Χρεοκόπησε η Norton (ξανά)!

Τα χρέη νίκησαν τον Stuart Garner
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

30/1/2020

Η Norton είναι μια από τις παλαιότερες εταιρείες μοτοσυκλετών στην Αγγλία, καθώς ιδρύθηκε το 1898 και το 1902 κατασκεύασε τη πρώτη της μοτοσυκλέτα. Το τελευταίο κεφάλαιο στην πολυτάραχη πορεία της στο πέρασμα του χρόνου ξεκίνησε το 2008, όταν έγινε CEO ο Stuart Garner, ο οποίος προσπάθησε να αναβιώσει τις ένδοξες ημέρες της Norton μέσα απ’ τη δημιουργία νέων μοντέλων. Μέσα σε 12 χρόνια κατάφερε να δημιουργήσει την V4RR, μια απ' τις πιο εντυπωσιακές superbike, όπου μαζί με τον McGuiness έλαβαν μέρος στο Isle Of Man ΤΤ. Ωστόσο, φέτος ο Βρετανός θρύλος των road racing υπέγραψε συμβόλαιο με την Kawasaki για τη συμμετοχή του στο IOMTT. Ο Garner επένδυσε και στη neoretro κατηγορία, επαναφέροντας το θρυλικό Commando με ένα νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα 961cc, ενώ πρόσφατα δημιούργησε μια supersport μοτοσυκλέτα, την Superlight ώστε μαζί με τον Peter Hickman να λάβουν μέρος στο North West 200, που πραγματοποιείται στους δρόμους της Βόρειας Ιρλανδίας.

O CEO της Norton, Stuart Garner

 

Ωστόσο, παρά τον εμπλουτισμό της γκάμας της Norton, τόσο οι πωλήσεις όσο και οι δυνατότητες παραγωγής της δεν ήταν αρκετές για να προσφέρουν τα απαραίτητα κέρδη και ανάπτυξη για ένα σίγουρο μέλλον. Το ποτήρι άρχισε να ξεχειλίζει τον περασμένο Νοέμβριο, όταν η Norton ανακοίνωσε πως έψαχνε για επενδυτές βάζοντας προς πώληση το 5% των μετοχών της με στόχο να αποκτήσει ρευστό για να εξασφαλίσει τα λειτουργικά της έξοδα και να αποπληρώσει τα χρέη της. Η “ανατολή” της νέας χρονιάς, βρήκε την Norton να έχει μεν μειώσει το δημόσιο χρέος της, όμως κλήθηκε στις δικαστικές αίθουσες αφού έφτανε τα €353.269. Τότε, η αγγλική εταιρεία κέρδισε λίγο χρόνο, αναβάλλοντας τη δίκη για τις 12 Φεβρουαρίου, ενώ υποχρεώθηκε να πληρώσει τους φόρους που της αναλογούν μέσα σε δύο μήνες. Αν χρωστούσε στο ελληνικό δημόσιο θα ήταν πιο τυχερή, από την άλλη με το ελληνικό δημόσιο δεν θα έπαιρνε ποτέ άδεια λειτουργίας...

Τώρα οι εξελίξεις βρίσκουν το εργοστάσιο μοτοσυκλετών από το Leicestershire, μαζί με δύο άλλες εταιρείες του CEO Stuart Garner, τα Priest House Hotel και Donington Hall, να διοικούνται πλέον από τη λογιστική εταιρεία BDO, από τη στιγμή που χρεοκόπησε η Norton. Ο ρόλος της BDO δεν είναι συμβουλευτικός, αλλά εκτελεστικός, παίρνοντας τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις με βάση τα στοιχεία που έχει για την αποπληρωμή των οφειλών του Stuart Garner. Υπεύθυνος για την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων είναι ο Lee Causer και όπως δήλωσε στις τοπικές εφημερίδες ο στόχος του είναι να πραγματοποιήσει όλες τις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε κατά το διάστημα που οι εταιρείες διοικούνται απ’ την BDO να μην επηρεαστούν οι πελάτες, υπάλληλοι και προμηθευτές αλλά να επωφεληθούν. “Το καθήκον μας είναι να αποφασίσουμε ποια είναι η καλύτερη στρατηγική και να την εφαρμόσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να προστατέψουμε και τα οφέλη των δανειστών, έχοντας όμως υπόψιν μας να μην δημιουργούνται εντάσεις σε κανένα. Αυτή τι στιγμή αξιολογούμε τη θέση κάθε εταιρείας με στόχο να καταλήξουμε στις επιλογές που έχουμε για το μέλλον τους και να προχωρήσουμε με την καλύτερη δυνατή.”

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.