Αυτοί που κυνηγούν τα όνειρά τους: Keinosuke “Keino” Sasaki

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

29/1/2016

Ο Keinosuke “Keino” Sasaki είναι Ιάπωνας, γεννημένος στο Aichi και μεγαλωμένος στην Fukuoka, πόλη του νότιου νησιού της Ιαπωνίας. Η επιρροή του πατέρα του ήταν καθοριστική για τον μικρό Keinosuke. Τα χέρια του πατέρα του έπιαναν. Στο εργαστήριό του έφτιαχνε κοσμήματα από ασήμι, κατασκευές από ξύλο, βιτρώ, κι ο γιός συχνά καθόταν και παρατηρούσε ή "μαστόρευε". Θυμάται πως όταν κατάφερνε να σκαρφαλώσει στο Yamaha XS650 του πατέρα του, προσπαθούσε, αλλά δεν έφτανε να κρατήσει το τιμόνι. Αργότερα, όταν ο Keino ήταν 11 ετών, ο πατέρας του έφερε στο σπίτι ένα τραϊαλάκι, ένα Yamaha TY125, για κείνον και τον αδελφό του. Η προσωπική του ιστορία με τις μοτοσυκλέτες είχε αρχίσει. Για τα 16α γενέθλιά του, ο πατέρας του του έκανε δώρο ένα σκουτεράκι που είχε βρει παρατημένο στο δρόμο, και μαζί κάθησαν και το έλυσαν, το καθάρισαν, το έφτιαξαν και το ξανάδεσαν. Ο Keino ποτέ δεν θα ξεχνούσε αυτή την αίσθηση ολοκλήρωσης και θριάμβου, ειδικά όταν το έβγαλε για πρώτη φορά βόλτα.  

Σπουδάζοντας Ιστορία, ο Keino μπήκε παράλληλα μαθητευόμενος σε ένα τοπικό καστομάδικο, το Shrews, ενώ παράλληλα έκανε διάφορες δουλειές, κυρίως σερβιτόρος. Αργά αλλά σταθερά, το πάθος του για τις μοτοσυκλέτες γινόταν μεγαλύτερο από κείνο για τις ακαδημαϊκές του σπουδές. Πήρε μια απόφαση: Θα πήγαινε στην Αμερική για να φτιάχνει custom μοτοσυκλέτες. 

Δεν παράτησε τις σπουδές του. Αντίθετα, πήρε bachelor στην Ιστορία και πέρασε δύο χρόνια εργαζόμενος σε εργοστάσιο αυτοκινήτων της Mitsubishi, για να μαζέψει χρήματα για το ταξίδι και τις σπουδές του στην Αμερική. Όταν ήρθε η ώρα, κι έχοντας μαζί του μόνο ένα μικρό σακίδιο και το μεγάλο του όνειρο, πέταξε πάνω από τον Ειρηνικό κι έφτασε στην Αριζόνα το 1998, για να φοιτήσει στο ΜΜΙ, το Motorcycle Mechanic Institute, που βγάζει μηχανικούς μοτοσυκλετών. Το να είσαι νεαρός Ιάπωνας που γνωρίζει ελάχιστα αγγλικά, ενώ θέλεις να φοιτήσεις σε σχολή μηχανικών, και παράλληλα πρέπει να κάνεις διάφορες δουλειές για να τα βγάλεις πέρα, δεν είναι ό,τι πιο εύκολο. Τελειώνοντας μετά από δύο χρόνια την σχολή, έψαξε για δουλειά στην δυτική ακτή των ΗΠΑ, μάταια όμως. Η μόνη προσφορά εργασίας που είχε ήταν από το Brooklyn, στη Νέα Υόρκη, κι εκεί μετακόμισε το 2000. Εργάστηκε σε συνεργεία, αυτό όμως που ήθελε ήταν να ασχοληθεί με custom μοτοσυκλέτες, τσοπεριές και τέτοια. Κατάφερε να τον προσλάβουν σ’ ένα μαγαζί του SoHo στο Manhattan, όπου μαθήτευσε δίπλα στον θρυλικό "Ιndian Larry", όπως ήταν γνωστός ο Lawrence DeSmedt, που έφτιαχνε old school τσοπεριές ως αρχιμηχανικός στο American Dream Machine. Ο Keino θυμάται: "Δεν ήταν όπως στο σχολείο όπου ο δάσκαλος σου δείχνει βήμα βήμα πως να κάνεις κάτι. Εκεί όλοι κάναμε τα πάντα. Μάθαινα και εμπνεόμουν απλά και μόνο δουλεύοντας δίπλα του. Και τα πιο σημαντικά πράγματα που έμαθα δεν είχαν σχέση με ικανότητες ή γνώσεις, αλλά με τη νοοτροπία και την προσέγγιση στις μοτοσυκλέτες και τη ζωή. Αυτά με επηρρέασαν περισσότερο."

Όταν ο Indian Larry πέθανε τον Αύγουστο του 2004, ο Keino έγινε συνέταιρος στο μαγαζί, κι έμεινε εκεί άλλα τέσσερα χρόνια για να τιμήσει τη μνήμη του μέντορά του. Ο ίδιος όμως ο Indian Larry του είχε πει, "Θα κάνεις κάτι δικό σου μια μέρα, και ξέρεις, θα πρέπει να το κάνεις". Ακολουθώντας τη συμβουλή και το όνειρό του, ο Keino άνοιξε το 2008 την Keino Cycles, για να έχει περισσότερες δυνατότητες να δει την δημιουργία μοτοσυκλετών ως τέχνη. Ο Keino είναι ολοκληρωμένος μάστορας και καλλιτέχνης παράλληλα. Δεν τον απασχολεί μόνο η εμφάνιση και το στυλ, αλλά και η λειτουργικότητα. Ξέρει να κάνει τα πάντα, από το να ανακατασκευάσει και να βελτιώσει μέχρι και τους πιο δύσκολους κινητήρες, μέχρι να διαμορφώσει το μέταλλο όπως το έχει φανταστεί. Και το δικό του μαγαζί – εργαστήριο είναι στο Brooklyn.

Μια συνέντευξή του στον Cyril Hunze μας δείχνει ακόμα περισσότερα για το ποιος είναι ο Keino:

Στο λύκειο, τι σου έλεγαν οι καθηγητές σου;

Να σταματήσω να ονειρεύομαι.

Ποιοι ήταν οι ήρωές σου όταν ήσουν παιδί;

 Captain Harlock, από ένα γιαπωνέζικο κόμικ επιστημονικής φαντασίας.

Το πρώτο σου μηχανάκι;

Ένα πενηντάρι Suzuki scooter.

Αν δεν δούλευες στο χώρο της μοτοσυκλέτας, τι θα έκανες;  

Φορτηγατζής διεθνών μεταφορών.   

Τι κάνεις για να χαλαρώσεις; Ακούω τζαζ..

Τι φοβάσαι;  

ον θυμό που θα με κάνει να φερθώ ανόητα.

Ποιόν θα ήθελες να συναντήσεις;

Τον Leonardo Da Vinci.

Ποια ταινία σ’ έχει κάνει να κλάψεις;

Πολλές, πάρα πολλές. Πάντα την πατάω.

Πέντε πράγματα που μισείς;

Τις κατσαρίδες, το πατέ, την παράνοια, τους στενόμυαλους ανθρώπους, κι όσους μιλάνε γρήγορα.

Ποιό ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβασες;

Το “I hope they serve beer in hell”, του Tucker Max. 

Τίποτα ένοχες απολαύσεις;

Τσιγάρο. Κάνει κακό.

Κάνεις καμιά συλλογή;

Εργαλεία που κάνουν τη δουλειά μου πιο εύκολη.

Τι μουσική κατέβασες τώρα τελευταία;

Nina Simone.

Η χειρότερή σου αγορά;

Μια αυτόματη ταΐστρα για γάτες. Οι δύο γάτες μου συνέχεια τη χαλάνε, για να διαμαρτυρηθούν που τις παραμελώ.

Κάτι που έφτιαξες, και ντρέπεσαι γι’ αυτό;

Το πρώτο ρεζερβουάρ που έφτιαξα, από λαμαρίνα. Το έχω ακόμα. Είναι φριχτό.  

Το καλύτερο φαγητό που μπορείς να μαγειρέψεις;

Βραστό αυγό.

Πότε θύμωσες πραγματικά;

Όταν είδα μια μάνα να περνάει το δρόμο με κόκκινο, σπρώχνοντας το καροτσάκι με το μωρό της..

Το τέλειό σου Σαββατοκύριακο, όταν είσαι σπίτι;

Να μην έχω κανένα σχέδιο, και να κάνω ό,τι μου έρθει στο μυαλό.

Η χειρότερη ερώτηση που σου έχει κάνει δημοσιογράφος;

Με ρώτησε, "Τι ζώδιο είσαι;"

Ετικέτες

Second Ride: Η γερμανική εταιρεία που δίνει μια δεύτερη, ηλεκτρική ζωή σε παλιές μοτοσυκλέτες

Μια διαφορετική προσέγγιση στην ηλεκτρική τεχνολογία των δικύκλων υπόσχεται να δώσει λύσεις
second ride
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

17/3/2026

Με open-source φιλοσοφία, επισκευάσιμες μπαταρίες και έμφαση στην κοινότητα, η Second Ride επιχειρεί να φέρει τα ηλεκτρικά πιο κοντά στους αναβάτες.

Η μετάβαση στα ηλεκτρικά δίκυκλα δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν οι κατασκευαστές. Κόστος, αυτονομία, διάρκεια ζωής μπαταριών και ίσως πιο σημαντικό, η έλλειψη δυνατότητας επισκευής αποτελούν βασικά εμπόδια. H γερμανική εταιρεία Second Ride δείχνει να κατανοεί βαθιά αυτά τα προβλήματα και ευελπιστεί να τα αντιμετωπίσει στη ρίζα τους.

Αντί να δημιουργεί απλώς kit μετατροπής για εξηλεκτρισμό παλαιότερων μοτοσυκλετών, η Second Ride επαναπροσδιορίζει συνολικά το πώς θα μπορούσε να είναι η ιδιοκτησία ενός ηλεκτρικού δικύκλου, ειδικά για όσους αγαπούν τις κλασικές μοτοσυκλέτες και το μαστόρεμα.

second ride

O εξηλεκτρισμός των κλασικών… σε άλλο σκεπτικό

Η ιδέα της μετατροπής μιας κλασικής μοτοσυκλέτας σε ηλεκτρική δεν είναι καινούργια. Σίγουρα μεγάλο κομμάτι της γοητείας της “κλασσικής μοτοσυκλέτας” χάνεται, χωρίς την οσμή, τον θόρυβο και τη δόνηση της “καρδιάς” της, αλλά για πολλούς αποτελεί έναν τρόπο να διατηρήσουν ζωντανά αγαπημένα μοντέλα, ειδικά όταν η εύρεση ή πόσο μάλλον η δημιουργία ανταλλακτικών γίνεται δύσκολη ή ακριβή. Παράλληλα, τα ηλεκτρικά σύνολα ισχύος προσφέρουν άμεση ροπή και πιο φιλική λειτουργία.

Ωστόσο, το κόστος μετατροπής παραμένει υψηλό, ενώ υπάρχουν και σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη διάρκεια ζωής και τη συντήρηση των μπαταριών. Εδώ ακριβώς έρχεται η προσέγγιση της Second Ride να διαφοροποιηθεί.

Μπαταρίες που… επισκευάζονται

Ένα από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της φιλοσοφίας της εταιρείας αφορά τον σχεδιασμό των μπαταριών. Σήμερα, τα περισσότερα battery packs αποτελούνται από κυψέλες συγκολλημένες μεταξύ τους, κάτι που δυσκολεύει, έως καθιστά αδύνατη, την επισκευή.

Second Ride

Η Second Ride προτείνει μια διαφορετική αρχιτεκτονική: κυψέλες που τοποθετούνται με σύστημα πίεσης, αντίστοιχο με αυτό που γνωρίζουμε από απλές μπαταρίες καθημερινών συσκευών. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, ο χρήστης θα μπορεί να εντοπίζει τις φθαρμένες κυψέλες και να τις αντικαθιστά εύκολα, χωρίς να αλλάζει ολόκληρο το πακέτο.

Second Ride

Τα οφέλη είναι πολλαπλά. Μειώνεται σημαντικά το κόστος συντήρησης, περιορίζονται τα απόβλητα και αυξάνεται η διάρκεια ζωής του οχήματος. Ταυτόχρονα ενισχύεται η εμπιστοσύνη των χρηστών προς την ηλεκτρική τεχνολογία, που μέχρι σήμερα συχνά θεωρείται εξειδικευμένη και μη επισκευάσιμη.

Open-source και δικαίωμα στην επισκευή

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η απόφαση της Second Ride να υιοθετήσει μια open-source φιλοσοφία. Παρότι η εταιρεία συνεχίζει να πουλά τα kit και τις υπηρεσίες της, δεν επιδιώκει να κλειδώσει τη λογική της.

Αντίθετα, ενθαρρύνει τρίτους να αναπτύσσουν εξαρτήματα, βελτιώσεις και εφαρμογές πάνω στις δικές της πλατφόρμες. Με άλλα λόγια, δεν κρατά την τεχνολογία αποκλειστικά για τον εαυτό της, αλλά επιδιώκει τη διάχυση γνώσης και την εξέλιξη μέσα από την κοινότητα.

Second Ride

Η λογική αυτή συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο δικαίωμα στην επισκευή, ένα κίνημα που κερδίζει συνεχώς έδαφος, ειδικά σε μια εποχή όπου πολλά σύγχρονα οχήματα και ιδιαίτερα τα ηλεκτρικά είναι δύσκολα έως αδύνατο να επισκευαστούν εκτός εξουσιοδοτημένων δικτύων.

Second Ride

Η Second Ride δεν σταματά στις μπαταρίες και τα kit. Σχεδιάζει επίσης μια ανοιχτή βάση δεδομένων για οχήματα και μετατροπές. Εκεί, οι χρήστες θα μπορούν να μοιράζονται πληροφορίες, εμπειρίες και τεχνικές λύσεις.

Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο όχι μόνο για την ίδια την εταιρεία, αλλά και για ανεξάρτητους μηχανικούς, κατασκευαστές και ερασιτέχνες που θέλουν να πειραματιστούν με ηλεκτρικές μετατροπές.

Second Ride

Περισσότερο από τεχνολογία

Πέρα από την τεχνική πλευρά, η προσέγγιση της Second Ride αγγίζει και κάτι βαθύτερο τη σχέση του αναβάτη με τη μοτοσυκλέτα του. Σε μια εποχή όπου πολλά οχήματα μετατρέπονται σε “μαύρα κουτιά”, χωρίς δυνατότητα παρέμβασης, η επιστροφή στη λογική του φτιάχνω και καταλαβαίνω έχει ιδιαίτερη σημασία.

Second Ride

Για πολλούς, η μοτοσυκλέτα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετακίνησης, αλλά ένα πεδίο έκφρασης, μάθησης και δημιουργίας. Το εάν η εταιρεία κατορθώσει να κερδίσει μια ίσως πιο σκληροπυρηνική ομάδα αναβατών και να την γεφυρώσει με την ηλεκτρική τεχνολογία μένει να φανεί, παρότι μοιάζει ιδιαίτερα δύσκολο. Η δυνατότητα να ασχοληθείς ο ίδιος με τη συντήρηση ή την εξέλιξη του δικύκλου σου πάντως ενισχύει τη σύνδεση.

Second Ride

Η Second Ride φαίνεται να το καταλαβαίνει και να ποντάρει σε αυτό. Και ίσως τελικά, πέρα από την ίδια την ηλεκτροκίνηση, αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος που αξίζει να την παρακολουθούμε.