Royal Enfield KX Concept στην EICMA

Επίδειξη ισχύος από τον ινδικό κολοσσό
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/11/2018

Η Royal Enfield τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει μια ραγδαία ανάπτυξη ως εταιρεία με την παραγωγή της να στοχεύει το 2018 να φτάσει τις 900.000 μονάδες και το 96% να απορροφάται απ’ την εγχώρια αγορά. Η ευμάρεια που προέρχεται απ’ αυτές τις πωλήσεις έχει προσφέρει μεγάλη δύναμη στην Royal Enfield, καθώς πλέον θεωρείται ένας απ’ τους μεγαλύτερους κατασκευαστές μοτοσυκλετών της μεσαίας κατηγορίας. Με την σωστή αξιοποίηση των κεφαλαίων της, εδραιώθηκε περαιτέρω στον χώρο της μοτοσυκλέτας μέσω της δημιουργίας του R&D τμήματός της το 2015, αποκτώντας περισσότερο κύρος και αξιοπιστία. Φέτος, η παρουσία της στην EICMA ήταν πομπώδης καθώς είχε όλα τα φώτα, με τα δύο νέα μοντέλα, τον εορτασμό των εγκαινίων του R&D τμήματος αλλά και την παρουσίαση μιας concept μοτοσυκλέτας, θυμίζοντας έτσι τις παρουσιάσεις των μεγαλύτερων κατασκευαστριών. Τώρα όσον αφορά την concept μοτοσυκλέτα της, πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η Royal Enfield KX του 1938, εξ ου και το όνομα της πέραν της σχεδίασης. Η μοτοσυκλέτα που παρουσιάστηκε στην EICMA δημιουργήθηκε μέσα σε μόλις έξι μήνες, ξεκινώντας τον Απρίλη, ενώ για την κατασκευή της συνεργάστηκαν, το τμήμα εξέλιξης στην Αγγλία με το εργοστάσιο της εταιρείας στην Ινδία. Το αρχικό πλάνο βέβαια ήταν η δημιουργία δύο μοτοσυκλετών: Μία περισσότερο προσανατολισμένη στο νεοκλασικό σχεδιασμό και μια με περισσότερο φουτουριστικό σχεδιασμό. Όμως, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου τα πράγματα πήραν άλλη τροπή με αποτέλεσμα τα σχέδια των δύο μοτοσυκλετών να συγχωνευτούν, δημιουργώντας έτσι την μοτοσυκλέτα που είδαμε στην EICMA. Η νέα KX που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα της παλιάς και είναι εξοπλισμένη με έναν αερόψυκτο V2 κινητήρα όπως η παλιά, όμως κάπου εκεί τελειώνουν και οι ομοιότητές τους.

Συγκεκριμένα ο παλιός κινητήρας ήταν πλαγιοβάλβιδος, με δύο βαλβίδες ανά κύλινδρο και ήταν 1.140 κυβικών, αποτελώντας έτσι έναν απ’ τους μεγαλύτερους κινητήρες τις εποχής. Η Royal Enfield προχώρησε στην έκδοση των τεχνικών χαρακτηριστικών της concept μοτοσυκλέτας, καθώς δεν σκοπεύει να την βάλει στην γραμμή παραγωγής, όμως απ’ όσο γίνεται αντιληπτό στις φωτογραφίες ο κινητήρας έχει εκσυγχρονιστεί, έχοντας τις βαλβίδες επικεφαλής, όπως μαρτυρά ο τεντωτήρας της καδένας του εκκεντροφόρου που βρίσκεται στο πλάι του μπλόκ, ενώ ο κυβισμός ενδεχομένως να είναι 838 κυβικών. Το παλιό μοντέλο είχε κυκλοφορήσει στην αγορά με το σλόγκαν “Η τελευταία λέξη της πολυτέλειας στην μοτοσυκλέτα”, έτσι η εταιρεία θέλοντας να προσάψει το ίδιο σλόγκαν στην νέα KX, χρησιμοποίησε πολυτελή υλικά στην κατασκευή της, όπως το δερμάτινη επένδυση στη σέλα με τις διπλές ραφές, καθώς και την επιχάλκωση διάφορων εξαρτημάτων της μοτοσυκλέτας όπως τις δαγκάνες της Bybre.

Παράλληλα, η εταιρεία για να πετύχει το ποιοτικό φινίρισμα της μοτοσυκλέτας, πολλά απ’ τα εξαρτήματά της προέρχονται από εργαλειομηχανές CNC, ενώ τα χειροποίητα βαμμένα σιρίτια –μια τέχνη που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα- ολοκληρώνουν την πολυτελή και ποιοτική κατασκευή. Τα πιο σύγχρονα στοιχεία που προέρχονται απ’ την δεύτερη μοτοσυκλέτα είναι εμφανή με την full LED τεχνολογία στα φωτιστικά σώματα, καθώς και την έγχρωμη οθόνη οργάνων. Η girder μπροστινή ανάρτηση όμως αποτελεί και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στην μοτοσυκλέτα, καθώς συγκριτικά με το παλιό δείχνει πιο στιβαρή, ενώ το λείο φινίρισμα του μετάλλου και το γεγονός ότι ο προβολέας αποτελεί κομμάτι της προσφέρουν ένα χάρμα οφθαλμών.

Βέβαια το πίσω σύστημα της ανάρτησης και του μονόμπρατσου ψαλιδιού μόνο απαρατήρητο δεν περνά, με την ανάρτηση να δίνει την οπτική αίσθηση πως είναι φυτευτή μέσα στο ψαλίδι, ενώ ο τρόπος που δένει το ψαλίδι με τον κινητήρα και το μοχλικό, κεντρίζουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Οι ζάντες απ’ την άλλη είναι κατασκευασμένες σε CNC εργαλειομηχανή, με την πράσινη βαφή να ολοκληρώνει εξαίσια το αποτέλεσμα. Με την νέα KX –έστω και σε concept μορφή- η Royal Enfield απέδειξε στην EICMA τις δυνατότητές της να αναβιώσει ιστορικά μοντέλα αλλά και την δύναμη που έχει αποκτήσει, δηλώνοντας πολλά υποσχόμενη για την πορεία της στην παγκόσμια αγορά.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ -το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta- έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood, ενώ ως σύνολο είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρίσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960." Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσικλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιήθηκε από τον μοναδικό στην ιστορία Παγκόσμιο Πρωταθλητή MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία, και ότι την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με την συμπατριώτισσα της Ferrari για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.