Honda GL1800 Gold Wing 2018

Μικρότερο, ελαφρύτερο, πολυτελέστερο!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

25/10/2017

Το όνομα της Gold Wing έχει γίνει συνώνυμο της απόλυτης ταξιδιωτικής εμπειρίας με μοτοσυκλέτα από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1975, όντας μια γυμνή μοτοσυκλέτα με έναν τετρακύλινδρο boxer κινητήρα 1.000 κυβικών. Έκτοτε έχει επέλθει μια αλματώδης εξέλιξη για να φτάσουμε σήμερα στο GL1800 του 2018 που παρουσίασε η Honda στο Tokyo Motor Show πριν από λίγες ώρες.

Το νέο Gold Wing, σύμφωνα πάντα με την Honda, δεν είναι άλλη μια βελτιωμένη έκδοση αλλά μια εντελώς καινούργια μοτοσυκλέτα που διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά του προκατόχου της, όπως ο εξακύλινδρος boxer και ο υπερπλούσιος εξοπλισμός που την τοποθετεί στην κορυφή των premium touring μοτοσυκλετών. Τώρα όμως είναι μικρότερη σε διαστάσεις, ελαφρύτερη και πολύ πιο ευέλικτη σε συμπεριφορά, προσεγγίζοντας περισσότερο την προσωπικότητα των all rounders μοτοσυκλετών.

Η βασική έκδοση του Gold Wing

 

Στόχος της Honda είναι να προσεγγίσει με τη σειρά της ένα ευρύτερο και πιο νεανικό κοινό που δεν έπαιρνε με καλό μάτι την πληθωρικότητα και την υπερβολή των προηγούμενων Gold Wing. Πλέον, έννοιες όπως η καθημερινή μετακίνηση και χρήση, μπαίνουν στο μενού της ναυαρχίδας των touring της Honda, φιλοδοξώντας να αποτελέσει μια μοτοσυκλέτα που θα μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες τις ανάγκες. Όπως λέει κι ο Yutaka Nakanishi LPL (Large Project Leader) του νέου Goldwing, "στόχος μας ήταν να διατηρήσουμε την πολυτέλεια σε μια πιο πολυδιάστατη μοτοσυκλέτα. Μια μοτοσυκλέτα που θα χρησίμευε από το να κάνει ο ιδιοκτήτης της μια βόλτα στην πόλη, μέχρι να πάει ένα μακρινό ταξίδι. Ξεκινήσαμε από λευκό κομμάτι χαρτί για να κάνουμε την Gold Wing μικρότερη και ελαφρύτερη, προσθέτοντας παράλληλα την σύγχρονη τεχνολογία και μηχανολογία που απαιτεί κάθε αναβάτης σήμερα."

Η έκδοση Tour

 

Η νέα Gold Wing θα διατίθεται σε δύο εκδόσεις που θα μοιράζονται την κοινή πλατφόρμα του κινητήρα και του πλαισίου: την "Base" έκδοση και την έκδοση "Tour" που θα διαθέτει top box (το οποίο θα χωρά δύο full face κράνη) και θα προσφέρει την δυνατότητα για κιβώτιο DCT και αερόσακο στον εξοπλισμό της. Η μείωση του βάρους σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο (ανάλογα βέβαια και με την έκδοση) φτάνει το εντυπωσιακό νούμερο των 48 κιλών!

Ο κινητήρας και το πλαίσιο σχεδιάστηκαν από κοινού, με στόχο να έρθει η θέση οδήγησης πιο μπροστά (36mm) και να μικρύνουν οι συνολικές διαστάσεις. Το αλουμινένιο πλαίσιο έχει δημιουργήσει τον χώρο για να τοποθετηθεί ο κινητήρας πιο μπροστά κατά 40mm, χάρη και στο μπροστινό σύστημα τύπου Hossack με τα διπλά ψαλίδια που διαχωρίζει την λειτουργία της ανάρτησης από αυτήν της διεύθυνσης και ο τροχός κάνει μια πιο κατακόρυφη κίνηση, ενώ οι αποσβέσεις ρυθμίζονται ηλεκτρονικά. Η Honda ανακοινώνει ότι έτσι έχουν μειωθεί οι στατικές τριβές και η λειτουργία της ανάρτησης είναι πιο ομαλή κατά 30%. Η μείωση του βάρους από το νέο πλαίσιο, στο οποίο έχει γίνει επανασχεδιασμός της επί μέρους ακαμψίας σε κάθε τμήμα του, και το ψαλίδι, φτάνει τα 2 κιλά σε σύγκριση με τον προκάτοχό του.

Σε ό,τι αφορά την ισχύ του εξακύλινδρου κινητήρα, η Honda ανακοινώνει ότι δεν έχει χαθεί ούτε ίππος, ενώ έχει προστεθεί η ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού (Throttle By Wire, όπως την ονομάζει η Honda) που προσφέρει και τέσσερις διαφορετικούς χάρτες απόδοσης και χαρακτηριστικών: Tour, Sport, Econ και Rain. Το ρυθμιζόμενο traction control εγγυάται την πρόσφυση σε όλες τις συνθήκες, ενώ οι αποσβέσεις των αναρτήσεων και η δύναμη των φρένων D-CBS αλλάζουν ανάλογα και με την χαρτογράφηση που έχει επιλεγεί.

Στα ηλεκτρονικά βοηθήματα του νέου Gold Wing συμπεριλαμβάνονται επίσης το Hill Assist Start για εκκίνηση σε ανηφόρες και δρόμους με μεγάλη κλίση, και το Idling Stop που σβήνει τον κινητήρα όταν η μοτοσυκλέτα μένει σταματημένη για περισσότερο από τρία δευτερόλεπτα για εξοικονόμηση καυσίμου. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το cruise control από τον εξοπλισμό του νέου Gold Wing, ενώ την μερίδα του λέοντος στον εντυπωσιασμό κατέχει η έγχρωμη TFT οθόνη των 7'' που προβάλει όλες τις πληροφορίες που μπορείτε να φανταστείτε και ακόμη περισσότερες! Η φωτεινότητά της μεταβάλλεται αυτόματα, ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά και ο αναβάτης μπορεί να προεπιλέξει ένα από τα οκτώ διαφορετικά επίπεδα.

Το κιβώτιο της manual έκδοσης θα διαθέτει έξι σχέσεις και το DCT θα διαθέτει εφτά, του οποίου ο τρόπος λειτουργίας θα προσαρμόζεται ανάλογα με το riding mode που έχει επιλεγεί, καθώς θα υπάρχει και λειτουργία για αργή κίνηση εμπρός και πίσω για τις μανούβρες. Η manual έκδοση θα διαθέτει όπισθεν, όπως και το προηγούμενο μοντέλο, με την χρήση της μίζας.

Επιπλέον, το φαίρινγκ και τα πλαστικά μέρη είναι εξολοκλήρου επανασχεδιασμένα και μελετημένα αεροδυναμικά, με την ζελατίνα να ρυθμίζεται ηλεκτρικά, ενώ έχουν προστεθεί και στοιχεία που κάνουν πιο εύκολη και διασκεδαστική την εμπειρία του αναβάτη και του συνεπιβάτη, όπως το smart key, το Apple CarPlay και η συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth. Φυσικά η βαφή του Gold Wing δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από το σαρωτικό κύμα της ανανέωσης με το πάνω μέρος του κοστουμιού να είναι βαμμένο σε πιο σκούρα απόχρωση και ένα βαθύ στρώμα βερνικιού, ενώ την premium εικόνα συμπληρώνουν τα ακριβά υλικά από τις σέλες του αναβάτη και του συνεπιβάτη. Το κάτω μέρος των πλαστικών τονίζεται με τη χρήση διαφορετικών υλικών και ανάγλυφων επιφανειών που δημιουργούν ένα πολυτελές οπτικό αποτέλεσμα.

Όλα τα φωτιστικά σώματα πάνω στο Gold Wing είναι LED, με ιδιαίτερη σχεδίαση που δημιουργούν μια αναγνωρίσιμη και ξεχωριστή εικόνα, και τα φλας είναι ενσωματωμένα στους καθρέφτες και διαθέτουν αυτόματη ακύρωση της λειτουργίας τους μέσω ενός προγράμματος που αναγνωρίζει την διαφορά ταχύτητας ανάμεσα στους δύο τροχούς και υπολογίζει πότε πρέπει να επέμβει.

Οι πλαϊνές βαλίτσες που συμπεριλαμβάνονται στον στάνταρ εξοπλισμό, έχουν χωρητικότητα 110lt και ανοίγουν αυτόματα μέσω ενός κουμπιού ή μέσω του smart key. Η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ είναι μειωμένη κατά 4 λίτρα (φτάνοντας πλέον τα 21lt), αλλά όπως ανακοινώνει η Honda, λόγω της βελτιωμένης αεροδυναμικής και του μικρότερου βάρους, η κατανάλωση φτάνει τα 5,6lt/100km, δίνοντας αυτονομία αντίστοιχη με του απερχόμενου μοντέλου.

Ένα από τα πραγματικά πολλά σημεία που προκαλούν εντύπωση πάνω στο Gold Wing, είναι τα χειριστήρια στο τιμόνι που ανταγωνίζονται αυτά από το cockpit ενός αεροπλάνου, αλλά και η κεντρική κονσόλα με τον περιστροφικό διακόπτη ελέγχου και τα κουμπιά που είναι τοποθετημένα πάνω στο κάλυμμα του ρεζερβουάρ, με τα οποία ενεργοποιούνται όλα τα συστήματα της μοτοσυκλέτας.

Το σύστημα της λειτουργίας των συνδυασμένων φρένων (D-CBS) και του ABS έχει μικρύνει σε όγκο και βάρος συμβάλλοντας στην συνολική προσπάθεια για διατήρηση του βάρους χαμηλά, εξοικονομώντας 1,3kg παρά την ύπαρξη δύο δίσκων 320mm μπροστά με εξαέμβολες δαγκάνες και ενός δίσκου 316mm πίσω με δαγκάνα τριών εμβόλων.

Σε ό,τι αφορά την πίσω ανάρτηση, το νέο πατενταρισμένο σύστημα Pro Arm της Honda κάνει το ντεμπούτο του πάνω στο Gold Wing, όπου πλέον διαθέτει επανασχεδιασμένη έδραση του ψαλιδιού στο πλαίσιο.

Ο κινητήρας των 1.833cc του νέου Gold Wing έχει διατηρήσει όπως γράψαμε και παραπάνω την βασική δομή του εξακύλινδρου boxer, αλλά πλέον διαθέτει τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο αντί για δύο, ενώ έχει και μικρότερες διαστάσεις και βάρος κατά 6,2 κιλά!. Η απόδοσή του φτάνει τα 124,7 άλογα στις 5.500 στροφές και τα 17,3 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 4.500 αντίστοιχα. Η διάμετρος των εμβόλων έχει μειωθεί κατά 1mm (73 από 74), η διαδρομή είναι και αυτή στα 73mm, ενώ έχει μειωθεί και η απόσταση μεταξύ των κέντρων των κυλίνδρων κατά 9mm, με τον λόγο της συμπίεσης να είναι 10,5:1.

Το σύστημα οδήγησης των βαλβίδων έχει επίσης επανασχεδιαστεί, όπως και οι εισαγωγές του θαλάμου καύσης. Ο στρόφαλος είναι καινούργιος με καλύτερα χαρακτηριστικά αντοχής και μικρότερο offset κομβίων κατά 4mm, ενώ το συνολικό μήκος του κινητήρα είναι μικρότερο κατά 33,5mm.

Το σώμα του ψεκασμού είναι πλέον ένα, αντί των δύο στο προηγούμενο μοντέλο, με διαφορετική φυσικά διάμετρο και πάχος στην εισαγωγή ώστε να εξοικονομηθεί βάρος. Οι εισαγωγές του αέρα  βρίσκονται στην πίσω μεριά, δεξιά και αριστερά, εκμεταλλευόμενες καλύτερα τη ροή από το φλιτροκούτι, ενώ και το σχήμα τους έχει μελετηθεί ώστε να αποδίδουν το μέγιστο προς όφελος της ροπής και της δύναμης στις χαμηλές και μεσαίες στροφές. Η γεννήτρια έχει ενσωματωμένη και τη μίζα, κάτι που βοηθά και στην εξαιρετικά βελούδινη λειτουργία του συστήματος Idling Stop, σε συνεργασία με τον ηλεκτρονικό έλεγχο του γκαζιού και του DCT. Ένας μονόδρομος και με υποβοήθηση συμπλέκτης έχει αντικαταστήσει τον συμβατικό συμπλέκτη της προηγούμενης γενιάς, χρησιμοποιώντας λιγότερους δίσκους και βελτιώνοντας την ποιότητα των αλλαγών κατά 20%, σύμφωνα με την Honda.

 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες