MotoGP Austria: Το Red Bull Ring τα κατάφερε: Ο πρώτος βαρετός αγώνας στην ιστορία του και γιατί το πρωτάθλημα έχει πέσει σε τοίχο

Έναν κόκκινο τοίχο που μάλλον δεν θα σπάσει ούτε φέτος
MotoGP Austria: Το Red Bull Ring τα κατάφερε: Ο πρώτος βαρετός αγώνας στην ιστορία του και γιατί το πρωτάθλημα έχει πέσει σε τοίχο
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/8/2023

Το Red Bull Ring στο Spielberg είναι μία από τις ελάχιστες πίστες που δεν έχει κερδίσει ο Marquez όταν ήταν στο απόγειό του γιατί πάντα μία Ducati ήταν εκεί να φέρει την ανατροπή ακόμη και την τελευταία στιγμή, όπως έγινε με τον Dovizioso το 2017 και το 2019. Βέβαια το 2018 κέρδισε ο Lorenzo πάλι με μάχη έναντι του Marquez, λίγο αργότερα θα πήγαινε στην Honda πριν σπάσει το συμβόλαιό του και φύγει μία και καλή.

Όμως ήταν το 2020 που το Red Bull Ring έμεινε στην επιφάνεια της ειδησεογραφίας και του σχολιασμού για μεγάλο διάστημα, όταν οι μοτοσυκλέτες τους Zarco και του Morbidelli πέρασαν αιρούμενες και ως άμορφες μάζες μετάλλου και carbon ανάμεσα από τις μοτοσυκλέτες του Vinales και του Rossi και κυριολεκτικά ελάχιστα πάνω από το κεφάλι του δεύτερου.

Το πιο τρομακτικό ατύχημα στην σύγχρονη ιστορία του MotoGP που μόνο από τύχη δεν μετατράπηκε σε δυστύχημα, έμεινε στην επικαιρότητα για πολύ καιρό και έφερε αλλαγή και στην διαδρομή της πίστας χωρίς να είναι το μόνο εκείνης της χρονιάς. Ήταν ένα περιστατικό που αναλύθηκε εδώ, και είναι δύσκολο να ξεχαστεί.

Δεν γίνεται επίσης να ξεχάσουμε την εικόνα του Vinales να πηδάει από την μοτοσυκλέτα με 226χ.α.ω πάλι την ίδια χρονιά, γιατί είχε μείνει από φρένα. Τότε οι κατηγορίες του κοινού συγκεντρώθηκαν κατά της Yamaha που δεν είχε βάλει τη νέα δαγκάνα της Brembo που φορούσαν και οι υπόλοιποι τρεις αναβάτες της, η οποία είχε εξελιχθεί συγκεκριμένα για αυτή την πίστα. Παρά την μετατροπή στην διαδρομή της, η πίστα αυτή παραμένει και τώρα μία από τις πιο δύσκολες για τα φρένα, όπως τόνισε πριν λίγα εικοσιτετράωρα και ο Miller, χαρακτηρίζοντάς την από τις πλέον απαιτητικές.

Το 2020 σε εκείνο το χάλι ο Pol Espargaro κατέγραψε μία νίκη με τα χρώματα της KTM στον αγώνα που σταμάτησε από το τρομακτικό ατύχημα και που τελικά όταν έγινε ξανά χωρίς τον Zarco και τον Morbidelli η νίκη πήγε στον Dovizioso. Εκείνη την χρονιά έγινε και δεύτερος αγώνας στο σπίτι της KTM με την νίκη να πηγαίνει στον Oliveira επίσης επεισοδιακά, αλλά να γιορτάζεται διπλά από τους Αυστριακούς καθώς κέρδισε μοτοσυκλέτα της KTM Tech3. Η ιστορία χρωστούσε όμως μία νίκη στην KTM με τα εργοστασιακά της χρώματα μέσα στο σπίτι της, η οποία ήρθε την επόμενη χρονιά από τον Binder και γιορτάστηκε περισσότερο καθώς ο Binder αποτελεί παιδί της KTM, για τους λόγους που αναφέρονται εδώ. Όχι χωρίς επεισόδια φυσικά καθώς ο Savadori έπεσε πάνω στον Pedrosa ενώ ήταν και οι δύο wildcart συμμετοχές και οι δύο αναβάτες εξέλιξης για Aprilia και KTM αντίστοιχα με την μοτοσυκλέτα του Pedrosa να πιάνει φωτιά. Ο Savadori έτρεξε και φέτος, όπου έπεσε στον αγώνα Sprint μετά από λάθος του Quartararo που τον ακούμπησε, ο οποίος Quartararo έλαβε ποινή για αυτό. Στο μεταξύ κάτι αντίστοιχο πήγε να γίνει μεταξύ Vinales και Quartararo στον αγώνα και σε ανάποδους ρόλους. Δεν ταιριάζει η Αυστρία στον Savadori, όπως δεν ευνοεί και τις κόντρες Aprilia-Yamaha.

Πέρσι ο Bagnaia πήρε την νίκη, όπως και τον τίτλο στο τέλος, πράγμα που θα επαναλάβει και φέτος αν δεν γκρεμιστούν πολλοί φούρνοι μαζί.

Φέτος όμως η πίστα αυτή κατάφερε μετά από όλα τα παραπάνω που συνήθως γεμίζουν τον Δεκαπενταύγουστο με επεισόδια στα MotoGP, να μας δώσει έναν βαρετό αγώνα. Ο Bagnaia τον χαρακτήρισε ένα πάρτι για το πλήθος κόσμου που παρευρέθηκε, σχεδόν 95.000, όχι γιατί το είδε με άλλο μάτι εξαιτίας της διαδοχικής νίκης του εκεί μέσα, αλλά γιατί ήταν ένα κανονικό πάρτι με διάφορους DJ καλεσμένους ανά περιοχή της πίστας, με δυνατές μουσικές με φοβερά VIP και μπάσα που ακουγόντουσαν μέχρι αργά. Το αργά με βάση το ωράριο όπως ισχύει στην υπόλοιπη Ευρώπη, βαρύ απόγευμα για εμάς εδώ. Για όσους πήγαν εκεί λοιπόν, ανάμεσά τους και κάποιο Έλληνες, η ατμόσφαιρα ήταν υπέροχη και σίγουρα πέρασαν καταπληκτικά με ευχάριστο καιρό και μπόλικα πράγματα να ζήσουν πέρα από τον αγώνα. Για κάποιον που άφησε την οικογένεια στην παραλία, ψάχνοντας κάποια γωνιά να δει τον αγώνα, η εικόνα ήταν διαφορετική. Ο Binder είπε τα ίδια και η αλήθεια είναι πως οι διοργανωτές έκαναν καλά τη δουλειά τους, ως προς αυτό το κομμάτι. Μακάρι να μπορούσε να πει κανείς το ίδιο και για εκείνους που ενέκριναν το σχέδιο της πίστας, καθώς είναι καταδικασμένη να δίνει αδιάφορους αγώνες τώρα που άλλαξε και -ευτυχώς- δεν είναι εύκολο να δώσει δραματικές εικόνες με ιπτάμενες μοτοσυκλέτες πάνω από κεφάλια αγωνιζομένων. Ο Aleix Espargaro το είπε ξεκάθαρα στην συνέντευξη, πως σε αυτή την πίστα δεν θα δούμε ποτέ θέαμα, δεν ευνοεί την μάχη ρόδα – ρόδα γιατί είναι γεμάτη σταμάτα-ξεκίνα χωρίς ροή.

Είναι μία πίστα που απαιτεί πολλά φρένα και πολλές επιταχύνσεις στο τέρμα, που σημαίνει πως καταπονεί πολύ τα ελαστικά, θέλει και τους δικούς της υπολογισμούς για τα καύσιμα όπως είδαμε με τον Bezzecchi που έκανε ρεκόρ πίστας την Παρασκευή έχοντας βάλει τρεις σταγόνες παραπάνω καύσιμο από αυτό που χρειαζόταν και έτσι μετά τον γρήγορο γύρο παράτησε την μοτοσυκλέτα και τον πήγε το αφεντικό πίσω στο box, δηλαδή ο Rossi. Ο οποίος θέλει να δείχνει κομμάτι της δράσης για αυτό και δεν παρακολουθεί από το box μαζί με την υπόλοιπη ομάδα αλλά είναι έξω, στην πίστα. Ο τρόπος που πανηγύρισε στο τέλος με τον δικό του αναβάτη αλλά και τον παλιό μαθητή του, τον Bagnaia, δείχνει ξεκάθαρα πως είναι κάτι που νιώθει, πως θέλει να είναι όσο πιο κοντά γίνεται και ήταν μία από τις όμορφες στιγμές του αγώνα. Πάντως το θέμα του καυσίμου το έθιξε και ο Bagnaia. Είπε πως στον γύρο για να λάβουν θέσεις, στον sighting lap, έκανε ό,τι μπορούσε για να κάψει μερικά ml λιγότερα καθώς σε αυτή την πίστα το πόσο καις παίζει τεράστιο ρόλο.

Σε αυτόν τον βαρετό αγώνα πάντως, για μία ακόμη φορά φάνηκε πως ο Bagnaia είναι αυτή τη στιγμή είναι ο καλύτερος αναβάτης με την καλύτερη μοτοσυκλέτα, είναι ανίκητος συνδυασμός. Ο Quartararo τον χαρακτήρισε Verstappen με την έννοια ότι θα σαρώσει και φέτος, όπως ακριβώς αναμένεται να κάνει και ο Verstappen - για τρίτη συνεχή χρονιά εκείνος. Θα μπορούσε βέβαια ο Quartararo, μιας και διακατέχεται από ευθύτητα να τον χαρακτηρίσει τον Marquez ακριβώς δέκα χρόνια πριν, όταν ξεκινούσε να κερδίζει τον παγκόσμιο τίτλο, αλλά θα του προσέδιδε μεγαλύτερη διάρκεια από αυτό που θέλει να πιστεύει, τον καθιστά και πιο άπιαστο από αυτό που είναι τώρα. Παραδέχτηκε όμως ο Quartararo πως δεν είναι μόνο η μοτοσυκλέτα που είναι με διαφορά η καλύτερη όλων των υπολοίπων, αλλά ο συνδυασμός τους και η ψυχολογική φόρα που έχει πάρει ο Bagnaia. Ο Quartararo είπε αυτό που λέει όλος ο κόσμος, πως αυτή την στιγμή δεν υπάρχει κανείς να είναι πιο γρήγορος από τον Bagnaia εννοώντας παντού και πάντα, όχι στις δοκιμές ή σε ένα αγώνα Sprint. Γυρίστε τώρα στο τέλος της προηγούμενης παραγράφου. Ποιος μιλάει έτσι; Ποιος κοιτά τα πάντα; Για ποιον είναι σοβαρές τέτοιες λεπτομέρειες; Για εκείνον που κοιτά μόνο τον τίτλο και τίποτα άλλο. Ο πρωταθλητισμός σε κάθε άθλημα θέλει προσήλωση, ο Bagnaia έχει κάνει τεράστια λάθη ως προς αυτό, το έχει αναγνωρίσει ως μειονέκτημα και πλέον το άλλαξε σε προτέρημα με το να μην ξεχνά ποτέ, πόσο σημαντικό είναι να παραμένεις προσηλωμένος και να ασχολείσαι με τις λεπτομέρειες.

Όλοι οι αναβάτες και όλες οι ομάδες βλέπουν αυτή την στιγμή πως η Ducati έχει την καλύτερη ομάδα με την καλύτερη μοτοσυκλέτα και τον καλύτερο αναβάτη, που με άλλη μία νίκη με τέτοια διαφορά από τον Martin και τον Bezzecchi, θα μπορεί στο τέλος να χάσει τελείως ένα τριήμερο και πάλι να μην χρειαστεί να φτάσουμε στον τελευταίο αγώνα για να ανακηρυχθεί πρωταθλητής.

Η συγκεκριμένη πίστα δείχνει το παραπάνω και από μία άλλη πλευρά: Μέχρι πριν από λίγο καιρό οι Ducati μπορούσαν να οδηγηθούν μόνο από έναν, μόνο ένας μπορούσε να κερδίσει μαζί τους γιατί μόνο ένας μπορούσε να κάνει το ελαστικό να δουλεύει για εκείνον. Δεν έχει σημασία που έχει περάσει πάνω από μία δεκαετία από την εποχή του Stoner, αυτό το πράγμα δεν είχε αλλάξει για πολύ καιρό, μέχρι να γίνουν πολλοί, εκείνοι που πλέον μπορούν να βρεθούν στο βάθρο με μία Ducati. Ένας από τους λόγους που συνέβη αυτό είναι πως έγιναν πολλές και οι Ducati σε μία μεγάλη επένδυση που προσπερνά τα μεγέθη της εταιρείας και αν επεκταθώ στους λόγους θα πρέπει να ανοίξουμε άλλο άρθρο. Σημασία έχει πως ο Bagnaia είναι ο μόνος που επικοινώνησε με τον Stoner, κάτι πολύ δύσκολο για τον οποιοδήποτε πλην του στενού οικογενειακού κύκλου του Αυστραλού όχι τόσο για να πάρει το μυστικό, αλλά την ώθηση πως προχωρά προς την σωστή πλευρά αναζητώντας την πρόσφυση. Η συγκεκριμένη πίστα που είπαμε ήδη πως ταλαιπωρεί πολύ τα ελαστικά, έφτασε να ευνοεί την μοναδική μοτοσυκλέτα που απεχθανόταν τις αλλαγές ελαστικών. Είτε θα πρέπει κανείς να πιστέψει πως η Michelin ευνοεί την Ducati, είτε πως στην Ducati έχουν φτάσει πλέον στο σημείο να μπορούν να δουλέψουν με ό,τι ελαστικό και να τους δώσεις. Ισχύει το δεύτερο, αν δει κανείς αυτό που είπε και ο Binder, πως δεν μπορούν να κάνουν το ελαστικό της συγκεκριμένης πίστας να δουλέψει στην KTM.

Ο Piero Taramasso της Michelin, τόνισε τα χαρακτηριστικά της πίστας που αναφέρθηκαν πιο πάνω για να εξηγήσει πως έφεραν ένα νέο ασύμμετρο ελαστικό για πίσω κρατώντας συμμετρικό το εμπρός και για τις τρεις γόμες. Ενισχύοντας τον σκελετό στο κέντρο και την γόμα στην δεξιά πλευρά, θέλησαν να δώσουν στους αναβάτες ένα ελαστικό που μπορεί να ανταπεξέλθει στις ιδιαίτερες συνθήκες. Είναι η μοναδική πίστα της Ευρώπης που η χρήση των φρένων ξεπερνά το ένα τρίτο της συνολικής διάρκειας του γύρου. Οι αναβάτες περνάνε το 35% του χρόνου γύρου πιέζοντας τα φρένα!

Όταν τα ξέρεις όλα αυτά, αρχίζεις να βρίσκεις θεαματικό ακόμη και αυτόν τον βαρετό αγώνα γιατί μπορείς πιο εύκολα να αντιληφθείς τι ακριβώς καταφέρουν να δαμάσουν εκεί μέσα. Ακόμη περισσότερο, όταν έχεις εμπειρία πίστας αυτού του μεγέθους και προδιαγραφών εντυπωσιάζεσαι από την προσπάθεια που καταβάλουν, πράγματα με τα οποία στο τέλος μπορεί να αρχίσει να ταυτίζεται και ο μέσος μοτοσυκλετιστής αν αρχίσει να τα χτενίζει τόσο. Ίσως το παρακάτω γεγονός με τον Aleix Espargaro, μπορεί να σχηματίσει ακόμη καλύτερα την εικόνα:

Όταν ξεκίνησε τον αγώνα είχε την χαμηλότερη πίεση που χρησιμοποίησε ποτέ, για να το πούμε όπως στην βόρεια Ελλάδα που έχουν τον καλύτερο όρο για να εξηγήσεις κάτι τέτοιο, το «ελαστικό του Aleix Espargaro είχε εικόνα φούιτ». Πολύς ντόρος τώρα τελευταία για τα όρια των πιέσεων στα ελαστικά, την οποία οι κριτές επιβλέπουν τώρα απευθείας. Οπότε αν σου λέει ο Aleix Espargaro πως στον αγώνα Sprint με τους λίγους γύρους έφτασε να έχει πάνω από 2.2 bar και να γλιστρά στα φρένα πριν πλαγιάσει την μοτοσυκλέτα στις στροφές 2,4 και 5 τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο αυξάνεται η πίεση από την διαστολή και πόσο χαμηλά πρέπει να ξεκινήσουν. Στις πρώτες στροφές ήταν τρομακτικό και η αίσθηση της Aprilia πολύ βαρύτερη, στον δεύτερο γύρο τα πράγματα ήταν υποφερτά και από τον τέταρτο και μετά φυσιολογικά, εξήγησε ο Aleix Espargaro. Άρα ο Bagnaia τα πήγε δέκα φορές καλύτερα με την διαχείριση των ελαστικών, όπως και η ομάδα βρήκε τον τρόπο να διαχειριστεί το ίδιο ακριβώς ζήτημα που αντιμετώπισε η Aprilia. Ας μην ξεχνάμε πως ο Aleix Espargaro έφτασε να γυρίζει στον χρόνο των πρώτων, αν και πίσω από τον Vinales. Από τον οποίο περίμενα κάτι περισσότερο:

Διότι δεν έδωσε καμία σοβαρή εξήγηση για τις άσχημες εκκινήσεις τόσο στον αγώνα όσο και στον Sprint. Αντιθέτως είπε πως έχει δώσει όλα όσα μπορούσε ως αναβάτης και πρέπει να τον βοηθήσει τώρα και η ομάδα. Η Aprilia αξίζει περισσότερη πίστη από αυτή, αξίζει την αφοσίωση που δίνει ο Aleix, εκτός και αν αυτά ο Vinales τα λέει για να τα ακούσουν πιο πάνω, στο Piaggio Group ώστε να κάνουν μία κίνηση αντίστοιχη της Ducati με μία εξωπραγματική επένδυση. Αν αυτό είναι το πλάνο του, τότε έχει μικρό ποσοστό επιτυχίας γιατί ήδη η Aprilia έχει ξεπεράσει εκείνο που αναλογεί σε μία εταιρεία με την γκάμα της και δίνει ψυχή στα MotoGP. Όπου ψυχή βλέπε χρήμα που θα μπορούσε να το πάρει έτσι και αλλιώς από την αγορά χωρίς να χρειάζεται να κυνηγά το βάθρο, σαν την απόφαση της Suzuki να φύγει ένα πράγμα.

Το τελευταίο θέμα που έβγαλε στην επιφάνεια ο αγώνας της Αυστρίας είναι τα δύο μέτρα και σταθμά που κρατούν οι κριτές ή καλύτερα μετέφερε στους ίδιους, το πρόβλημα του μικροσκοπίου. Αν πιάσεις το καλύτερο πιάτο από το καλύτερο εστιατόριο και το βάλεις στο μικροσκόπιο, πάρεις δείγμα και το αναλύσεις χημικά θα βρεις… σκατά. Δεν μιλάμε για εκείνο το ποσοστό που θα βρεις στο κοκκινιστό αρνάκι με ρύζι που σερβίρεται επί της οδού Pansodan στην Γιαγκόν, την μεγαλύτερη πόλη της Βιρμανίας, αλλά ένα απειροελάχιστο δείγμα κάτω από όλους τους δείκτες του υγειονομικού που παρόλο αυτά θα σου επιτρέψει να το μετατρέψεις σε σημαία. Δεν θα είναι δύσκολο να βρεθεί και στο καλύτερο εστιατόριο, με Michelin και αυτό... Έτσι ακριβώς είναι το πρίσμα κάτω από το οποίο πλέον αντιμετωπίζονται οι κριτές των MotoGP στα κοινωνικά δίκτυα. Φωτογραφίες απομονώνονται, μεγεθύνονται και χρησιμοποιούνται για να δείξουν λάθος στην απόφασή τους και χρόνο σπαταλούν οι οπαδοί για να ανατρέξουν σε παλαιότερους αγώνες και να κάνουν συγκρίσεις. Είναι ένα τοξικό περιβάλλον το οποίο δυστυχώς το ποτίζουν οι ίδιοι οι κριτές. Φτάσαμε εδώ γιατί κάτι πήγε λάθος και συνεχίζει να πηγαίνει λάθος.

Αν ο Quartararo λαμβάνει ποινή γιατί έπεσε ο Savadori αλλά όχι ο Martin γιατί έπεσε ο Marini τότε κάτι είναι λάθος. Υπό τεράστια μεγέθυνση των δύο περιστατικών μπορεί κανείς να διακρίνει την απειροελάχιστη διαφορά τους γιατί στην πρώτη περίπτωση Martin βούτηξε και έφτασε πιο μπροστά από τον Marini, ενώ ο Quartararo όχι. Για αυτό και ο καημένος ο Savadori όχι απλά δεν κατάλαβε τι τον βρήκε αλλά κοίταξε από την άλλη μεριά(!) και μετά έπεσε, λες και έτρεχε σε track day και ήθελε να δει ποιος άσχετος δεν ξέρει να στρίβει αλλά κατάφερε και μπήκε στο γρήγορο γκρουπ! Πόσοι θα διακρίνουν την διαφορά αυτή; Εκ του αποτελέσματος ελάχιστοι γιατί ήδη εκεί έξω συγκρίνουν τα δύο περιστατικά. Από τον Martin ξεκινώντας! Διότι ήταν τόσο σίγουρος πως θα πάρει ποινή για την πτώση του Marini που πήγαινε στο όριο να κερδίσει χρόνο από τον μεγαλύτερο γύρο – δικά του λόγια αμέσως μετά. Και θα πει τώρα ο προσεκτικός αναγνώστης πως αν είναι έτσι οι κριτές έκαναν καλά τη δουλειά τους. Και ναι και όχι. Διότι φτάσαμε να το διυλίζουμε πάρα πολύ και στους αγώνες μοτοσυκλέτας πρέπει να είναι πιο απλά τα πράγματα από την στιγμή που ακόμη και τώρα επιτρέπεται να πέσεις πάνω στον αντίπαλό σου. Αν το κάνεις επίτηδες, πολύ επιθετικά, πολύ έτσι ή πολύ αλλιώς ή λίγο περισσότερο από πριν, τότε θα τιμωρηθείς. Είναι σαφές το πότε; Υπάρχουν φορές που δεν είναι δυστυχώς. Ιδιαίτερα αν ξεκινήσεις συγκρίσεις με το παρελθόν. Ο Marquez έχει κάνει πολλές φορές αντίστοιχες κινήσεις με του Martin και όχι μόνο στην εκκίνηση. Δεν τιμωρήθηκε για αυτές όπως δεν έχουν τιμωρηθεί και άλλοι που άφησαν πίσω τους πεσμένους αναβάτες. Η μεταστροφή αυτή στο πως αντιμετωπίζουμε τα  πράγματα έγινε για έναν και μόνο λόγο και είναι μία μεταβατική περίοδος αυτή που διανύουμε μέχρι να κατασταλάξει το νέο επίπεδο παρέμβασης των κριτών, αλλά και αντίληψης των αναβατών για το τι μπορούν να κάνουν και τι όχι: Είναι που τα MotoGP έχουν δώσει αρκετούς αγώνες προσομοίωσης με την Moto3 αλλά με ταχύτητες και ορμή πολλαπλάσιες σε ένα πακέτο δισεκατομμυρίων με πτώσεις που επιφέρουν τεράστιο κόστος σε καριέρες, και όχι μόνο, που είναι αναγκαίο να αλλάξουν τα όρια ανοχής. Και όχι δεν θα επηρεάσει το θέαμα -στο τέλος- όπως δεν σταμάτησαν τα MotoGP όταν έφυγε ο Rossi και συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς ο Marquez να είναι άτρωτος μπροστά.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.