James Parker - Σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα ο σχεδιαστής της ανάρτησης του Yamaha GTS1000

Αγωνιζόμενος, ανήσυχος και εφευρετικός μηχανικός
James Parker RADD
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

20/7/2023

Στις 11 Ιουλίου του 2023, σε ηλικία 76 ετών, απεβίωσε ο James Parker, 10 ημέρες αφότου τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο την ώρα που περπατούσε, κοντά στο σπίτι του στη Santa Fe. Ο Αμερικανός μηχανολόγος και σχεδιαστής ήταν γνωστός για το επαναστατικό μπροστινό σύστημα μοτοσυκλέτας RADD που βγήκε σε μαζική παραγωγή στη Yamaha GTS1000 το 1993.

Ο Parker μεγάλωσε στην Καλιφόρνια αλλά και στην Ινδία, ενώ σπούδασε Design στο Πανεπιστήμιο του Stanford. Στη δεκαετία του 1970 υπήρξε συνιδρυτής σε εταιρεία αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στη Santa Fe, όμως η μεγάλη του αγάπη ήταν η μοτοσυκλέτα, όντας κι ο ίδιος φανατικός αναβάτης, αγωνιζόμενος και σχεδιαστής πρωτότυπων μηχανολογικών εφαρμογών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ίδρυσε την εταιρεία Rationally Advanced Design Development (RADD), ήτοι Λογικά Προηγμένη Σχεδιαστική Εξέλιξη, με κύριο στόχο την εξέλιξη και την προώθηση ενός επαναστατικού μπροστινού συστήματος ανάρτησης και διεύθυνσης για μοτοσυκλέτα.

Elf-X

Κύρια έμπνευση του Parker στον σχεδιασμό του RADD -που διαχώριζε τα συστήματα ανάρτησης και διεύθυνσης μπροστά-, ήταν η πρωτότυπη Elf X του Γάλλου σχεδιαστή Andre de Cortanze. Ο Cortanze με το δικό του επαναστατικό σύστημα ανάρτησης-διεύθυνσης είχε δηλώσει πως είχε 4 στόχους: να χαμηλώσει το κέντρο βάρους, να προσδώσει φυσικά χαρακτηριστικά αντί-βύθισης (antidive) στο σύστημα, να μειώσει το βάρος και να την ενσωματώσει στο πλαίσιο. Οι δευτερεύοντες στόχοι ήταν η επίτευξη του ιδανικού 50/50 στην κατανομή βάρους μπροστά και πίσω, η μείωση της οπισθέλκουσας (Cx), και η ταχύτερη αλλαγή τροχών -κυρίως για αγωνιστική χρήση. Επιπλέον βελτιωμένη ήταν η ροή αέρα στο ψυγείο και ρυθμιζόμενη η γεωμετρία της ανάρτησης και του συστήματος διεύθυνσης.

RADD

Επιστρέφοντας στον Αμερικανό σχεδιαστή, ο Parker κατέθεσε τις πρώτες του πατέντες το 1983, και παρουσίασε το σύστημα RADD σε πρωτότυπη μορφή το 1984. Ο ίδιος ανέφερε ως πλεονεκτήματα του συστήματος του την βελτιωμένη ακαμψία απέναντι στο συμβατικό πιρούνι -που ενεργεί ως μοχλός στο πλαίσιο, πολλαπλασιάζοντας τα φορτία-, με το RADD να μην υποφέρει από παρόμοια συμπεριφορά, αφού ουσιαστικά αποτελεί τμήμα του πλαισίου.

James Parker RADD

Ο Parker ευτύχησε να δει το σύστημα RADD να περνά σε μαζική παραγωγή, μέσω της sport-touring μοτοσυκλέτας Yamaha GTS1000 που ξεκίνησε να πωλείται το 1993, φέροντας πλαίσιο που η Yamaha ονόμαζε Omega (Ωμέγα) λόγω του σχήματος του σε συνδυασμό με τα ψαλίδια εμπρός και πίσω. Η GTS1000 έφερε τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα από FZR1000, με μειωμένη απόδοση 100 hp, ενώ διέθετε ηλεκτρονικό ψεκασμό και ABS.

Δυστυχώς, παρά τα εντυπωσιακά για την εποχή χαρακτηριστικά της, η GTS απέτυχε εμπορικά -κυρίως λόγω της πολύ υψηλής τιμής της-, και σταμάτησε να πωλείται στις Η.Π.Α. το 1994, ενώ παρέμεινε στην παραγωγή στον υπόλοιπο κόσμο μέχρι το 1999.

James Parker RADD

Θυμίζουμε πως πριν η Yamaha παρουσιάσει το GTS1000, είχε δείξει στο Tokyo Motor Show του 1989 την φουτουριστική πρωτότυπη μοτοσυκλέτα Morpho (και το 1991-1992 τη Morpho II), που χρησιμοποιούσε το RADD, και είχε ρυθμιζόμενο τιμόνι, ρυθμιζόμενα μαρσπιέ και ρυθμιζόμενη σέλα.

James Parker RADD

Το σύστημα RADD είχε ένα σημαντικό μειονέκτημα, καθώς το μονόμπρατσο ψαλίδι δεν επέτρεπε τη χρήση και δεύτερου δίσκου μπροστά, ενώ για να βοηθήσει την πέδηση σε κάποια από τα πρωτότυπα δίκυκλα του που φόρεσαν το σύστημα, ο Αμερικανός τοποθέτησε και δεύτερη δαγκάνα μπροστά. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως το GTS1000 διέθετε εξαπίστονη δαγκάνα μπροστά για τον ίδιο σκοπό.

James Parker RADD

Η σχεδιαστική δουλειά του Parker δεν περιορίστηκε όμως στο RADD, έχοντας σχεδιάσει κι ένα εναλλακτικό σύστημα οπίσθιας ανάρτησης, διαφορετικό από το paralever της BMW, ένα σύστημα κίνησης μοτοσυκλέτας και στους δυο τροχούς, ημί-ενεργητικές αναρτήσεις, και το πλαίσιο της ηλεκτρικής Mission R που κυριάρχησε στο Πρωτάθλημα TTXGP/FIM του 2011, μεταξύ άλλων.

James Parker RADD

Πολλές από τις πρωτότυπες μοτοσυκλέτες του Parker βρίσκονται ως εκθέματα στο Advanced Design Center του Barber Vintage Motorsports Museum στο Birmingham της Alabama

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.