MRCG: Δύο μέρες γεμάτες μοτοσυκλέτα!

Ζωντανεύουν τα παραμύθια;
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

22/8/2017

Οι μοτοσυκλετιστικές ιστορίες που ακούς σε καφετέριες και πλέον σε ιντερνετικές συζητήσεις, έχουν πάντα μία δόση υπερβολής, ή φαντάζουν πως έχουν καθώς ορισμένες φορές αδυνατείς να πιστέψεις πως όλα όσα ακούς έχουν συμβεί στην πράξη. Μπορεί να γίνει χειρότερο. Μπορεί μέσα σε δύο μέρες να μαζέψεις κι εσύ ο ίδιος μία σειρά από υπερβολικές ιστορίες και να σκέφτεσαι πώς θα τα εξιστορήσεις, χωρίς να αρχίσεις να κινείς υποψίες ότι ξεκίνησες την πρακτική να… φουσκώνεις μπαλόνια! Μοναδική συνθήκη για να βρεθείς σε μία τέτοια θέση, είναι να γίνεις μέρος μίας ιδιότυπης παρέας.

Αυτός είναι ο κόσμος του MRCG – Motorcycle Restoring and Customizing Greece ένα μικρό Γαλατικό χωριό που αντί για Ρωμαίους παλεύουν με μοτοσυκλέτες, μερικές φορές με σκούτερ (εκτός από εκείνα που τους περνάνε στους χωματόδρομους) και για μαγικό ζωμό έχουν το… Harpic! Υπάρχει λοιπόν μία εύκολη λύση αν το ακροατήριο είναι ευαισθητοποιημένο με τα μοτοσυκλετιστικά θέματα, βάζεις την λέξη MRCG μπροστά κι αμέσως ο άλλος είναι έτοιμος να πάρει ως δεδομένο κάθε τι που θα ακούσει και διαφορετικά θα φάνταζε υπερβολικό!

Για όσους δεν ξέρουν –ακόμα- τι είναι το MRCG, ας πούμε πως πρόκειται για μία από τις ελάχιστες ομάδες που όλα τα ήδη μοτοσυκλέτας συνυπάρχουν, και αποβάλλει σιγά-σιγά όποιους έχουν μονομερείς απόψεις. Από καινούρια KTM, καμία σχέση με restoring και customizing, μέχρι μοτοσυκλέτες που έχουν όνομα και επώνυμο αντί για μάρκα, καθώς είναι δημιούργημα του αναβάτη τους, στο MRCG συναντάς τα πάντα και δεν έχει σημασία τι καβαλάς, αλλά ο τρόπος που σκέφτεσαι! Ως ένα από τα πρώτα μέλη του MRCG - όταν ξεκίνησε βάφοντας ρεζερβουάρ πριν αποκτήσει την δύναμη να συγκεντρώνει πάνω από χίλιες μοτοσυκλέτες σε ένα απόγευμα ή να ανακαινίζει Ιδρύματα με το φιλανθρωπικό του έργο - δεν χάνω καμία του εκδήλωση και φέτος έπρεπε να είμαι και στα «Γαϊδουράγκαθα: Ζαβοί Τρακάρ».

Μάλιστα - αυτός είναι ο γενικός τίτλος μίας μοτοσυκλετιστικής εκδήλωσης που οι χαρακτήρες, δηλαδή οι συμμετέχοντες, είναι εκείνοι που παρουσιάζουν θέμα κι όχι η ίδια η διαδρομή, ή το που έγινε στάση για φαγητό και το καλά οργανωμένο (όχι;), σφιχτό πρόγραμμα. Οι τύποι του MRCG μέσα σε δέκα λεπτά οδήγησης έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ισάριθμες ιστορίες καθώς τις παράγουν με ρυθμό πυροβόλου, και το να ταξιδεύεις μαζί τους είναι μία απόλαυση. Τι κι αν σημειώθηκαν 38 πτώσεις, από σύνολο 105 μοτοσυκλετών, αν δηλαδή το ένα τρίτο των συμμετεχόντων είχε κάποιας μορφής έμπρακτης επικοινωνίας με το έδαφος; Μερικοί μάλιστα είχαν τόσο συχνή επαφή που πλέον θεωρούνται μεγαλογαιοκτήμονες του Νομού Ηρακλείου, ωστόσο καμία φορά δεν μπορούσες να πεις ότι συνέτρεχαν λόγοι ανησυχίας! Ελάχιστες φορές έχω παρευρεθεί σε πορεία ενός ετερόκλητου γκρουπ μοτοσυκλετιστών χωρίς να έχουμε παρεξηγήσεις, εντάσεις, προσπάθεια να αποδείξεις πως είσαι καλύτερους από τους υπόλοιπους. Όλα αυτά δεν υπάρχουν σε μία καλή παρέα μοτοσυκλετιστών, και μπορεί να είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά τελικά αποδεικνύεται πως είναι δυνατόν να συνυπάρξουν 105 μοτοσυκλέτες που να λειτουργούν μεταξύ τους με κανόνες παρέας!

Η πλήρως ανοργάνωτα οργανωμένη εκδήλωση, ξεκίνησε με ραντεβού στο Ηράκλειο από όπου η εκκίνηση σημαδεύτηκε με τα παραξενευμένα βλέμματα των περαστικών. Κι αν ο κόσμος της πόλης αναρωτιόταν τι συμβαίνει, η πραγματικότητα των κατοίκων στα χωριά ήταν που θα αποκτούσε ένα νέο νόημα, καθώς το ετερόκλητο κομβόι θα διέσχιζε τον κεντρικό τους δρόμο.

Πριν γίνει αυτό όμως, είμασταν έτοιμοι για μία ακόμη αναπαράσταση διάσημων εμαρσιτζίδικων ιστοριών. Για να είμαι μέσα στο πνεύμα της ομάδας, θέλησα να έχω ένα αντιπροσωπευτικό μηχανάκι, παρόλο που ήταν βέβαιο πως θα υπήρχε ανεκτικότητα ακόμα και στην περίπτωση που έφτανα με σκούτερ (τυχαίο παράδειγμα). Τι πιο αντιπροσωπευτικό λοιπόν, από το XT550 του Λάζαρου Αλεξάκη, του συνεργάτη του MOTO και ιδρυτή της ομάδας! Είναι αυτό ακριβώς το XT για το οποίο έχετε διαβάσει στο περιοδικό πως προσπάθησαν τόσοι πολλοί να το οικειοποιηθούν, που πλέον αμφισβητείτε η κυριότητα του… Ρίχνω την μία μανιβελιά πίσω από την άλλη, όταν έτερος φίλος έρχεται με νόημα και κατεβάζει το kill switch, με τον κινητήρα να παίρνει αμέσως μπροστά, εν μέσω πειραγμάτων! Εξαιρετικά παιδιά όλοι τους: Θα μπορούσαν να με αφήσουν να ρίχνω μανιβελιές μέχρι να έρθει η νύκτα, αλλά προτίμησαν να μην με κάνουν να παιδεύομαι, όπως στην διάσημη ιστορία που ανακυκλώνεται στο MRCG με τον ιδρώτα να στάζει πάνω στην μανιβέλα, μετά από άπειρες επαναλήψεις. Ωστόσο η υπόθεση με την μανιβέλα του XT, μόλις ξεκινούσε… Σ’ ένα χωριό πιο κάτω θα έριχνα καμιά 30αριά μανιβελιές πριν παραδώσω την σκυτάλη σε άλλον, κι ευτυχώς δεν τα κατάφερε με την πρώτη γιατί η καζούρα θα ήταν μεγαλύτερη…

Διασχίσαμε αμέσως μετά την πεδιάδα της Μεσσαράς προς Καπετανιανά στις παρυφές των Αστερούσιων, και ήδη μετρήσαμε τις πρώτες πτώσεις στις φουρκέτες που σκαρφαλώνουν απότομα την Οροσειρά που χωρίζει την πεδιάδα από το Λιβυκό πέλαγος. Όμως πριν από αυτό θα βάζαμε βενζίνη τρομοκρατώντας τον ιδιοκτήτη του βενζινάδικου που έπινε αμέριμνος τον καφέ του και αμέσως επιστράτευσε και τον άτυχο φίλο του να τον βοηθήσει! Εισπράττω τα πειράγματα μόλις στην τρίτη μανιβελιά που σημαίνει ότι ο κλοιός σφίγγει, ιδιαίτερα από τους ιδιοκτήτες XT 550, που δηλώνουν ευθαρσώς ότι «εγώ το βάζω με το χέρι – ένα χάδι θέλει μην το κλωτσάς – σφύρα του μην του μιλάς» και άλλα τέτοια όμορφα και ωραία…

Λίγο πριν τα Καπετανιανά, θα στρίψουμε δεξιά στον χωματόδρομο που κατεβαίνει στο φαράγγι της Τρυπητής, με την αρχή του δρόμου να κατηφορίζει ανάμεσα σε βράχια και γκρεμούς προσφέροντας μία μαγευτική θέα. Εδώ είναι που ο νεότερος της παρέας θα εισπράξει το μάθημα, πως δεν οδηγούμε χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό, όταν διανθίζει μία ήπια πτώση με ματωμένα χέρια και πόδια… με τα πολλά θα φτάσουμε στην ταβέρνα στην μέση του πουθενά, περιγραφή κυριολεκτική για εκεί που βρίσκεται, στα μισά του χωματόδρομου μέσα στο φαράγγι. Κουτρουβαλώντας ταχύτερα από αυτό που θα περίμενε κανείς, το πρόβλημα είναι πως φτάσαμε δύο ώρες πριν από την αυτό που του είχαμε πει. Και φυσικά τα πενήντα (!) κιλά κρέατος δεν ήταν ακόμα έτοιμα. Χορταίνοντας με ορεκτικά και παραδοσιακά πιάτα, έχει αρχίσει να εξαπλώνεται μία διάχυτη ανησυχία για να φύγουμε λες και η παραλία θα εξαφανιστεί ή θα κατεβάσει μπαριέρες. Γινόμαστε τρεις ομάδες, εκείνοι που έφυγαν πριν έρθουν τα ταψιά, εκείνοι που ετοιμάστηκαν να φύγουν και όσοι θα έμεναν να γευτούν το εξαιρετικό κρέας! Κάποιος θεός της Yamaha κάνει σωστά την δουλειά του κι εξαιτίας μίας καμένης ασφάλειας σε ένα XT, η αναχώρηση της δεύτερης ομάδας αναβάλλεται τόσο όσο χρειάζεται για να ολοκληρωθεί το τσιμπούσι. Μαλακό κρέας που δεν βαραίνει στο στομάχι, μας αφήνει να οδηγήσουμε κατηφορίζοντας προς την θάλασσα και να παίξουμε στον χωματόδρομο. Κάπου εκεί με δυο-τρεις μικρές αναπηδήσεις που θέλουν να μου τις χρεώσουν για άλματα, χάνω ένα-δυο ανταλλακτικά από το XT και ευτυχώς και την μανιβέλα. Τεράστια ανακούφιση, πλέον δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την εκκίνηση του σε κατηφόρα, κανείς δεν θα μετρά πόσες μανιβελιές έπεσαν! Επίσης οτιδήποτε ήταν να φύγει από το XT, με το ιδιότυπο καθεστώς ιδιοκτησίας, έχει ήδη φύγει και μπορώ να οδηγήσω ανενόχλητα. Δεν έχει σημασία που το XT550 ανήκει στο «Στόμα του Λύκου», τον Αλεξάκη, εκείνος που θα πληγωθεί αν πάθει κάτι είναι άλλος!

Φτάνουμε στον Λέντα αλλά μέχρι εκεί η παρέα που κυκλοφορεί σε δόσεις σκονίζοντας τα βουνά, έχει μαζέψει μερικές πολύ καλές ιστορίες. Υπάρχουν άνθρωποι που χάθηκαν, ασφάλειες που κάηκαν, εξαρτήματα που ξεβιδώθηκαν και μερικές ακόμη μικρο-πτώσεις. Στους Καλούς Λιμένες θα γίνει ο απολογισμός. Δύο θα επιστρατεύσουν την οδική βοήθεια και θα επιστρέψουν, κι ένας θα καταλήξει στο Κέντρο Υγείας για ράμματα στο πόδι. Η παρέα είχε φροντίσει να αναλάβει κάποιος τον ρόλο της «σκούπας» με αυτοκίνητο, όπως ακριβώς είχε και πλοηγούς, όλοι τους εθελοντές, όλοι τους αποφασισμένοι πως θα περνούσαν λιγότερο ευχάριστα για να ευχαριστηθούν οι υπόλοιποι. Για αυτό τους αξίζουν συγχαρητήρια. Πραγματοποίησαν έξοδα και θυσίασαν μέρες για να βοηθήσουν την παρέα, κι έτσι αποκτά νόημα το εσωτερικό αστείο που είναι ο «ΝΟΜΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ»! Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο σε μία παρέα που πηγαίνει βόλτα, και όταν κάποιος τον ζητήσει, όπως έγινε την δεύτερη μέρα, είναι όλοι έτοιμοι να δείξουν τον εαυτό τους…

Όπως ακριβώς είχε γίνει στην πρώτη ταβέρνα, που ο ευγενής ιδιοκτήτης είχε επιστρατεύσει όλο το σόι από 12 ετών και πάνω, έτσι και το βράδυ την εξυπηρέτηση θα αναλάβει ένα άλλο ολοκληρωμένο σόι… Υπήρξαν χέρια που πήγαν να αρπάξουν ξένα σουβλάκια και τιμωρήθηκαν με δαγκωματιές, ένας κύριος έτρωγε μόνος του σ’ ένα τραπέζι γρυλίζοντας μόλις κάποιος πλησίαζε, κι ανάμεσα σε βουτιές στην παραλία και ανθρώπινα γαυγίσματα ήρθε η νύχτα να δώσει το σύνθημα. Ο ουρανός γεμίζει αστέρια, αφού ο πολιτισμός βρίσκεται μακριά για να τον μολύνει με φως, και ούτε οι προβολείς από το απέναντι νησάκι που αποτελεί βενζινάδικο ανάγκης για την ποντοπόρο ναυτιλία, μπορούν να τα βάλουν με την ξαστεριά. Η μεγάλη παρέα απλώνεται στην παραλία και δημιουργεί πηγαδάκια και το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι το λεγόμενο «πηγαδάκι-hopping» πηγαίνοντας από τον έναν στον άλλο. Όλοι τους ευπρόσδεκτοι, όλοι τους με πειράγματα για την εκπληκτική οδήγηση -των άλλων- εκείνη την πρώτη μέρα! Τα μάτια δεν γίνεται παρά να κλείσουν συνοδευόμενα με χαμόγελα!

Η μέρα ξεκινά νωρίς με αναχώρηση για μία ήπια χωμάτινη διαδρομή που σκαρφαλώνει με την θάλασσα πίσω μας. Το ήπια δεν σημαίνει ότι οι “JOE BAR” τύποι, δεν θα έχουν ευκαιρία να δημιουργήσουν ιστορίες, πέφτοντας ή κοντεύοντας να πέσουν πράγμα εξίσου αστείο, για τους ίδιους πρώτα. Όπως αστείο είναι που σε κάθε φωτογραφία με κάποιον να πηγαίνει γρήγορα, υπάρχει πάντα μία πάπια πίσω του που πηγαίνει στον ίδιο ρυθμό! Ενίοτε και κάποια Vespa. Μέχρι και τις Vespa δεν υπάρχει θέμα για το MRCG, αν τους περνούσε και κάποιο σκούτερ θα είχαμε αυτοπυρπόληση, την στιγμή που υπάρχουν μαρτυρίες για το Runner που φορτωμένο πήγαινε παντού και έκανε προσπεράσεις…

Μερικές καμένες ασφάλειες ακόμα και μπόλικο γέλιο μετά, θα φτάσουμε στην λίμνη, ψηλά στον Ζαρό κι αυτή την φορά εντός ωραρίου. Από εκεί μας περιμένει το Αστεροσκοπείο για χώνεψη, μετά από λίγα χιλιόμετρα χωματόδρομου κι εδώ αρχίζουν οι παρανοήσεις. Η μεγάλη παρέα του MRCG έχει από όλα, supermotard που σουζάρουν σε κάθε ευκαιρία, σύγχρονα enduro, enduro βγαλμένα από μουσείο που το λέει όμως η καρδιά τους, άλλα που δεν θα έπρεπε να βγουν από το μουσείο, street / naked, παλιά και νέα, ότι χωρά το μυαλό σου! Η άποψη λοιπόν για την βατότητα του χωματόδρομου δεν γίνεται να είναι μία, και όσο λιγότερο άβατο τον βλέπεις, τόσο μεγαλώνει και σε απόσταση!

Μετά από μερικές εντυπωσιακές τούμπες, όλες τους ακίνδυνες, άλλες που έγιναν για λόγους συμπαράστασης – να πέφτει ο διπλανός σου και να σε βλέπει όρθιο είναι σκληρό – φτάνουμε στο Αστεροσκοπείο και ανταμειβόμαστε με την θέα και τον δροσερό αέρα. Θα κατηφορίσουμε για Ανώγεια που έχει γίνει παραγγελία για ταψιά με γαλακτομπούρεκο και σαν κανονική παρέα ο πρώτος απαιτεί να γίνει συνδυασμός από ότι έχει το μαγαζί με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι… Μέχρι να φτάσουμε όμως σε αυτό το βραβείο, είχαμε μία επεισοδιακή κατάβαση που είχε σταγόνες βροχής αφήνοντας λασπερά στίγματα όπου σε πετύχαιναν, από τα πολλαπλά στρώματα σκόνης που είχε επάνω του ο καθένας μας, και μερικά αιμοβόρικα ζωντανά, από εκείνα που κανονικά θα έπρεπε να καταναλώνεις σε παϊδάκια ή να τρέφεσαι με το γάλα τους. Μόλις άκουγαν μηχανάκι, έβαζαν το κεφάλι κάτω και έκαναν επίθεση, αλλά στο MRCG είχαν όλοι τους πλέον συνηθίσει τα ζιγκ-ζαγκ και δεν βρήκαν ούτε ένα στόχο, όσο κι αν προσπαθούσαν!

Κύλισαν έτσι δύο μέρες με μπόλικη οδήγηση και άφθονο γέλιο, χωρίς κανένα σοβαρό ευτράπελο, αφού οι πτώσεις τέτοιου είδους είναι μέσα στο πρόγραμμα. Αυτό που δεν είναι στο πρόγραμμα καμίας εκδήλωσης του MRCG, είναι η προκλητική οδήγηση για λόγους εντυπωσιασμού, συμπεριφορές που βλέπεις σε Πανελλήνια Συγκέντρωση, ή αντίστοιχες μοτοβόλτες, που υπάρχουν δυστυχήματα ακόμα και με την παρουσία της αστυνομίας. Κάθε σούζα και κάθε προσπέραση, σε όλα αυτά τα χιλιόμετρα των δύο ημερών έγινε με ασφάλεια. Η μόνη πρόκληση, ήταν πως μπορεί να συνοδευόταν από την φράση «φάε την σκόνη μου»!

Δύσκολο να βρεις μία ομάδα που να συνυπάρχουν κάθε είδους δίτροχο, και κάθε είδους αναβάτης. Στο MRCG δεν είναι το μοντέλο μοτοσυκλέτας που ενώνει τον κόσμο, αλλά μία κοινή ιδεολογία, και για αυτό τον λόγο μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα με «πυρήνες διοίκησης», και να πραγματοποιήσει οργανωμένα, ανοργάνωτες βόλτες με τέτοια επιτυχία! Για τους ίδιους, αν τους ρωτήσεις, η επιτυχία του «Ζαβοί Τρακάρ» ήταν καθολική από την στιγμή που η ονομασία επαληθεύτηκε στο έπακρο!

φωτό: MRCG

Ετικέτες

D. Domokos: Ο πρώτος βασιλιάς της σούζας!

The Wheelie King
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

9/10/2017

Ο Doug Domokos ήταν ο «Wheelie King», ο πρώτος επαγγελματίας του είδους και ο άνθρωπος που έκανε τις καλύτερες σούζες μέχρι τον θάνατό του. Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’70, την εποχή που ο Evel Knievel έχει ήδη συμπληρώσει μία δεκαετία κάνοντας άλματα, και πλέον έχει έρθει η στιγμή που το αστέρι του μεσουρανεί και η καριέρα του απογειώνεται στρώνοντας τον δρόμο για ένα επάγγελμα που ως τότε πρακτικά δεν υπήρχε.

Το 1975 ο Doug Domokos ετοιμάζεται να γιορτάσει τα εικοστά του γενέθλια, και με την προτροπή ενός φίλου σχηματίζει μία ομάδα τριών ανθρώπων, για να διασκεδάζουν τον κόσμο στα διαλείμματα ανάμεσα στους αγώνες αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών. Για να φτάσουμε βέβαια σε αυτό, έχει προηγηθεί μία φοβερή πενταετία. Ο Domokos καβαλούσε μοτοσυκλέτες από μικρή ηλικία, αλλά η πρώτη δική του ήρθε όταν ήταν 15 ετών. Για να την συντηρήσει, αλλά κι από πραγματικό πάθος, ο Doug ξεκίνησε ως βοηθός συνεργείου μετά το σχολείο. Είναι η εποχή που τα συνεργεία – ανά τον κόσμο κι όχι μονάχα στις ΗΠΑ- είναι πανίσχυρα και λειτουργούν με την δυναμική που σήμερα έχουν οι αντιπροσωπείες. Το συνεργείο που πιάνει δουλειά ο Domokos, το Red Bud, που τόσο θυμίζει σε όνομα την Red Bull (!) οργανώνει τοπικά πρωταθλήματα motocross στα οποία το προσωπικό βοηθά σε οργανωτικό ρόλο. Σε κάθε διάλειμμα, ο Domokos πραγματοποιεί σούζες με την μοτοσυκλέτα του μαζεύοντας κόσμο τριγύρω του που συχνά αριθμεί το σύνολο των θεατών του αγώνα. Χρόνο με τον χρόνο χτίζεται η φήμη πως όταν πηγαίνεις την μοτοσυκλέτα σου για service στο Red Bud, ο Domokos την τεστάρει πριν στην παραδώσει κάνοντας σούζες κατά μήκος της παρακείμενης σιδηροδρομικής γραμμής. Ο ίδιος χρόνια αργότερα στο βιβλίο που πρόλαβε να εκδώσει πριν τον θάνατό του, επιβεβαιώνει πως η φήμη ήταν βάσιμη. Είμαστε βέβαια σε διαφορετικές εποχές από σήμερα, και υπάρχουν πελάτες που πηγαίνουν απλά για να δώσουν την μοτοσυκλέτα τους στον Domoko και να την δουν να ξύνει το πίσω φτερό της στην άσφαλτο..

Είναι εξαιτίας αυτής της φήμης που ο Domokos και τρεις φίλοι με αντίστοιχο πάθος για τις σούζες, ξεκινούν τις επιδείξεις σε αγώνες. Από τους τρεις, ένας είναι εκείνος που εκτός από τις σούζες παθιάζεται με το χειροκρότημα του κόσμου και χτίζει την προσωπικότητα του “showman” προσπαθώντας να κρατήσει το ενδιαφέρον των θεατών στην ακμή του για κάθε διαθέσιμο λεπτό. Το αποτέλεσμα είναι να συνεχίσει μόνος του καθώς οι άλλοι δύο χάνουν το ενδιαφέρον τους και λίγο αργότερα, σχεδόν οκτώ χρόνια από την ημέρα που απέκτησε την πρώτη του μοτοσυκλέτα, κλείνει συμβόλαιο με την Kawasaki. Πλέον είναι ο πρώτος «επαγγελματίας της σούζας» ζει μονάχα από τις εμφανίσεις που πραγματοποιεί στο Supercross.

Η πρώτη επαφή με την Kawasaki δεν είναι εύκολη. Η μοτοσυκλέτα του παραδίδεται καινούρια σε κούτα, μόλις μισή ώρα πριν την έναρξη του σόου, και ο Domokos έχει μονάχα δέκα λεπτά με ένα τέταρτο στην κατοχή του για να την συνηθίσει και να την προετοιμάσει. Εκείνο το πρώτο σόου με την Kawasaki όμως έμελλε να είναι από τα πιο πετυχημένα!

Ο ίδιος θα πει αργότερα: «νόμιζα ότι αυτό θα είναι πάντα κάτι που κάνω τα Σαββατοκύριακα, ότι θα γυρνώ από πόλεις σε πόλεις με τα ταξίδια και την εμπειρία να είναι η μόνη σοβαρή ανταμοιβή. Στην καλύτερη περίπτωση θα ζούσα σαν κάποιος που δουλεύει σε τσίρκο. Ποτέ δεν πίστευα ότι δεν θα χρειαζόταν να ξανά δουλέψω στην ζωή μου. Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα εξελίχθηκαν τα πράγματα»!

Το 1981 τα «πράγματα» γίνονται ακόμα καλύτερα: Προσλαμβάνεται από την Honda όπου τον αντιμετωπίζει όπως μία κανονική ομάδα, κι έτσι του διαθέτει χρόνο από τους μηχανικούς της καθώς και προϋπολογισμό για να κάνει τις δικές του μετατροπές.

Αμέσως κατασκευάζουν κάτι πρωτοποριακό για την εποχή, ένα ηλεκτρικό μοτέρ στον εμπρός τροχό με δύο ταχύτητες, ώστε να συνεχίσει να γυρνά όταν ο Domokos ξεχνούσε να τον κατεβάσει. Το μοτέρ αυτό είχε διακόπτη υδραργύρου για να σταματά αμέσως μόλις ο τροχός άγγιζε το έδαφος. Ξεκινούσε το καλύτερο μέρος για την καριέρα του.

Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, από την Ιαπωνία και την Νέα Ζηλανδία, μέχρι χώρες τις Λατινικής Αμερικής που ο μοτοσυκλετισμός ήταν μία πιο ασαφής έννοια. Ενέπνευσε έτσι κι άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα και έτσι σχηματίστηκε ανταγωνισμός στο επάγγελμα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Γρήγορα λοιπόν μπήκε στην διαδικασία να αναζητεί την επόμενη μεγάλη πρόκληση που κανείς χωρίς υποστήριξη, προϋπολογισμό και φυσικά αντίστοιχο ποσό τρέλας, δεν θα μπορούσε να αντιγράψει.

Ο Domokos δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει, πως εκείνη την στιγμή έριχνε τα θεμέλια και για τον τρόπο που λειτουργούν οι stuntmen της μοτοσυκλέτας, στην σημερινή εποχή!

Οι σούζες και τα σόου γινόντουσαν πλέον με όλων των ειδών τις μοτοσυκλέτες και ακόμα και σήμερα φιγουράρει η φωτογραφία του με το εξακύλινδρο KZ1300 της Kawasaki, να δείχνει με περηφάνια τους λαιμούς των εξατμίσεων του..

Από την παραπάνω ανάγκη, το 1983 παίρνει μία άδεια που εκείνη την εποχή δινόταν πιο εύκολα, και ανεβάσει την μοτοσυκλέτα στην κορυφή του Empire State Building και λίγους μήνες αργότερα ολοκληρώνει μία περιστροφή της πίστας Supercross στο Anaheim Stadium χωρίς να προσγειώσει τον εμπρός τροχό, σε μία παράσταση που έξυπνα είχε προμοταριστεί ως «στοίχημα» με τον διοργανωτή του αγώνα για 10.000 δολάρια!

Η επιτυχία αυτή έφερε και την προσπάθεια για το παγκόσμιο ρεκόρ απόστασης με σούζα, που ο Domokos στερέωσε στα 234 χιλιόμετρα! Ένα ρεκόρ που παρέμεινε δικό του για περισσότερο από μία δεκαετία και πιθανότητα θα το είχε ξανά κερδίσει και ίσως το κρατούσε και σήμερα, αν δεν έφευγε απότομα από την ζωή. Μαθαίνοντας να πετά με υπερελαφρά αεροσκάφη, ο Domokos σκεφτόταν τον τρόπο που θα τα ενσωματώσει στις μελλοντικές του παραστάσεις, όταν σκοτώθηκε στα τέλη του 2000 μαζί με τον εκπαιδευτή του, σε μία εκπαιδευτική πτήση. Η αρραβωνιαστικιά του είχε φέρει λίγο καιρό πριν στην ζωή, τον γιο τους Νικόλα.

Ακόμα και σήμερα στην εποχή του internet, το επίθετο «Domokos» μαζί με το όνομα του γιου του (Νικόλας) χρειάζεται μονάχα ένα σχόλιο για να πυροδοτήσει εικασίες για την ελληνικότητα της καταγωγής του. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο Domokos είχε μακρινές ρίζες από την Ουγγαρία και μάλιστα το όνομα αυτό απαντάται σε ισπανικές φυλές, αν κανείς πάει ακόμη πιο πίσω… Καμία σχέση με τον Δομοκό εδώ, τις στροφές του και φυσικά το «Κατίκι Δομοκού»…

Πριν τον θάνατό του,  ο Doug Domokos είχε πλούσιο συγγραφικό έργο σε περιοδικά και είχε εκδώσει ήδη ένα βιβλίο, ενώ πλούσιο ήταν και το ανθρωπιστικό του έργο. Το Hollywood είχε ήδη αρχίσει να αποκτά επικοινωνία μαζί του, έχοντας συμμετοχή σε ταινίες όπως το Cannonball Run.

Ήταν ο πρώτος βασιλιάς της σούζας και αναμφισβήτητος στην εποχή του, θέτοντας πολλά από τα θεμέλια για μία αντίστοιχη καριέρα σήμερα. Εκτός από ταλέντο σε αυτό που έκανε, μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας του, ήταν ο τρόπος που διαχειριζόταν το κοινό και η ευγενική φυσιογνωμία του…

 

Ανεβαίνοντας με σούζα, έναν από τους πιο διάσημους δρόμους στο San Francisco:

 

---- Στην σημερινή εποχή:

Ο Dougie Lampkin πραγματοποιεί έναν ολόκληρο γύρο του Isle of Man με σούζα