Οδηγούμε Aprilia Tuareg 660: Πρώτες εντυπώσεις

Γνήσιο on-off
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

11/11/2021

Την πορεία εξέλιξης του Aprilia Tuareg 660 την παρακολουθούσαμε ως δημοσιογράφοι πολύ στενά τα τελευταία τρία χρόνια. Από το γυάλινο “ενυδρείο” με τους θάμνους που το είχαν κρύψει στην έκθεση της EICMA, αλλά και σε κάθε παρουσίαση νέου μοντέλου του ομίλου της Piaggio, είχαμε πολύωρες συζητήσεις με τους μάναζερ των τμημάτων σχεδιασμού, τους μηχανολόγους και φυσικά των υπεύθυνων μάρκετινγκ της ιταλικής εταιρείας.

Η εικόνα που μας είχαν δώσει έως σήμερα με όσα είχαν πει, αλλά και μετά την οδήγηση των RS 660 και Tuono 660, σκιαγραφούσε μια On-off μοτοσυκλέτα της μεσαίας κατηγορίας κυβισμού με έντονο σπορ χαρακτήρα και μπόλικη σύγχρονη τεχνολογία. Όμως ο χαρακτηρισμός “σπορ” δεν έχει πάντα θετική έννοια, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε On-off μοτοσυκλέτες που καλούνται να κάνουν πολλά, αντιφατικά μεταξύ τους πράγματα σε όλες τις συνθήκες και σε όλους τους δρόμους. Τις περισσότερες φορές o “σπορ” χαρακτήρας οδηγεί σε παραχωρήσεις στην άνεση και την πρακτικότητα, που θα πρέπει να τις ανέχεται ο αναβάτης κάθε μέρα. Διότι σε όλους μας αρέσουν τα Dakar-Replica, όλοι θα θέλαμε να έχει η on-off μοτοσυκλέτα μας δυνατότητες καθαρόαιμου enduro στο χώμα και αγωνιστικού supermoto στην άσφαλτο, αλλά δεν αρέσει σε όλους να πηγαίνουμε στη δουλειά μας κάθε μέρα ή να ταξιδεύουμε καθισμένοι πάνω σε ένα σανίδι με σπαρτιάτικο εξοπλισμό άνεσης.

Από την άλλη μεριά βέβαια, έχει γεμίσει η αγορά με βαρυφορτωμένες εξοπλισμό άνεσης On-off μοτοσυκλέτες, που κάθε φορά που επιχειρείς να απολαύσεις την οδήγηση και όχι απλώς να μετακινηθείς, απαιτούν σωματική προσπάθεια και πολλές φορές εξειδικευμένες γνώσεις. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε μεγάλη περιέργεια να δούμε πόσο “σπορ” έκανε η Aprilia το Tuareg 660 και τί αντίκτυπο θα είχε αυτή η επιλογή στην καθημερινή ζωή του αναβάτη.

Κοιτάς τις φωτογραφίες, αλλά και  όταν βλέπεις από κοντά το Tuareg 660 σχηματίζεις εύκολα την εντύπωση πως είναι ένα Dakar-Replica. Ψηλή, στενή και μεγάλου μήκους σέλα στα 860mm από το έδαφος (υπάρχει στα αξεσουάρ χαμηλότερη στα 840mm και μια “comfort” στα 880mm), τεράστιες διαδρομές αναρτήσεων (της ΚΥΒ) στα 240mm εμπρός-πίσω (πλήρως ρυθμιζόμενες σε απόσβεσης συμπίεσης/επαναφοράς και με υδραυλική προφόρτιση ελατηρίου πίσω), καθώς και μίνιμαλ σχεδιασμός για το κάθετο ρεζερβουάρ των 18 λίτρων, όπου με την βοήθεια της διάφανης ζελατίνας κάνει την μοτοσυκλέτα να δείχνουν ακόμα πιο στενή και ψηλή. Αν είσαι κάτω από 1,80μ ύψος πλησιάζεις δίπλα στο Tuareg 660 και δεν τολμάς ούτε να σκεφτείς να το καβαλήσεις!

Μόνο που η πραγματικότητα είναι πως ακόμα κι αν είσαι 1,70μ θα πατάς και με τα δύο πόδια στο έδαφος!

Αυτό το “θαύμα” το πέτυχαν μετά από δεκάδες ώρες σχεδιασμού και δοκιμών του εμπρός τμήματος της σέλας, αλλά και χάρη στις μαλακές αναρτήσεις που καταναλώνουν ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής τους όταν κάθεσαι πάνω στην μοτοσυκλέτα (ειδικά η πίσω ανάρτηση έχει πολύ-πολύ μαλακή ρύθμιση από το εργοστάσιο).

Μάλιστα ήταν τόσο χαλαρά ρυθμισμένες οι αποσβέσεις  στις αναρτήσεις των μοτοσυκλετών της παρουσίασης, που στην αρχή κοιταζόμασταν οι δημοσιογράφοι μεταξύ μας με βλέμμα απορίας και ρωτώντας ο ένας τον άλλον αν και η δική του μοτοσυκλέτα ήταν τόσο μαλακή.

Όλες αυτές οι πρώτες εντυπώσεις για τη σέλα και τις αναρτήσεις έγιναν καπνός και εξαφανίστηκαν στον γαλανό ουρανό της Σαρδηνίας μόλις φύγαμε από το ξενοδοχείο και αρχίσαμε να κάνουμε τα πρώτα μέτρα στο δρόμο.

 

Η στάνταρ σέλα έχει μπόλικο και ποιοτικό αφρώδες υλικό, οπότε το μικρό πλάτος της εμπρός δεν ενοχλεί και δεν κουράζει, ενώ το μεγάλο μήκος της σου επιτρέπει να αλλάζεις εύκολα στάση στο σώμα και στο σημείο που κάθεσαι.

Όπως είπαμε, το μεγάλο ύψος της από το έδαφος δεν δημιουργεί κανένα απολύτως πρόβλημα για τους κοντούς αναβάτες μέσα στην πόλη, όπου σε κάθε φανάρι θα πατάνε και με τα δύο πόδια στο έδαφος. Πραγματικά δεν υπάρχει λόγος να αγοράσει κάποιος την πιο χαμηλή σέλα (εκτός κι αν είναι 1,60μ), ενώ η έξτρα “comfort” σέλα, μάλλον θα βγάλει τα λεφτά της για όποιον είναι ψηλός και θέλει ακόμα μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ μαρσπιέ και σέλας, παρά στον τομέα της άνεσης, αφού μετά από μία ολόκληρη ημέρα πάνω της (με κάποια δεκάλεπτα διαλλείματα ανά μία-δύο ώρες) κανείς δεν εξέφρασε παράπονο.   

Οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε είχαν quick-shifter Up/Down (έξτρα εξοπλισμός) και δούλευε απροβλημάτιστα σε όλες τις ταχύτητες στη δική μας μοτοσυκλέτα, όμως κάποιοι συνάδερφοι ανέφεραν πως μερικές στιγμές έβγαινε εκτός λειτουργίας.

Τα φρένα έχουν φυσικά ABS το οποίο μπορεί να απενεργοποιηθεί πλήρως (απενεργοποίηση στον πίσω τροχό μόνο ΚΑΙ απενεργοποίηση εμπρός-πίσω με παρατεταμένο πάτημα του κουμπιού mode) στο Off-Road και Individual Mode.

Αντίστοιχα ρυθμίζεται το traction control (με δυνατότητα ρύθμισης εν κινήσει ΚΑΙ πλήρους απενεργοποίησης), το engine brake control (3 level), οι χάρτες απόκρισης του γκαζιού (3 level όλα full power).

Ο κινητήρας έχει αρκετές και σημαντικές διαφορές από εκείνους που έχουν τα RS και Tuono 660. Πέρα από την εξάτμιση και το φιλτροκούτι που προφανώς έχουν διαφορετική σχεδίαση, η Aprilia έχει βάλει διαφορετικού χρονισμού εκκεντροφόρους (με ανάλογη ρύθμιση της ECU) μετατοπίζοντας στις χαμηλές και μεσαίες στροφές την κορύφωση της ροπής. Ταυτόχρονα, το γρανάζι της πρωτεύουσας μετάδοσης και η συνολική σχέση της τελικής μετάδοσης είναι πιο κοντά ( η πραγματική τελική έχει μειωθεί στα 180km/h – το ταχύμετρο στη μοτοσυκλέτα μας έδειξε 194+km/h) , ώστε να βελτιώσουν ακόμα περισσότερο το “άρπαγμα” στο άνοιγμα του γκαζιού και τις επιταχύνσεις εν κινήσει.

Βγάζει 80 ίππους στις 9.750 (υπάρχει και έκδοση 35kw για Α2) με έχοντας το 70% της ροπής από τις 3000 στροφές και το 85% από τις 4.500 στροφές).

Επίσης το ατσάλινο πλαίσιο του Tuareg 660 έχει σχεδιαστεί να αντέχει 220kg (αναβάτης+συνεπιβάτης+αποσκευές) και το πιο κοντό γρανάζωμα βοηθάει τις ρεπρίζ όταν η μοτοσυκλέτα είναι πλήρως φορτωμένη.

Πολύ μεγάλη σημασία έχουν δώσει στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του πλαισίου, γι΄αυτό όταν σχεδίαζαν τον κινητήρα των 660, είχαν προβλέψει από την αρχή να επιτρέπει διαφορετικούς τρόπους τοποθέτησής του στο πλαίσιο μιας μοτοσυκλέτα, αλλά και διαφορετικούς τρόπους σύνδεσής του.

Έτσι στο Tuareg 660 ο κινητήρας έχει έξι σημεία σύνδεσης με το πλαίσιο σε κάθε πλευρά (το RS660 έχει τρία, το Tuono 660 έχει δύο) και τον έχουν περιστρέψει προς τα πίσω κατά 10⁰, ώστε η κατανομή του βάρους να είναι εκείνη ακριβώς που επιθυμούσαν.

Ακριβώς γι΄αυτό, τα κάρτερ και η αντλία λαδιού ήταν από την αρχή σχεδιασμένα για να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες απαιτήσεις μιας off-road μοτοσυκλέτας, κρατώντας πάντα επαρκή ποσότητα λαδιού σε όλες τις συνθήκες.

Το βάρος του Tuareg 660 είναι στα 187 κιλά χωρίς βενζίνη και στα 204 κιλά μαζί με τα 18 λίτρα βενζίνης που του δίνουν θεωρητική αυτονομία 450km.

Τόσο στην άσφαλτο (πολύ σφιχτό στροφιλίκι με κορυφαίας πρόσφυσης άσφαλτο) όσο και στο χώμα (βατοί, νωποί χωματόδρομοι με κόκκινο πατημένο χώμα) το Tuareg 660 είχε εντυπωσιακά ελαφριά αίσθηση και ήταν απίστευτα ευέλικτο!

Την ίδια στιγμή η σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες (με δυνατούς πλάγιους ανέμους…) ήταν πραγματικά άριστη, παρά τις πολύ μαλακές ρυθμίσεις των αναρτήσεων που συνήθως επηρεάζουν αρνητικά τη σταθερότητα στις μοτοσυκλέτες με τόσο μεγάλες διαδρομές αναρτήσεων.

Τα φρένα δεν κουράστηκαν ποτέ (με ένα άτομο στη σέλα και χωρίς μπαγκάζια) και η δυνατότητα απενεργοποίησης του ABS στο πίσω φρένο ήταν η καλύτερη επιλογή για τις συνθήκες που οδηγήσαμε στο χώμα – αν και το πεντάλ του πίσω φρένου αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη διαδρομή όσο περνούσε η ώρα…

Η θέση οδήγησης ήταν πολύ βολική, είτε σηκωνόσουν όρθιος στα μαρσπιέ είτε οδηγούσες καθιστός, προσφέροντας εξαιρετικό έλεγχο της μοτοσυκλέτας.

Τα Pirelli Scorpion STR Rally με τα χοντρά τακούνια που φοράει ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης, έκαναν φιλότιμα τη δουλειά της στην κορυφαία Ιταλική άσφαλτο και είχαν αξιοπρεπέστατα επίπεδα πρόσφυσης στο χώμα.  

Μιλώντας για βασικό εξοπλισμό, να τονίσουμε πως στο Tuareg 660 έχουν βάλει την μεγάλη TFT οθόνη από τα RSV4 1100 Factory/Tuono 1100, η οποία δεν έχει καθόλου αντανακλάσεις και είναι ευδιάκριτη πρωί/μεσημέρι/βράδι, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα για λειτουργία Navi μέσω του App MIA.

Εννοείται πως έχει bleutooth και πρίζα USB…

Αν πρέπει να συνοψίσουμε όλα τα παραπάνω σε μία παράγραφο, τότε θα λέγαμε πως το νέο Aprilia Tuareg 660 μας εξέπληξε θετικά διότι όλη αυτή η σπορ εικόνα που βγάζει προς τα έξω δεν έχει επηρεάσει αρνητικά κανένα τομέα που να αφορά την άνεση και την πρακτικότητα σε καθημερινή χρήση. Είναι ένα πραγματικό on-off δηλαδή για όλους!

Την αναλυτική, πολυσέλιδη παρουσίαση του νέου Aprilia Tuareg 660 θα την βρείτε όπως πάντα στο επόμενο τεύχος του περιοδικού ΜΟΤΟ 

EICMA: Royal Enfield Himalayan 750 2027 – Ποντάρει στην απλότητα αποφεύγοντας την λιτότητα [Βίντεο]

Μία διαφορετική προσέγγιση στις Adventure
Himalayan
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

3/11/2026

Παρουσιάστηκε σήμερα στην EICMA η νέα Himalyan 750 που οδηγήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην Σικελία, σε μία διαδρομή που είχε κοινά στοιχεία με του BMW F450GS. Η επιβολή της Royal Enfield ενός κλιμακωτού εμπάργκο όπου απαγορεύεται οποιαδήποτε δημοσίευση μέχρι μία ημέρα πριν τις παρουσιάσεις των Honda, Yamaha και Ducati που γίνονται την προηγούμενη ημέρα της EICMA την έφερε ουσιαστικά να είναι η πρώτη του 2027 που αποκαλύπτεται με μαζικές δημοσιεύσεις. Τώρα απαγορεύεται να μοιραστούμε οδηγικές εντυπώσεις έως τις 11 Νοεμβρίου, και έτσι προετοιμάζεται και το τρίτο κατά σειρά επικοινωνιακό κύμα με την Royal Enfield να παίζει σωστά την τράπουλα και περισσότερος κόσμος να ασχολείται με την αεροελαιόψυκτη των 223 κιλών. Το βάρος αυτό είναι υπολογισμένο με γεμάτο το ρεζερβουάρ των 17,8 λίτρων και ένα πλούσιο πακέτο βασικού εξοπλισμού που περιλαμβάνει το βαρύ και ενισχυμένο κεντρικό σταντ. Είναι μία ικανοποιητική επίδοση για τον τύπο κινητήρα και την κατηγορία κυβισμού.

Από τα 743 κυβικά αποδίδει 55 ίππους στις 7.000 στροφές με 6,6kg.m ροπής στις μόλις 5.000 στροφές. Πρόκειται για μία από τις πιο μαζεμένες σε διαστάσεις ON-OFF μοτοσυκλέτες με αερόψυκτο κινητήρα με πλάτος στα 840mm, μεταξόνιο στα 1522mm και απόσταση από το έδαφος στα 205mm.

Η Royal Enfield συνεργάστηκε με εταιρείες aftermarket εξατμίσεων και με Givi για να φτιάξει χαρτογράφηση και μία σειρά από βαλίτσες και βάσεις. Οπότε το Himalyan 750 δεν έρχεται απλά προσφέροντας λύσεις στον τομέα του εξοπλισμού, αλλά ακόμη περισσότερο, αυτές είναι δοκιμασμένες από εργοστάσια με μεγάλη τεχνογνωσία.

Η Givi έκανε πολύ δουλειά στο Himalyan 750 προσφέροντας πολλές επιλογές με διαφορετικά σετ με ή χωρίς κάγκελα, από μαλακές ή σκληρές βαλίτσες και μία σειρά από πλαϊνά τσαντάκια και tank bag. Η ζελατίνα είναι επίσης μελετημένη από τους ίδιους ενώ συνολικά η μεταφορική ικανότητα του νέου Himalyan 750 είναι 195 κιλά, μετά θα χρειαστεί ένα αμορτισέρ διαφορετικής προφόρτισης, το υποπλαίσιο και το ψαλίδι έχουν αντοχές για περισσότερα.

Βασικό στοιχείο όμως στο οποίο στοχεύει, είναι ο κινητήρας που έχει αποδείξει την αξία του στα 650 κυβικά και με λίγες παρεμβάσεις έχει ανέβει εδώ στα 743 που προκύπτουν από διάμετρο 83,5mm και διαδρομή 67,8mm. Ένας κινητήρας που στο κλίμα της Ινδίας που μπορεί να γίνει αφόρητα ζεστό, έχει δείξει πως συνεχίζει να αποδίδει χωρίς να ανεβάζει θερμοκρασία, την ίδια στιγμή που αισθάνεται άνετα στα μεγάλα υψόμετρα που προσφέρει απλόχερα η Ινδία με διαδρομές που σκαρφαλώνουν τα Ιμαλάια, από όπου αντλεί το όνομά του.

Το 90% της ροπής παράγεται νωρίς μέχρι τις 3.500 στροφές και η μοτοσυκλέτα έχει ένα εντυπωσιακό πακέτο ηλεκτρονικών που βασίζει την λειτουργία του σε μία IMU έξι αξόνων. Αυτό από μόνο του είναι κάτι που δεν περιμένεις να βρεις σε μία αεροελαιόψυκτη μοτοσυκλέτα, πόσο μάλιστα μία οθόνη που έχει στοιχεία tablet, καθώς ενσωματώνει χάρτες της Google, σύνδεση με κινητό τηλέφωνο και αναβαθμίσεις απευθείας από το εργοστάσιο με συνεχή παρακολούθηση της μοτοσυκλέτας μέσω GPS. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να δημιουργήσει ψηφιακό φράκτη όταν την παρκάρει, αλλά επιπρόσθετα να μοιραστεί την θέση του με την παρέα του. Αν μάλιστα έχουν και εκείνοι Himalyan 750 τότε σε μία βόλτα έχουν την επιλογή να βλέπουν στον χάρτη την πορεία τους και ταυτόχρονα την θέση του φίλου πάνω σε αυτή. Η επικοινωνία της μοτοσυκλέτας συμπληρώνεται από μία εφαρμογή που δίνει όλες τις ρυθμίσεις στον ιδιοκτήτη και έτσι το νέο Himalyan μπορεί να είναι απλό μηχανολογικά και οπτικά αλλά δεν είναι λιτό από εξοπλισμό και δεν έχει πολλά να ζηλέψει από τις υπόλοιπες Adventure που θέλει να ανταγωνιστεί. Η χρήση της IMU με επιταχυσιόμετρο τριών αξόνων και γυροσκοπικό αισθητήρα τριών αξόνων μεταφράζει συνεχώς την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο και τροφοδοτεί τα ηλεκτρονικά με τις απαραίτητες πληροφορίες για να υπάρχει traction control που προσαρμόζεται στην κλίση της μοτοσυκλέτας, επίσης με ρυθμίσεις επεμβατικότητας καθώς και Cornering ABS.

Όλα αυτά ο ιδιοκτήτης τα ρυθμίζει από μία στρόγγυλη TFT οθόνη 4 ιντσών, που η Royan Enfield έχει και σε άλλα μοντέλα της και για κατά σύγκριση ο στρόγγυλος κεντρικός προβολέας είναι 7 ιντσών. Από επάνω του μία ρυθμιζόμενη σε 5 θέσεις ζελατίνα που της δίνουν 60mm διαδρομής για να την φέρει καθένας στην θέση που τον βολεύει. Όλα αυτά τα ηλεκτρονικά ο αναβάτης τα ρυθμίζει από ένα πακέτο προκαθορισμένων ρυθμίσεων, Road – Road Sport – Rain – Trail και έπειτα έχει και την δικιά του θέση ρυθμίσεων. Το καλό είναι πως σβήνοντας την μοτοσυκλέτα αποθηκεύονται οι ρυθμίσεις ακόμη και η απενεργοποίηση του Traction Control ενώ μπορείς να αλλάξεις εν κινήσει εκτός από την επιλογή Trail που επιβάλλει να σταματήσει πρώτα η μοτοσυκλέτα καθώς επεμβαίνει στα φρένα, απενεργοποιώντας το ABS πίσω.

Στον εξοπλισμό υπάρχει και cruise control που μπαίνει από 3η σχέση και πάνω και όπως όλα τα αντίστοιχα συστήματα δουλεύει από τα πρώτα 30 έως και τα 160χ.α.ω.

Με τροχούς 19-17 και με ελαστικά πρώτης τοποθέτησης που έχουν μία ενδιαφέρουσα ιστορία καθώς αναβιώνουν μία γερμανική μάρκα που έχει πορεία στο αυτοκίνητο αλλά όχι στις μοτοσυκλέτες, το νέο Himalyan 750 στοχεύει στις βόλτες μεγάλων αποστάσεων και στα ταξίδια όπου η οδήγηση με ροή είναι κομμάτι του στόχου, μαζί με τον προορισμό.

Στις αναρτήσεις έχουμε πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa με καλάμια διαμέτρου 43mm και 190mm διαδρομής και πίσω 175mm από επίσης Showa, monoshock με τηλεπροφόρτιση και ρυθμίσεις απόσβεσης και επαναφοράς.

Η σέλα είναι μόλις στα 815mm και υπάρχει η επιλογή για χαμηλότερη σέλα με λιγότερο αφρώδες, όπου συνδυάζεται με την ίδια σέλα συνεπιβάτη, ή ψηλότερη σέλα για μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ για τους ψηλότερους αναβάτες.

Εμπρός έχουμε δύο πλευστούς δίσκους 280mm με διπίστονη πλευστή δαγκάνα και πίσω έναν δίσκο 255mm με ίδια δαγκάνα. Βασικό όπως είπαμε και πριν, είναι το γεγονός πως το ABS είναι Cornering με δικάναλη επικοινωνία και απενεργοποιείται στον πίσω τροχό.

Βασική πληροφορία για εμένα που πρέπει να ξέρει το κοινό, είτε στοχεύει στην αγορά της είτε όχι, καθώς μας δίνει ένα στοιχείο για το πώς λειτουργεί και η ίδια η μάρκα, είναι πως το νέο Himalyan 750 αποτελεί καθαρά Ευρωπαϊκή υπόθεση. Με την έννοια πως η ιδέα της υλοποίησής του ξεκινά από την Αγγλία, καθώς και όλη η μετέπειτα εξέλιξή του. Μάλιστα η ιστορία πίσω από την δημιουργία του έρχεται σε απευθείας σύγκριση με την δημιουργία του G/S της BMW, της μοτοσυκλέτας δηλαδή που δημιούργησε την κατηγορία των μεγάλων Adventure και αποτελεί τον πρόγονο του GS.

Κατά την παρουσίαση της μοτοσυκλέτας στην έκθεση αποκαλύφθηκε η λιανική της τιμή στην Ιταλία: 7.390 ευρώ. Εδώ βέβαια θα πρέπει να τονίσουμε πως αυτή τη τιμολόγηση δεν είναι άμεσα συγκρίσιμη με την ελληνική, καθώς στη χώρα μας θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και το τέλος ταξινόμησης που οπωσδήποτε θα επιβαρύνει την τιμή, όπως και ο μεγαλύτερος συντελεστής ΦΠΑ που ισχύει στα μέρη μας.

Μιλώντας για το Himalayan 750, ο B. Govindarajan, Διευθύνων Σύμβουλος της Eicher Motors Ltd. και Διευθύνων Σύμβουλος της Royal Enfield, δήλωσε:

«Πριν από μια δεκαετία δημιουργήσαμε την κατηγορία των adventure touring μοτοσυκλετών μεσαίου κυβισμού (εννοεί εδώ εντός της γκάμας τους). Από τότε, το Himalayan, με μια κοινότητα άνω των 320.000 αναβατών σε όλο τον κόσμο, εξελίχθηκε από μια μοτοσυκλέτα φτιαγμένη για τα βουνά σε μια μάρκα που ενέπνευσε τους αναβάτες να εξερευνήσουν τον κόσμο με τους δικούς τους όρους. Η ανταπόκριση για το Himalayan 450 και το ομόσταυλο επίσης αερόψυκτο 440 που παρουσιάστηκε νωρίτερα φέτος, επιβεβαιώνει τη διαχρονική αγάπη για την οικογένεια του Himalayan και το πνεύμα της εξερεύνησης.

Το Himalayan 750 είναι μια ισχυρή νέα έκφραση του πνεύματος του Himalayan. Πηγαίνουμε την κληρονομιά του Himalayan ακόμη πιο μακριά, αξιοποιώντας τη γνώση και την εμπειρία μιας δεκαετίας. Η πρώτη μας μοτοσυκλέτα 750cc είναι κατασκευασμένη για αναβάτες που αναζητούν να διασχίσουν σύνορα, να αντιμετωπίσουν ποικιλόμορφα εδάφη και να βιώσουν την ελευθερία του να πηγαίνουν οπουδήποτε. Συνδυάζει έναν αυθεντικό, στοχευμένο σχεδιασμό με τεχνολογία που υποστηρίζει τον αναβάτη, χωρίς όμως ποτέ να παίρνει τον έλεγχο. Το αποτέλεσμα είναι μια μηχανή που προσφέρει τον ανόθευτο χαρακτήρα που αποζητούν οι αναβάτες, σε συνδυασμό με αναβαθμισμένες δυνατότητες για να πάνε τις περιπέτειές τους πιο μακριά από ποτέ.»

Αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την μεγαλύτερη δικύλινδρη που έχει κατασκευάσει η Royal Enfield, μία μοτοσυκλέτα που στοχεύει σε μακρινά ταξίδια και θέλει να προσελκύσει με τον τρόπο λειτουργίας της. Σε επόμενο τεύχος του MOTO, με την λήξη του εμπάργκο, η πρώτη εμπειρία οδήγησης από τους δρόμους της Σικελίας και όλα όσα συζητήσαμε με τους Ινδούς για το μέλλον της γκάμας, τις διαφορές με το 450 και την κατεύθυνση της Royal Enfield στο μέλλον.