Η υπερτροφοδότηση έρχεται στο προσκήνιο!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/9/2014

Η Kawasaki τελικώς θα φτιάξει την υπερτροφοδοτούμενη μοτοσυκλέτα που είχε υποσχεθεί!

Πέρσι είχε αποκαλύψει τον εν σειρά τετρακύλινδρο στο Σαλόνι μοτοσυκλέτας του Τόκιο, επιβεβαιώνοντας τις φήμες που είχαν ήδη δημιουργηθεί από την αποκάλυψη των σχεδίων που δόθηκαν για κατοχύρωση των πατεντών. Αυτές τις μέρες παίζει πολύ καλά το παιχνίδι των εντυπώσεων, αφήνοντας τον ψηφιακό κόσμο να σχολιάζει συνεχώς το όνομά της, συντηρώντας τη "φωτιά" των ιντερνετικών συζητήσεων, με μικρά βίντεο που περισσότερο υπόσχονται παρά αποκαλύπτουν. Και πολύ καλά κάνει, αφού ένα τέτοιο βήμα αξίζει κάθε δευτερόλεπτο προβολής που μπορεί να κερδίσει. Χρειάζεται θάρρος για να βγάλεις μια μοτοσυκλέτα που είναι διαφορετική από τις άλλες, είτε αυτό περιορίζεται απλώς στην εμφάνιση (θυμήσου Honda DN-01) είτε στον τρόπο που λειτουργεί, όπως ένας τετρακύλινδρος υπερτροφοδοτούμενος. Ωστόσο αυτό το θάρρος δεν έχει στις μέρες μας την ίδια βαρύτητα! Η Kawasaki ήταν πολύ γενναία τη δεκαετία του ΄70 τότε που έκανε για πρώτη φορά, αυτό που κάνει και τώρα. Έβγαλε στην παραγωγή μια μοτοσυκλέτα που ήταν απίστευτα γρήγορη και έκτισε σιγά – σιγά τη φήμη της εταιρίας με τις πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες. Μια φήμη που την ακολουθεί και σήμερα. Γενικά όμως εκείνη την εποχή, και χονδρικά μέχρι και το τέλος της επόμενης δεκαετίας, όλοι οι κατασκευαστές δοκίμαζαν ακραίες λύσεις, (δηλαδή ακραίες στα μάτια του περισσότερου κόσμου) βγάζοντας στην παραγωγή μοναδικές μοτοσυκλέτες. Τώρα ξανά ζούμε μια τέτοια εποχή. Περάσαμε από μια δεκαετία που "γυάλισε" την τεχνολογία που ήδη υπήρχε και τώρα όλα δείχνουν ότι κάνουμε το επόμενο βήμα. Ένα βήμα που η αυτοκινητοβιομηχανία έχει κάνει εδώ και πολλά χρόνια, αφού βασίζεται σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς και αναγκαστικά κινείται γρηγορότερα. Στα αυτοκίνητα η υπερτροφοδότηση έχει επιτρέψει καλύτερες αποδόσεις από λιγότερα κυβικά και καλύτερη διαχείριση καυσίμου, καθώς τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται όλο και ποιο συχνά σε φθηνότερα μοντέλα που δεν προσανατολίζονται αποκλειστικά στην γρήγορη οδήγηση. Η κοινή γνώμη των κατασκευαστών, όπως εκφράζεται κατά την επικοινωνία σε παγκόσμιες εκθέσεις και παρουσιάσεις, είναι πως ίσως στο μέλλον να δούμε περισσότερες τέτοιες λύσεις. Εκεί που συμφωνούν όλοι, είναι πως το παιχνίδι των επιδόσεων και της τιμής έχει καθυστερήσει την εξέλιξη στη μοτοσυκλέτα σε ότι αφορά την κατανάλωση, ή όρους όπως "downsizing", αν γίνει απευθείας σύγκριση με την αυτοκινητοβιομηχανία. Πριν από μία δεκαετία ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συγκρίνεις ένα αυτοκίνητο με μια μοτοσυκλέτα σε ότι αφορά την κατανάλωση. Και μόνο το πρόσθετο βάρος και την αεροδυναμική, να υπολόγιζε κανείς, και πίστευε ότι οι δύο με τους τέσσερις τροχούς δεν θα εξισωθούν ποτέ. Κι όμως, το τέλος της επόμενης δεκαετίας βρίσκει αυτούς τους δύο κόσμους συγκρίσιμους, όχι τόσο σε απόλυτους αριθμούς (τόσα άλογα, με τόση κατανάλωση), όσο από πλευράς χρήσης. Η κατηγορία των μικρομεσαίων αυτοκινήτων, έφτασε να προσφέρει καταναλώσεις και επιδόσεις αντίστοιχες μιας on-off μοτοσυκλέτας 650-800 κυβικών. Η μοτοσυκλέτα πρέπει να πάρει και πάλι το πάνω χέρι, η Kawasaki δηλώνει ότι θα δείξει τον δρόμο στους υπόλοιπους. Το ζητούμενο πλέον είναι καλύτερες επιδόσεις από λιγότερα κυβικά και χαμηλή κατανάλωση, η υπερτροφοδότηση είναι ένας μόνο από τους τρόπους να το πετύχει κανείς αυτό, και ίσως (με μια γρήγορη ανάλυση) να είναι και ο φθηνότερος.

Αυτό που σε λίγες μέρες θα αποκαλυφθεί, αντίθετα με ότι πιστεύει η πλειοψηφία του internet, δεν θα είναι ένα νέο ZZR1400. Τουλάχιστον δεν ποντάρουμε εκεί, με βάση τον ήχο που ακούσαμε στο video που δημοσίευσε η Kawasaki. Ο μεγαλύτερος κυβισμός που θα μπορούσε να έχει αυτή η μοτοσυκλέτα είναι τα 750 κυβικά, αλλιώς μιλάμε για κάτι πολύ διαφορετικό από οτιδήποτε ως τώρα. Πράγμα που όντως υποστηρίζει η ίδια η Kawasaki, αλλά εμείς θα βάλουμε μια τελεία στην υπεραισιοδοξία και δεν θα πιστέψουμε ότι αυτό που ακούγεται είναι παραπάνω από 750 κυβικά.

Επίσης δεν θα είναι ένα ακόμα concept bike. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για ένα ολοκαίνουριο μοντέλο, έτοιμο να ξεκινήσει την παραγωγή, οι δηλώσεις της εταιρίας εκεί οδηγούν.

Η Kawasaki συγκαταλέγεται, αναμφίβολα, στους κατασκευαστές, που έχουν την ικανότητα να διαχειριστούν τις δυσκολίες ενός υπερτροφοδοτούμενου κινητήρα, στο μέγεθος που απαιτείται για να φτάσει στην παραγωγή και να μην μείνει στο στάδιο του πειραματισμού. Κι αυτό γιατί έχουν τεράστια εμπειρία ως εταιρία στην κατασκευή στροβιλοκινητήρων για αεροπλάνα, μηχανών jet ski, πλοίων κτλ. Όλα αυτά έχουν περισσότερες ομοιότητες με την κατασκευή ενός υπερτροφοδοτούμενου τετρακύλινδρου μοτοσυκλέτας, από ότι μπορεί κανείς να πιστέψει. Για ένα απλούστατο, αλλά βασικότατο λόγο. Η τεράστια αυτή εμπειρία, σημαίνει ότι η εταιρία γνωρίζει πώς να ανταποκριθεί σε προβλήματα υψηλών θερμοκρασιών, στην εξουδετέρωση κραδασμών πολύ υψηλής συχνότητας, μεγάλου ή μικρού μήκους κύματος. Όπως η ίδια η εταιρία ισχυρίζεται, και έχουμε λόγους να την πιστεύουμε, έχει φτάσει σε μια βαθιά γνώση κατασκευής των πτερυγίων  που πρέπει να είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, χωρίς να επηρεάζονται από έντονους κραδασμούς (όπως μια λακκούβα) όταν περιστρέφονται σε υψηλούς ρυθμούς. Αντίστοιχα γνωρίζει πώς να εξουδετερώνει και τους κραδασμούς του ίδιου τους συστήματος. Το ότι όλα αυτά τα έχει ήδη εφαρμόσει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, είναι καλό στην περίπτωση του H2. Μέχρι τώρα το πρόβλημα για ένα κατασκευαστή όταν καλούταν να εφαρμόσει στη μοτοσυκλέτα τεχνολογίες που υπήρχαν αλλού, ήταν το μικρότερο μέγεθος. Όμως απέναντι σε προβλήματα τέτοιου είδους, όπως η αντοχή των υλικών σε θερμοκρασίες και η εξάλειψη κραδασμών, είναι πλεονέκτημα να ξέρεις να τις αντιμετωπίζεις σε μεγαλύτερη διάσταση.

Ουσιαστικά το μόνο ερώτημα δεν είναι γιατί το έκανε, αλλά γιατί δεν το έκανε νωρίτερα! Η αρχή της δεκαετίας του ’80 είχε βρει τους Ιάπωνες κατασκευαστές να μάχονται στην κυριάρχηση της υπερτροφοδότησης, που τώρα, με την αποστασιοποίηση και την καθαρότερη ματιά που πάντα χαρίζει ο χρόνος, είχε νικητή τη Honda με τους υπερτροφοδοτούμενους των 500-650 κυβικών και τον "αλά Moto Guzzi" κινητήρα. Όμως εκείνη την εποχή ακόμα εξελισσόταν τα πλαίσια, τα λάστιχα η γεωμετρία. Δεν είχε αποκωδικοποιηθεί το DNA της μοτοσυκλέτας, και παρόλο που η GPZ750 Turbo μπορούσε να συγκριθεί από πλευράς επιδόσεων ακόμα και με την GPΖ1100, δεν γινόταν και να την κυνηγήσει στον ανοικτό δρόμο. Ήταν η εποχή που η απότομη απόδοση και οι απότομες καμπύλες διαγραμμάτων, έκαναν τον κόσμο να φεύγει μακριά, αντί να τους ελκύει. Φανταστείτε ότι αν στις μέρες μας ένα MT-09 έχει χαρακτηριστεί από κάποιους επικίνδυνο, λόγω της πολύ απότομης ρύθμισης του γκαζιού του, ενώ στρίβει και πλαγιάζει εξαιρετικά, τότε πριν από τριάντα χρόνια ένα GPZ750 Turbo, θα ήταν ο ίδιος ο Διάβολος.

Έχει έρθει όμως το πλήρωμα του χρόνου, έχουμε ηλεκτρονικά βοηθήματα ικανά να τιθασεύσουν και το πιο καταραμένο κατασκεύασμα, οι μηχανικοί μπορούν να φτιάξουν πλαίσια συνδυάζοντας κάθε χρήση, (supermotard με touring για παράδειγμα: βλέπε Hyperstrada) και τα λάστιχα βρίσκονται στην αρχή της δικής τους Χρυσής Εποχής.

Οπότε εκφράζουμε την πίστη ότι δεν πρόκειται για μια "δύσκολη μοτοσυκλέτα" το ακριβώς αντίθετο μάλιστα, μπορεί μάλιστα η απόδοσή της να είναι ομαλότερη και από VTEC στα πρώτα του βήματα! Τουλάχιστον σε αυτό ελπίζουμε.

Στη μοναδική φωτογραφία που έχει δημοσιεύσει η Kawasaki από τον κινητήρα, βλέπουμε ότι το σύστημα της υπερτροφοδότησης έχει τοποθετηθεί πίσω από το μπλοκ του κινητήρα, παίρνοντας κίνηση απευθείας από τον στρόφαλο. Αντίθετα με τις turbo λύσεις, που τα καυσαέρια δίνουν κίνηση μέσα από την πίεση της εξόδου, στην υπερτροφοδότηση τη δουλειά αυτή την αναλαμβάνει ο ίδιος ο κινητήρας. Αυτό έχει κάποια μικρά μειονεκτήματα, απώλειας έργου και μηχανικής αδράνειας, αλλά ωφελεί τα μέγιστα στην εξοικονόμηση χώρου, την διευθέτηση του κέντρου βάρους, καθώς περιορίζει και την πολυπλοκότητα, που είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογη με την εμπορική επιτυχία των μοτοσυκλετών παραγωγής.

Βέβαια κανείς δεν ξέρει αν ο κινητήρας αυτός, όπως τον βλέπουμε, θα βρίσκεται στη μοτοσυκλέτα που θα αντικρύσουμε από κοντά στις 30 Σεπτεμβρίου. Το μόνο σίγουρο είναι πώς για άλλη μια φορά, η Kawasaki θέλει να υποστηρίξει τη φήμη της ως κατασκευαστής γρήγορων μοτοσυκλετών. Και ο μοναδικός υπερτροφοδοτούμενους της σύγχρονης εποχής, μπορεί μόνο να ενισχύσει τη φήμη αυτή…

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.