EICMA 2024 - Μοναδική έκθεση των 36 σημαντικότερων μοτοσυκλετών στην ιστορία 110 ετών του θεσμού!

Από το Piaggio Ciao 50 στο Moto-Guzzi V8, και από το Honda NR 750 στο Suzuki DR-Big
110 χρόνια EICMA
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

4/11/2024

Στην EICMA 2024, την 81η έκδοση της πιο εμβληματικής διοργάνωσης παρουσίασης νέων μοντέλων μοτοσυκλέτας στον κόσμο, οι επισκέπτες μπορούν να δουν σε ξεχωριστό χώρο, στην Porta Sud της Rho Fiera Milano, μια μοναδική έκθεση των 36 σημαντικότερων μοτοσυκλετών της ιστορίας του ιταλικού σαλονιού μοτοσυκλέτας, υπό τον τίτλο ”EICMA: 110 χρόνια δίτροχου design”.

Τριάντα έξι μοτοσυκλέτες που έχουν αφήσει το στίγμα τους για την πρωτοτυπία και τη σημαντικότητά τους, με το design, τις αναλογίες και τα υλικά τους βρίσκονται στη φετινή EICMA.

Ένα ταξίδι στον χρόνο με διάρκεια μεγαλύτερη από έναν αιώνα, μέσα από καμπύλες, επιφάνειες, γραμμές, τεχνολογία και δημιουργίες μεγάλων σχεδιαστών, που προκαλούν έντονα συναισθήματα, δημιουργούν ιστορία και διαμορφώνουν το μέλλον της μοτοσυκλέτας.

Ένα ταξίδι που ξεκίνησε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας το 1914, στο Kursaal Diana, στην Porta Venezia, όταν στην πρώτη EICMA, τότε έκθεση ποδηλάτων και μοτοσυκλετών (αργότερα χωρίστηκε στα δύο), υπήρχαν λιγότερα από σαράντα περίπτερα και εκπροσωπούνταν έξι έθνη.

Για να κάνετε μια σύγκριση, σήμερα στην EICMA υπάρχουν πάνω από 800 περίπτερα με εκθέτες από 45 διαφορετικές χώρες.

Frera

Στην είσοδο της έκθεσης του 1914, οι δύο πρώτες θέσεις καταλαμβάνονταν τότε από τους δύο Ιταλούς κατασκευαστές Frera και Stucchi, με τη σημερινή έκθεση “EICMA: 110 χρόνια δίτροχου design” στην EICMA 2024 να ξεκινά επίσης από εκεί: στην πραγματικότητα, μια Frera 2 ¼ Hp Lusso του 1914 είναι η πρώτη μοτοσικλέτα που συναντούν οι επισκέπτες και η οποία προηγείται μιας εκθεσιακής διαδρομής 36 μοτοσικλετών που χωρίζονται στις τρεις ενότητες των σχημάτων, των αναλογιών και των υλικών.

EICMA 2024

Κατά τη διάρκεια της πρωινής δημοσιογραφικής προεπισκόπησης, ο πρόεδρος της EICMA Pietro Meda τόνισε ότι “αυτή η έκθεση αποτελεί φόρο τιμής στην αναζήτηση της ομορφιάς, η οποία δεν αφηγείται μόνο την ιστορία της EICMA και της βιομηχανίας των δύο τροχών, αλλά μας μεταφέρει και σε εκείνη της χώρας, της κοινωνίας και της κινητικότητας. Πρόκειται για ένα ταξίδι που έχει τις ρίζες του στην ιταλική τεχνογνωσία και εμπλουτίζεται από τη διεθνή συμβολή πολλών άλλων κατασκευαστών”.

Elf

Για τον διευθύνοντα σύμβουλο Paolo Magri, η συγκεκριμένη έκθεση “δεν έχει τη φιλοδοξία να παρουσιάσει μια κατάταξη των πιο όμορφων μοτοσικλετών ή απλώς να παρατάξει τις μοτοσυκλέτες με χρονολογική σειρά, αλλά είναι μια πολιτιστική πρόταση, η οποία διαδίδει τη γνώση και συνοδεύει τους επισκέπτες στο συναρπαστικό δημιουργικό και σχεδιαστικό ταξίδι που κάνουν οι σχεδιαστές: από το λευκό φύλλο χαρτί μέχρι την τελική υλοποίηση”.

Mars

Μπαίνοντας στην καρδιά της έκθεσης, στον χώρο που είναι αφιερωμένος στα σχήματα, ξεχωρίζουν αμέσως η Mars A20, που εκτέθηκε στην EICMA το 1920, ένας πραγματικός θρίαμβος του ορθολογισμού, και η πιο πρόσφατη Kawasaki GPZ900R του 1984, διάσημη για την εμφάνισή της στην ταινία Top Gun.

Dr-Big

Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ύπαρξη στην έκθεση της πρώτης μεγάλης On-Off / Adventure μοτοσυκλέτας με το χαρακτηριστικό “ράμφος”, της Suzuki DR 800 Big. Δίπλα της οι επισκέπτες θα δουν το εμβληματικό Ducati Monster, την Aprilia Motó 6.5 σχεδιασμένη από τον Philippe Starck το 1995, την MV Agusta F4 Ago και το πρωτότυπο της Husqvarna Vitpilen 401 Aero που εκτέθηκε το 2016.

Υπάρχουν επίσης σημαντικά αφιερώματα στις Triumph, Fantic, Yamaha, Aermacchi και Innocenti.

Moto Guzzi V8

Περνώντας στην ενότητα που είναι αφιερωμένη στις αναλογίες, την προσοχή τραβά αμέσως η θρυλική V8 Moto Guzzi 500 του 1957, του μηχανικού Giulio Cesare Carcano, ενώ δίπλα της ποζάρει το Ciao 50 της Piaggio που έκανε καριέρα και στη χώρα μας δίπλα στο διθέσιο Si. Στην περιοχή των αναλογιών θα βρούμε στη συνέχεια άλλα εμβληματικά αριστουργήματα των KTM, Benelli, Suzuki, Rumi, Bianchi, Honda, Ducati και Gilera.

Honda NR750

Τέλος, η ενότητα που είναι αφιερωμένη στα υλικά, όπου φτάνει στο αποκορύφωμα των διαδικασιών κατασκευής και μηχανικής, με αφιερώματα στον Corradino D'Ascanio για τη χρήση λαμαρίνας στην Piaggio Vespa, στο αντισυμβατικό αγωνιστικό project της ELF X από το 1978, και στην κομψότητα της Laverda RGS 1000, αλλά και σε άλλες αποκλειστικές βασίλισσες της τεχνικής και της ομορφιάς, όπως η σπάνια Honda NR 750 από το 1991, μοτοσυκλέτα την οποία το ΜΟΤΟ είχε αγοράσει και δοκιμάσει αναλυτικά προσκαλώντας στις δοκιμές δημοσιογράφους απ’ όλο τον κόσμο, η Bimota Tesi 1D SR και η Ducati Superleggera V4.

EICMA 2024

Η έκθεση κατέστη δυνατή επίσης χάρη στη σημαντική υποστήριξη του ICE, του Οργανισμού για την προώθηση στο εξωτερικό και τη διεθνοποίηση των ιταλικών εταιρειών, ενώ ο σχεδιασμός και η επιμέλεια της έκθεσης γίνονται από την EICMA, την V12 Design, την Gianmarco Blini Design και τον δημοσιογράφο Marco Riccardi. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο περιοδικό Motociclismo και, πάνω απ' όλα, στους ιδιώτες συλλέκτες, κατασκευαστές, μουσεία και φορείς που διέθεσαν τις μοτοσυκλέτες.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.