Νέα ανάκληση BMW F750/850GS 2018

Πρόβλημα με τις μπιέλες
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

25/1/2019

Αυτή δεν είναι η πρώτη ανάκληση για τα F750GS και F850GS, καθώς το καλοκαίρι είχε διαπιστωθεί απ’ την εταιρεία –μετά από στατικές δοκιμές του κινητήρα- πως η αντλία λαδιού υπολειτουργούσε, οδηγώντας έτσι στην ανάκληση 1.385 μοτοσυκλετών στην ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτή τη φορά το πρόβλημα εντοπίζεται στις μπιέλες του κινητήρα, οι οποίες όπως αναφέρει η BMW έχουν τοποθετηθεί με λάθος τρόπο, με αποτέλεσμα ο κινητήρας να υπολειτουργεί, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο τραυματισμού του αναβάτη. Αρχικά το ζήτημα εντοπίστηκε από Γερμανούς κατόχους των μοντέλων και η ανάκληση αφορά και τις δύο εκδόσεις που κατασκευάστηκαν απ’ τις 14/5/2018 έως τις 12/11/2018.

Η ανακοίνωση της ανάκλησης έγινε από την Γερμανία.

Η ανάκληση αυτή δεν αφορά μοτοσυκλέτες που έχουν εισαχθεί και κυκλοφορούν στην Ελληνική αγορά

 

Η BMW ενημερώνει τους ιδιοκτήτες των μοτοσυκλετών της μέσω επιστολών, ενώ παράλληλα τους προσφέρει τη δυνατότητα μέσα από την ιστοσελίδα της να ελέγξουν αν η μοτοσυκλέτα τους υπάγεται σε κάποια ανάκληση. Η διαδικασία είναι απλή και πληκτρολογώντας τα 7 τελευταία ψηφία του πλαισίου της μοτοσυκλέτας σας μπορείτε να δείτε σας αφορά η ανάκληση. Το αντίστοιχο link μπορείτε να το βρείτε εδώ. Κρατήστε το link αυτό για μελλοντική χρήση, καθώς ακόμη και στην περίπτωση που το χρησιμοποιήσετε και δείτε πως υπάρχει για την ελληνική μοτοσυκλέτα σας κάποια τεχνική οδηγία, τότε αυτή δεν αφορά την ανάκληση για μπιέλες, από την στιγμή που οι μοτοσυκλέτες που έχουν εισαχθεί στην Ελλάδα δεν ανήκουν στην συγκεκριμένη παρτίδα, και πιθανότατα πρόκειται για κάποια αναβάθμιση λογισμικού. 

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.