To ανανεωμένο Yamaha MT-10 του 2022: Δυνατότερο και πιο επιθετικό!

Η εξέλιξη του είδους
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

9/11/2021

Το ΜΤ-10 της Yamaha δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Με τον τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα του R1 στα σωθικά του, επιβεβαιώνει και με το παραπάνω το όνομά του ως "Master of Torque". Σύμφωνα με την Yamaha τώρα, η νέα γενιά του ΜΤ-10 φιλοδοξεί να "απογειώσει" την φιλοσοφία των Hyper Naked με περισσότερη δύναμη, καλύτερη συμπεριφορά και ακόμη περισσότερες συγκινήσεις.

Ξεκινώντας από τον κινητήρα, ο CP4 (όπως τον αποκαλεί η Yamaha) έχει δεχθεί σημαντικές αναβαθμίσεις ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της δύναμης και της ροπής, σε αυτό που ονομάζουν ως τον "πιο τεχνολογικά εξελιγμένο κινητήρα που έχει ποτέ φορεθεί σε γυμνή μοτοσυκλέτα της Yamaha". Οι offset τοποθετημένες μπιέλες τιτανίου από το R1 έχουν δώσει την θέση τους σε ατσάλινες, ενώ αυξημένη είναι και η αδράνεια του στροφάλου για να ταιριάζει περισσότερο με τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας.

Μία από τις αλλαγές για το 2022, αφορά στον προγραμματισμό του ψεκασμού, έτσι ώστε να γίνει πιο ομαλή η παροχή δύναμης μεταξύ 4.000 και 8.000 στροφών, ενώ έχουν επανασχεδιαστεί οι αυλοί τόσο της εισαγωγής όσο και της εξαγωγής. Το τριπλό όφελος που προκύπτει είναι η συμμόρφωση με τις Euro5 προδιαγραφές, η βελτίωση της κατανάλωσης και η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί και στον ήχο που απελευθερώνει –και όχι μόνο- ο κινητήρας του ΜΤ-10, επανασχεδιάζοντας την εισαγωγή του αέρα. Οι μηχανολόγοι του Iwata σχεδίασαν ένα νέο φιλτροκούτι προκειμένου να αλλάξουν και το soundtrack του ασύμμετρου στροφάλου (270° - 180° - 90° - 180°) με τρεις διαφορετικού μήκους και διατομής εισαγωγές. Η κάθε εισαγωγή παίζει και σε… διαφορετική οκτάβα και έχουν σχεδιαστεί έτσι να γεμίζουν τους ακουστικούς πόρους του αναβάτη σε όλη την κλίμακα –αλλά ιδιαίτερα στη μεσαία μπάντα μεταξύ 4.000 και 8.000- των στροφών με το ρούφηγμα του αέρα. Γι' αυτό το λόγο έχουν χρησιμοπιηθεί και ως "ενισχυτές ήχου" οι γρίλιες που είναι τοποθετημένες μπροστά δεξιά και αριστερά από το ρεζερβουάρ, έτσι ώστε να συντονίζονται και να φτάνει ο ήχος πιο δυνατός στον αναβάτη.

Η εξάτμιση τιτανίου είναι κι αυτή ένα από τα νέα στοιχεία του ΜΤ-10, με μικρότερο βάρος και ιδιαίτερη προσοχή –και εδώ- στον ήχο που απελευθερώνει.

Αλλαγές όμως έγιναν και στον εξωτερικό σχεδιασμό της μοτοσυκλέτας, που κινήθηκε πάνω στην ίδια βάση της επιθετικής εμφάνισης του προκατόχου της. Το "μούτρο" είναι επανασχεδιασμένο, με δύο LED προτζέκτορες που προσφέρουν μια πιο "απαλή" δέσμη στα άκρα τους. Πάνω από αυτούς είναι τοποθετημένα τα επίσης LED φώτα ημέρας, ενώ τα πλαστικά έχουν αλλάξει το σχήμα τους.

Οι εισαγωγές του αέρα που στέλνουν την ροή στον ψεκασμό, έχουν παραμείνει εκατέρωθεν του ρεζερβουάρ αλλά με μεγαλύτερη επιφάνεια, ενώ πίσω το LED φωτιστικό σώμα έγινε πιο μικρό ακολουθώντας την φιλοσοφία της λιτής επιθετικότητας.

Από τον σαρωτικό άνεμο της ανανέωσης δεν γλίτωσε το λεγόμενο "τρίγωνο της εργονομίας" (τιμόνι, μαρσπιέ, σέλα), χωρίς όμως να δίνει η Yamaha περισσότερες λεπτομέρειες για τις αλλαγές. Το κάλυμμα του ρεζερβουάρ απέκτησε μια πιο ομαλή επιφάνεια για καλύτερη αίσθηση όταν το σφίγγουν τα γόνατα του αναβάτη, ενώ βοηθά και στην μετατόπιση του βάρους στις στροφές. Στη σέλα, πέρα από το σχήμα, άλλαξε και το αφρώδες με γνώμονα την αύξηση της άνεσης.

Στα φρένα, που είναι ίδια με του R1, προστέθηκε η ακτινική αντλία της Brembo, για καλύτερη αίσθηση και πληροφόρηση.

Σε ότι αφορά τα ηλεκτρονικά, το ΜΤ-10 διαθέτει την δυνατότητα ρύθμισης του κόφτη ταχύτητας YVSL (Yamaha Variable Speed Limiter), ούτως ώστε να μην… κινδυνεύει να ξεπεράσει ο αναβάτης τα όρια ταχύτητας, ή να θέση το δικό του όριο σε διαδρομές που δεν γνωρίζει, ενώ πλέον το quickshifter ανήκει στον στάνταρ εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας. Καινούργια είναι και η ψηφιακή TFT οθόνη των 4,2 ιντσών (προερχόμενη κι αυτή από το R1), με τον διακόπτη πλοήγησης στο μενού να βρίσκεται στα δεξιά χειριστήρια, ενώ αριστερά βρίσκεται ο διακόπτης "Mode/Select" με το οποίο επιλέγεις τα διάφορα επίπεδα επέμβασης των ηλεκτρονικών βοηθημάτων.

Στον ηλεκτρονικό έλεγχο του γκαζιού (ride by wire), τοποθετήθηκε ένας νέος αισθητήρας θέσης του γκαζιού προκειμένου να προσφέρει καλύτερο έλεγχο στον αναβάτη κατά την επιτάχυνση, ο οποίος έχει και στην διάθεσή του τέσσερα Power Modes προκειμένου να επιλέξει την απόδοση που επιθυμεί. Το PWR-1 προορίζεται για σπορ οδήγηση και track days, το PWR-2 και το PWR-3 διαθέτουν μια πιο ομαλή απόκριση, ενώ το PWR-4 είναι κατάλληλο για συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης, όπως το βρεγμένο οδόστρωμα.

Φυσικά το ΜΤ-10 διαθέτει και IMU έξι αξόνων, την ίδια που είχε εξελιχθεί για το R1, με μικρότερο όγκο και βάρος. Χάρη στην ύπαρξή της, στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό του νέου ΜΤ-10 συμπεριλαμβάνεται το Lean Sensitive Traction Control όπως το ονομάζει η Yamaha, το Slide Control system που ρυθμίζει το επίπεδο της πλαγιολίσθησης του πίσω τροχού, το σύστημα LIF για την ανύψωση του μπροστινού τροχού, το EBM που ρυθμίζει το φρένο του κινητήρα σε δύο επίπεδα και μπορεί να απενεργοποιηθεί, το Brake Control που ουσιαστικά είναι το cornering ABS, ενώ υπάρχουν και τέσσερα προρυθμισμένα modes του YRC (Yamaha Ride Control) τα οποία είναι προσανατολισμένα σε διαφορετικέ συνθήκες οδήγησης παραμετροποιώντας όλα τα παραπάνω συστήματα. Το Mode A για σπορ οδήγηση, το Mode B για ένα ευρύ φάσμα συνθηκών, το Mode C για οδήγηση στην πόλη και το Mode D για δύσκολες συνθήκες.

Σε ό,τι αφορά το Deltabox πλαίσιο του ΜΤ-10 δεν έχει αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, ενώ οι πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της KYB έχουν αλλαγές στο εσωτερικό τους για βελτίωση της λειτουργίας τους.

Honda: Νέοι χρωματισμοί για τα Monkey 125, ST125 Dax και Super Cub C125

Συντηρητική ανανέωση από την Honda για τα τρία μικρά της μοντέλα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

23/1/2026

Η Honda προχωρά μόνο σε χρωματική ανανέωση για το 2026 όσον αφορά τα μικρά και εμβληματικά της μοντέλα Monkey 125, ST125 Dax και Super Cub C125.

Το ST125 Dax εκτός των Pearl Horizon White και Candy Energy Orange, θα διατίθεται πλέον και στον χρωματισμό Pearl Shining Black. Το Monkey 125 θα είναι πλέον διαθέσιμο σε τρεις νέους χρωματισμούς: Το Powder Black Metallic πάνω σε πλαίσιο Mat Gun Powder Black Metallic, το Knight Silver Metallic που συνδυάζεται με Millennium Red, ενώ το Pearl Himalayas White συνδυάζεται με Banana Yellow. Τέλος, το Super Cub C125 θα διατίθεται τη νέα χρονιά σε χρωματισμό Premium Silver Metallic και Pearl Sugarcane Beige.

Με την ευκαιρία της ανανέωσης των χρωμάτων των τριών μοντέλων, ας δούμε και μερικά ιστορικά στοιχεία γι’ αυτά:

Monkey

Monkey

Το Monkey εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως Z100 το 1961, ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για χρήση σε ιαπωνικά λούνα παρκ, χρησιμοποιώντας τον κινητήρα Super Cub C50 3,1kW OHV 49 κυβικών

Το πρώτο μοντέλο μαζικής παραγωγής για εξαγωγή κατασκευάστηκε από μόλις πέντε ανθρώπους, οι οποίοι μπορούσαν να παράγουν 20 μονάδες την ημέρα - η γραμμή παραγωγής του ήταν μόλις 7 μέτρα σε μήκος.

Το μοντέλο τρίτης γενιάς που έκανε το ντεμπούτο του το 1974 έγινε το πρότυπο για το σύγχρονη Monkey: ο σχεδιασμός του πλαισίου παρέμεινε αμετάβλητος για πάνω από τρεις δεκαετίες.

Το 2018, το Monkey υποβλήθηκε στην μεγαλύτερη αναβάθμιση μέχρι σήμερα. Ο εμβληματικός κινητήρας 50 κυβικών αναβαθμίστηκε σε 125 κυβικά, το στυλ ανανεώθηκε και οι προδιαγραφές εκσυγχρονίστηκαν.

Dax

Dax

Το ST125 Dax ξεκίνησε τη ζωή της το 1969 ως ST50 Dax, κατασκευασμένο για εξαγωγή στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και βασισμένο στον ίδιο κινητήρα Super Cub C50 με το Monkey.

Το ST50 ήταν μια παραλλαγή του Monkey Z50M του 1967 – ένα δίκυκλο “ψυχαγωγικού χαρακτήρα” για την Αμερική και την Ευρώπη, σχεδιασμένο να προσφέρει μεγαλύτερη άνεση, διατηρώντας όμως το πνεύμα του Monkey.

 

Το Dax πήρε το όνομά της από το Dachshund, ή Sausage Dog, χάρη στο μακρύ και χαμηλό του προφίλ – κατασκευασμένο με βάση το πλαίσιο σε σχήμα Τ.

Το Nauty Dax Honda CY50 του 1973 ήταν μια ενισχυμένη έκδοση του Dax, η οποία ήταν εξοπλισμένη με φαρδύτερα ελαστικά.

Super Cub

Super Cub

Σε συνεχή παραγωγή από το 1958, το Super Cub είναι το πιο μηχανοκίνητο όχημα όλων των εποχών με τις περισσότερες παραγόμενες μονάδες

Το αρχικό Super Cub δεν σχεδιάστηκε αλλά σμιλεύτηκε ως μοντέλο από πηλό, βασισμένο στις ιδέες και το όραμα του ίδιου του Soichiro Honda.

Από την εισαγωγή του το 1958, το Super Cub έχει χρησιμοποιήσει μόνο τετράχρονο κινητήρα.

Το Super Cub έχει κατασκευαστεί σε 16 εργοστάσια σε 15 διαφορετικές χώρες και έχει πωληθεί σε 160 διαφορετικές χώρες.

Το Ιαπωνικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας απένειμε στο Super Cub την καταχώριση τρισδιάστατου εμπορικού σήματος το 2014, αναγνωρίζοντας το σχήμα και το σχεδιασμό του ως εμβληματικό προϊόν της Honda και καθιστώντας το πρώτο όχημα που πέτυχε κάτι τέτοιο.