπιτιού των αδερφών Ducati, όπου κατασκεύαζαν πυκνωτές και εξοπλισμό για ραδιόφωνα. Το 1935 λειτούργησαν για πρώτη φορά οι εγκαταστήσεις στο Borgo Panigale, ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης του κύκλου εργασιών της εταιρείας, δίνοντας μια επιπλέον ώθηση στην δυναμική της Ducati. Μέσα σε λίγα χρόνια κατέληξε να αποτελεί ένα… μικρό χωριό, ενώ λίγο μετά άνοιξαν δύο νέα εργοστάσια της εταιρείας με αντικείμενο τις δραστηριότητες της Ducati στον τομέα των οπτικών. Ενώ το όλο εγχείρημα βρισκόταν σε μια οργιώδη ανάπτυξη, ήρθε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος να βάλει ένα απότομο φρένο. Το 1943 το εργοστάσιο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και τον Οκτώβριο του 1944 καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων. Μετά το τέλος του πολέμου ξεκίνησε αμέσως η ανακατασκευή του και το 1948 τα αδέρφια Ducati έφυγαν από την εταιρεία. To 1954 η Ducati διασπάστηκε σε δύο εταιρείες, την Ducati Elettrotecnica και την Ducati Meccanica. Η Ducati Meccanica ήταν η εταιρεία που συνέχισε την παραγωγή μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο της οποίας αποτελεί μέχρι σήμερα το βασικό εργοστάσιο της Ducati, καθώς η εταιρεία διαθέτει πλέον κι ένα εργοστάσιο στην Ταϊλάνδη όπου συναρμολογούνται οι μοτοσυκλέτες που έχουν προορισμός τις αγορές της Ασίας.

Σήμερα, το εργοστάσιο της Ducati στην Bologna παραμένει ένα μικρό… χωριό, με ένα σύμπλεγμα κτιρίων και εγκαταστάσεων να αποτελούν την καρδιά της ιταλικής εταιρείας. Εκεί που βρίσκονται τα γραφεία της εταιρείας ήταν οι γραμμές παραγωγής, ενώ οι τωρινές γραμμές συναρμολόγησης κινητήρων είναι στο κτήριο που χτίστηκε μεταξύ του 1969-1973 και αποτελούσε το εργοστάσιο παραγωγής των αλουμινένιων και τα ατσάλινων μερών.

Παντού βλέπεις χαμόγελα και ευχάριστες φυσιογνωμίες που δημιουργούν μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα μέσα σε ένα επαγγελματικό και υψηλού τεχνολογικά επιπέδου περιβάλλον

Έχοντας επισκεφθεί πολλά εργοστάσια-και δη ευρωπαϊκά- κατασκευής μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο της Ducati δεν ξεχωρίζει για τις τεχνολογικές του καινοτομίες ή για το πρωτότυπο σύστημα των logistics που χρησιμοποιεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ακολουθεί ό,τι πιο σύγχρονο και άρτιο υπάρχει στον συγκεκριμένο τομέα. Λίγο ως πολύ όμως, τα περισσότερα εργοστάσια είναι εναρμονισμένα για τις σύγχρονες τεχνικές και ακολουθούν –με μικρές διαφοροποιήσεις- τις ίδιες μεθόδους. Το εργοστάσιο στο Borgo Panigale ξεχωρίζει για άλλο λόγο κι όχι τόσο για την μειωμένη παρουσία αυτοματισμών σε σχέση με τα άλλα εργοστάσια. Με το που περνάς την πύλη του ιστορικού εργοστασίου –πιστέψτε με, δεν είναι υπερβολή- γίνεσαι αποδέκτης μιας εντελώς διαφορετικής ατμόσφαιρας. Ένα εργοστάσιο, μια εταιρεία, ένας οργανισμός γενικότερα, είναι οι άνθρωποί του και στην Ducati αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι εργάτες, οι μηχανικοί, οι διοικητικοί υπάλληλοι, είναι όλοι τους άνθρωποι παθιασμένοι με την μοτοσυκλέτα και την φίρμα. Δουλεύουν για την Ducati και γουστάρουν που το κάνουν. Παντού βλέπεις χαμόγελα και ευχάριστες φυσιογνωμίες που δημιουργούν μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα μέσα σε ένα επαγγελματικό και υψηλού τεχνολογικά επιπέδου περιβάλλον. Στις τέσσερις γραμμές συναρμολόγησης οι εργάτες που μοντάρουν τα πλαίσια με τους κινητήρες δουλεύουν λες και πρόκειται για την δική τους μοτοσυκλέτα. Η έντονη γυναικεία παρουσία (πάνω από το 20% είναι γυναίκες) δίνει μια διαφορετική αισθητική στον βιομηχανικό σκηνικό. Ανάμεσα στα CNC και τους επεξεργασμένους στροφάλους, την μονοτονία του μετάλλου την σπάνε δύο μεγάλες γλάστρες με φίκους, γύρω από τις οποίες στρίβουν ξυστά τα περονοφόρα με τις εξαρτήματα για τις γραμμές παραγωγής. Ακόμη και στον λειτουργικό και ποιοτικό έλεγχο μέσα στα κλειστά δυναμόμετρα, οι εργάτες που κάνουν την διαδικασία μοιάζουν λες κι έχουν στηθεί για κόντρα σε φανάρι, αντί να αλλάζουν βαριεστημένα ταχύτητες και να συλλέγουν στοιχεία. Μικρές λεπτομέρειες που όλες μαζί όμως φτιάχνουν το διαφορετικό κλίμα που "μυρίζει" Ducati.

Από τις τέσσερις γραμμές παραγωγής η μία είναι αφιερωμένη στην οικογένεια των Panigale λόγω της ιδιαιτερότητας των κινητήρων τους και στις άλλες τρεις συναρμολογούνται όλα τα υπόλοιπα μοντέλα της γκάμας. Στις τρεις αυτές γραμμές τα μοντέλα που συναρμολογούνται εξαρτώνται από τις προπαραγγελίες των αντιπροσώπων και όχι από την κάθε παραγγελία ξεχωριστά του εκάστοτε πελάτη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο εργοστάσιο της BMW, και στην ακμή της σεζόν (που ξεκινάει την άνοιξη και τελειώνει το φθινόπωρο) σε ορισμένες απ' αυτές δουλεύουν έως και τρεις βάρδιες.

Κάπου ανάμεσα στις γραμμές συναρμολόγησης των κινητήρων και μοτοσυκλετών, υπάρχει μια κατακόκκινη –τι παράξενο!- πόρτα, ερμητικά κλεισμένη με ηλεκτρονικές κλειδαριές και καθόλου παράθυρα. Πάνω της έχει μόνο ένα μεγάλο αυτοκόλλητο: Ducati Corse. Πίσω από αυτή την πόρτα βρίσκεται το άντρο του αγωνιστικού τμήματος της Ducati. Η εξέλιξη, ο σχεδιασμός και η βάση των εργοστασιακών ομάδων, τόσο για τα MotoGP όσο και για τα WSBK, γίνεται σ' αυτό το τμήμα του εργοστασίου, στο οποίο φυσικά ούτε λόγος για να ρίξουμε έστω και μια κλεφτή ματιά.

Για τους λάτρεις των στατιστικών, να αναφέρουμε ότι οι εγκαταστάσεις του Borgo Panigale καταλαμβάνουν μια έκταση 71.657 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η συνολική έκταση του οικοπέδου είναι 114.873m2. Εκεί εργάζονται 1.187 άνθρωποι, από τους 1.558 που απασχολεί η Ducati παγκοσμίως. Εξίσου εντυπωσιακά είναι και τα νούμερα της παραγωγής, καθώς το 2016 έγιναν 55.451 παραδόσεις μοτοσυκλετών στους ιδιοκτήτες τους (ένα νούμερο ρεκόρ για την εταιρεία), ενώ η παραγωγή της περασμένης χρονιάς στο εργοστάσιο της Bologna ήταν 47.054 μοτοσυκλέτες.

Επένδυση στην εκπαίδευση

Η Ducati είναι όμως κάτι περισσότερο από ένα εργοστάσιο παραγωγής μοτοσυκλετών. Είναι μια φίρμα με δυνατό σήμα και ιδιαίτερα ισχυρούς δεσμούς με τους πελάτες της –και όχι μόνο- όντας ταυτόχρονα συνώνυμο του πάθους και του ιταλικού σχεδιασμού. Αυτά τα στοιχεία είναι που της έδωσαν την ώθηση για να δραστηριοποιηθεί και σε τομείς διαφορετικούς από τον αυστηρά κατασκευαστικό χώρο, επενδύοντας τόσο στην εκπαίδευση, όσο και στην ενίσχυση του brand name της.

Το Fisica in Moto (η φυσική της μοτοσυκλέτας) είναι ένα διαδραστικό εργαστήριο φυσικής μέσα στο εργοστάσιο της Ducati. Είναι κατασκευασμένο για μαθητές γυμνασίου-λυκείου και είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ του Fondazione Ducati (του μη κερδοσκοπικού οργανισμού της Ducati που συμμετέχει σε κοινωνικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις) και του λυκείου Malpighi από την Bologna. Η διαδρομή που έχει σχεδιαστεί για τους μαθητές που επισκέπτονται το εργαστήριο, είναι σχεδιασμένη από κοινού από τους καθηγητές του σχολείου και καθηγητών από το πανεπιστήμιο της Bologna, στην οποία τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να δουν στην πράξη την εφαρμογή των νόμων της φυσικής πάνω στην μοτοσυκλέτα, με ενδιαφέρουσες δράσεις και πειράματα.

Παράλληλα, σε ένα πιο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης λειτουργεί το project DESI (Ducati Education System Italy). Είναι ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε να λειτουργεί το Σεπτέμβριο του 2014 από την Ducati και την Lamborghini –τις δύο ιταλικές εταιρείες που ανήκουν στο Audi group), με στόχο την φοίτηση και την εκπαίδευση στην Ιταλία. Μέσα απ' αυτό, δίδεται η δυνατότητα σε νεαρούς Ιταλούς να κάνουν το επόμενο βήμα σ' αυτούς τους τομείς και είναι βασισμένο στο σύστημα που χρησιμοποιείται ήδη στην Γερμανία. Ουσιαστικά, παρέχει την ευκαιρία στο να προχωρήσει η εκπαίδευση μέσα από την πρακτική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες, μέσα στην εταιρεία. Σε συνεργασία με τα κολέγια Fiorovanti Belluzzi και Aldini Valeriani, συμμετείχαν 48 φοιτητές την πρώτη χρονιά και 26 την δεύτερη σε τρεις διαφορετικούς τομείς της παραγωγικής διαδικασία, παίρνοντας ένα πολύτιμο εφόδιο για την μετέπειτα ένταξή τους στην αγορά εργασίας.

 

Το νέο μουσείο της Ducati

Για την Ducati, κάθε προϊόν της αποτελεί ένα έργο τέχνης και ως τέτοια θα έπρεπε να έχουν τον δικό τους ξεχωριστό χώρο για να εκτίθενται στα μάτια του κοινού.

 

Γι' αυτό το λόγο, το 1998, ιδρύθηκε το μουσείο της Ducati, που συμπεριλαμβάνεται κι αυτό στις εγκαταστάσεις του Borgo Panigale. Πρόκειται για έναν χώρο 850 τετραγωνικών μέτρων το οποίο μέχρι πρότινος στέγαζε μόνο το αγωνιστικό κομμάτι της ιστορίας της Ducati. Πρόσφατα, ο χώρος ανακαινίσθηκε και αναδιοργανώθηκε και πλέον εκτίθενται όλα τα μοντέλα-ορόσημα της Ducati, μαζί με τις καινοτομίες και τα τεχνολογικά στοιχεία που την χαρακτηρίζουν.

Το καλωσόρισμα στο μουσείο γίνεται από μια ιστορική αναδρομή με εκθέματα από τότε που η Ducati δεν κατασκεύαζε μοτοσυκλέτες αλλά πυκνωτές και εξαρτήματα ραδιοφώνων, μαζί με φωτογραφίες από τα αδέρφια Ducati και το σπίτι τους, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο εργοστάσιο της φίρμας.

Η συνέχεια είναι αφιερωμένη στις μοτοσυκλέτες, οι οποίες είναι μοιρασμένες σε τέσσερα δωμάτια και σε τρεις τομείς, με το λευκό χρώμα να κυριαρχεί στους τοίχους προκειμένου οι μοτοσυκλέτες να ξεχωρίζουν και να μην αποσπά τίποτε το βλέμμα από πάνω τους, όπως μας είπαν οι άνθρωποι που μας ξενάγησαν στον ανακαινισμένο χώρο.

Ο ένας τομέας έχει να κάνει με την ιστορία των μοτοσυκλετών παραγωγής παραθέτοντας τα κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία της εποχής που δημιουργήθηκαν. Ο δεύτερος τομέας αφορά τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες και την αγωνιστική παράδοση της εταιρείας, όπου τα εκθέματα συνοδεύονται από τα αμέτρητα τρόπαια που έχουν κερδίσει σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ ο τρίτος τομέας είναι αφιερωμένος στους ίδιους τους αναβάτες της Ducati, τους "ήρωες της Ducati", όπως τους αποκαλούν οι άνθρωποι της εταιρείας.

Συνολικά εκτίθενται 46 μοτοσυκλέτες, εκ των οποίων οι 19 είναι μοτοσυκλέτες παραγωγής, ενώ για μερικές από αυτές είναι η πρώτη φορά που ποζάρουν ως εκθέματα.

Ετικέτες